Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011
posted by Librofilo at Δευτέρα, Νοεμβρίου 21, 2011 | Permalink
Επιστροφή στην Πόλη
Σε αναζήτηση ταυτότητας είναι ο ήρωας και αφηγητής του εξαιρετικού πρώτου μυθιστορήματος του Γάλλου, Τουρκικής καταγωγής συγγραφέα David Boratav με τίτλο «ΨΙΘΥΡΟΙ ΣΤΟ ΜΠΕΓΙΟΓΛΟΥ» (Murmures à Beyoğlu), (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Α.Μοσχονά, σελ.410) που ξαναγυρίζει στην γενέθλια πόλη, την Κωνσταντινούπολη των παιδικών του χρόνων να ξαναπιάσει το νήμα της ζωής του από την αρχή.

Ο ήρωας βασανίζεται από αϋπνία (insomnia). Λες και έχει εγκλωβιστεί σε ένα ποίημα «zahir» που είχε πρωτακούσει στα 13 του όταν ένας ξάδερφός του είχε επισκεφθεί το σπίτι τους στο Παρίσι και είχε διαβάσει στον διανοούμενο πατέρα του ένα κείμενο για «τις νύχτες κάποιου που πάσχει από αϋπνία, που τις σφετεριζόταν, όπως έλεγε το ποίημα, «μια πολύ βαριά συμπύκνωση ύπνου»…Το ποίημα «zahir» ήταν ένα σπάνιο έργο που είχε ξετρυπώσει στις κούτες κάποιου Τούρκου παλαιοβιβλιοπώλη…ο οποίος τον είχε διαβεβαιώσει πως το ποίημα αυτό θα στερούσε τον ύπνο απ’όποιον θα είχε την κακή ιδέα να το αποστηθίσει. Αν το διάβαζες ήταν σαν να καταδίκαζες τον εαυτό σου σε αυτό που περιέγραφε, λες και αυτές οι λίγες αράδες του μικρού τόμου είχαν τη δύναμη να διαλύσουν το σκοτάδι που κυριεύει το δωμάτιο, κάνοντας αυτόν που θέλει να κοιμηθεί, πεθαμένος από την κούραση, να περιμένει μάταια, μέχρι το χάραμα, να κλείσουν τα βλέφαρά του.» Πενηντάρης πλέον, με έναν αποτυχημένο γάμο στις πλάτες του και μια σύζυγο από την οποία έχει μια μορφή εξάρτησης, ένα γιό που προσπαθεί να χτίσει μια αξιόλογη καριέρα και με τον οποίο έχει μόνο τυπικές επαφές, εργάζεται κάνοντας μια απρόσωπη δουλειά με νυχτερινό ωράριο, η οποία τον αφήνει τελείως αδιάφορο. Ζει στο Λονδίνο, έχει μια χαλαρή ερωτική σχέση με μια κοπέλα αρκετά νεώτερή του και κάνει ψυχοθεραπεία για να καταπολεμήσει το μείζον πρόβλημα της αϋπνίας του.

Ο ήρωας γεννήθηκε στην Πόλη αλλά η οικογένεια του αναγκάστηκε λόγω των πολιτικών συνθηκών να μεταναστεύσει αρχικά στη Μασσαλία και αργότερα στο Παρίσι. Όταν πέθανε ο πατέρας του ένα αδημοσίευτο ποίημα του εμφανίζεται στις εφημερίδες μεταφρασμένο στα Τουρκικά από έναν μάλλον αφερέγγυο συνεργάτη του τον αναστατώνει διότι γνωρίζει ότι ο πατέρας του ποτέ δεν θα άφηνε το ποίημα στα χέρια αυτού του τύπου, μαθαίνει δε ότι η μητέρα του, πάντα απόμακρη και «ολίγον στον κόσμο της», γύρισε για μόνιμη εγκατάσταση στην Κωνσταντινούπολη. Ο ήρωας με αφορμή αυτά τα γεγονότα, αλλά κυρίως λόγω του προσωπικού του αδιεξόδου, παίρνει τη μεγάλη απόφαση να γυρίσει στην πόλη των παιδικών του χρόνων, να ξαναβρεί τον εαυτό του περπατώντας στα δρομάκια που θυμάται από παιδί.

Όταν όμως φτάνει και φιλοξενείται σε ένα σπίτι στο Μπέγιογλου, κοντά στο πατρικό του, στη συνοικία που ζούσε μικρός, δεν αναγνωρίζει τίποτα, όλα του φαίνονται διαφορετικά, ακόμα κι ο ίδιος του ο εαυτός καθώς τον βλέπει στον καθρέφτη. Πρέπει όλα να τα ανακαλύψει από την αρχή. Την γλώσσα που ξαναθυμάται σιγά-σιγά, τους δρόμους που σαν όνειρο του φέρνουν αναμνήσεις, τις συνοικίες που έχουν αλλάξει, τους ανθρώπους που η ματιά τους είναι διαφορετική.

Ο αφηγητής είναι ένας «ξένος», ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος. Κινείται, περπατάει στα στενά δρομάκια του Μπέγιογλου στις όχθες του Κεράτιου σαν να βρίσκεται σε μια παραζάλη, σε ένα «limbo». « Στο Μπέγιογλου, εκεί που τα πάντα είναι φωνές, βρισιές ή ψίθυροι, εγώ είχα καταλήξει μουγγός…». Μυρωδιές από τα παλιά αναμειγνύονται με ένα τρόπο ζωής μπερδεμένο, από τη μια λιμουζίνες που διασχίζουν την παραλιακή παρέα με αραμπάδες που πάνε στις εργατικές συνοικίες των «μαύρων» Τούρκων. Lofts υπερμοντέρνα με φοβερή θέα και καλύβες φτιαγμένες πρόχειρα με υλικά από σκουπίδια. Κοινωνικές αντιθέσεις σε μια πόλη μωσαϊκό, γεμάτη αντιθέσεις, σε δρόμους που μυρίζουν ακριβό ευρωπαϊκό άρωμα παρέα με την έντονη μυρωδιά του παστουρμά. Η ιστορία της Πόλης πανταχού παρούσα σε συνδιασμό με την ασφυξία της σύγχρονης μητρόπολης, αναμνήσεις από το παρελθόν, ο Lefter να σκοράρει, οι συζητήσεις και οι αφηγήσεις στα καφενεία, το σάντουιτς με παλαμίδα, οι βόλτες στο Μπεμπέκ, όλα βοηθάνε τον «υπνωτισμένο» ήρωα να συμβιβαστεί με το (καλά κρυμένο και αποδιωγμένο από τη μνήμη) παρελθόν του, να βρει τον εαυτό του στο ταξίδι της ζωής του.

Θυμίζει έντονα Παμούκ και οι χαρακτηριστικές σελίδες του «Ιστανμπούλ» (του επιβλητικού βιβλίου του μεγάλου Τούρκου συγγραφέα) σου έρχονται συνέχεια στο νου. Λυρικές εικόνες διαδέχονται την σκληρότητα και την βία της οικονομικής ανέχειας καθώς η πόλη επεκτείνεται συνεχώς. Νεοπλουτισμός και λαμογιά εναλάσσονται με ιστορίες από το παρελθόν, με παραμύθια και θρύλους.

Έξοχη γραφή και στυλ από τον πρωτοεμφανιζόμενο και πολλά υποσχόμενο Μπορατάβ, πολλές φορές ποιητική αφήγηση, έντονα περιγραφική που ενδέχεται να κουράσει τον αναγνώστη που επιθυμεί δράση αλλά γοητεύει λόγω του παιχνιδιάρικου και φινετσάτου τρόπου που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας. Αναζήτηση ταυτότητας σε ένα «μυθιστόρημα μαθητείας» με έναν ήρωα, έντονα αποστασιοποιημένο στην αρχή και κάπως απόμακρο αλλά που στην εξέλιξη του βιβλίου αλλάζει. Ένα μυθιστόρημα ανθρώπινο και πολύ ζωντανό που μεταφέρει την ατμόσφαιρα, το hüzün (αυτή την – σαν πούσι – μελαγχολία που έχει περιγράψει τόσο ωραία ο Παμούκ στα βιβλία του) σαν να ζωγραφίζει πάνω σ’ένα καμβά - δεν έχεις παρά να αφεθείς στη γοητεία των σελίδων…

«Θυμάμαι πως, πριν από πολύ καιρό, στο λεωφορείο, κοίταζα πίσω απ’το σκεπασμένο με στάλες της βροχής τζάμι στη λεωφόρο Necatibey. Ήταν γεμάτη κόσμο, βρώμικη και θορυβώδης, κι εγώ δεν αναγνώριζα πια τους ανθρώπους, ούτε τις ταμπέλες στις προσόψεις, ούτε το πράσινο φως των καταστημάτων, ούτε τα βρεγμένα δέντρα, τα αφηρημένα περιστέρια, τα σκυλιά που έτρεμαν μέσα στη λάσπη…Όλα αυτά τα πράγματα και τα πλάσματα που έβλεπα απ’το τζάμι πίσω απ’τις στάλες της βροχής μου θύμιζαν ένα όνειρο που είχα δει και στο οποίο προσπαθούσα να διασχίσω τον Βόσπορο γαντζωμένος στη γούνα μιας λύκαινας με μεγάλα στήθη, μαζί με την οποία είχα βυθιστεί στον πάτο της θάλασσας και είχα βρέξει την πιτζάμα μου. Και, μέσα απ’το τζάμι, την είδα, με το φαγωμένο πρόσωπό της, μια γριά γυναίκα που κρύβει τα χρόνια της, την Ιστανμπούλ. Την είδα κι η μέρα εκείνη έγινει μια απ’τις θλιβερές μέρες της ζωής μου. Δεν ήξερα γιατί, αλλά είχα στ’αυτιά μου ένα βουητό, τους ήχους της πόλης, σαν το λαχάνιασμα ενός ανθρώπου βιαστικού που έχει χαθεί σ’αυτούς τους γκρίζους δρόμους. Και ο άνθρωπος αυτός θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος, ή πολύ απλά εγώ.»




Hosted by kiwi6.com file hosting.
Download mp3 - Free File Hosting.

Ayhan Sicimoglu – Pasa Baba