Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2011
posted by Librofilo at Σάββατο, Νοεμβρίου 05, 2011 | Permalink
Η τυφλή ακτή
Το καινούριο βιβλίο του Αργεντίνου συγγραφέα Carlos Maria Dominguez, (γενν.1955) με τίτλο «ΤΥΦΛΗ ΑΚΤΗ» (La costa ciega),(Εκδ. Πατάκη, μετάφρ. Λ.Φραγκοπούλου,σελ.234), είναι μια συγκινητική νουβέλα - που μοιάζει σε ύφος και στυλ με το υπέροχο «Χάρτινο Σπίτι» του ίδιου, το οποίο, τόσο με ενθουσίασε πριν από μερικά χρόνια - αφού ο ικανότατος συγγραφέας ακολουθεί και εδώ μια παλινδρομική αφήγηση σε μια ιστορία που είναι απλή και συναισθηματική (αλλά καθόλου μελοδραματική) με πολλές πολιτικές αναφορές.

Οι ήρωες της νουβέλας ψάχνουν την ταυτότητα τους σε ένα αφιλόξενο κόσμο, σκληρό και περίκλειστο (απομονωμένο) μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Η νεαρή και «φευγάτη» Καμπότζη φτάνει από το Μπουένος Άϊρες σε μια απομονωμένη ακτή της Ουροουγουάης κάνοντας την επανάστασή της. Έχει ξεφύγει από το ασφυκτικό οικογενειακό της περιβάλλον, από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, από ερωτικές σχέσεις που δεν σήμαιναν τίποτα, έχει αποτινάξει από πάνω της με το έτσι θέλω ένα όνομα βαρύ – της θείας της Σεσίλιας που είχε χαθεί στην διάρκεια της δικτατορίας. Δεν ξέρει τι ψάχνει, μόνο να φύγει όσο πιο μακριά γίνεται. Ο Αρτούρο φευγάτος κι αυτός από το Μπουένος Άϊρες των Συνταγματαρχών, ξεκρέμαστος και «προδομένος» από την Σεσίλια διαμένει στην περιοχή, κουβαλάει μαζί του μόνιμα μια μπιζουτιέρα – ενθύμιο από τον χαμένο του έρωτα και προσπαθεί να βρει τον εαυτό του και να ξεχάσει. Πιάνει δουλειά σαν κηπουρός σε μια παράξενη οικογένεια ενός Βρετανού που έχει αγοράσει ένα σπίτι το οποίο έχει περικλείσει με φράχτες για να «προστατέψει» την οικογένειά του, την «άπιστη» σύζυγό του που εξαιτίας της έφυγαν από την Αργεντινή και τις δύο κόρες του, την «καθυστερημένη» Σάρα και την όμορφη και ευαίσθητη Ρόζι που βρίσκει καταφύγιο στην λογοτεχνία.

Ο Αρτούρο έλκεται από την Ρόζι, όταν αίφνης εμφανίζεται η Καμπότζη στην απομονωμένη καλύβα που έχει πάει να θάψει τις αναμνήσεις του. Εμφανίζεται αυτή που θα του αποκαλύψει πράγματα που θέλει να ξεχάσει και πράγματα που θέλει να ανακαλύψει, αλλά έχουν παραβλέψει κάτι σημαντικό. Η φύση θα εκδικηθεί τους εισβολείς της. Η καλύβα είναι χτισμένη σε περιοχή επικίνδυνη και το φούσκωμα της θάλασσας θα τα πάρει όλα μαζί του. Οι «εισβολείς» θα τιμωρηθούν, η μπιζουτιέρα επιτέλους θα χαθεί και η Καμπότζη θα συνειδητοποιήσει την ρευστότητα των καταστάσεων, των πραγμάτων που όλα θα μείνουν μετέωρα καθώς εκείνη παίρνει το δρόμο για το Μοντεβιντέο, η δε Ρόζι που μαθαίνει τη ζωή μέσα από τα μυθιστορήματα που παίρνει από την βιβλιοθήκη της πόλης, ακόμα περιμένει ένα μήνυμα από τον Αρτούρο.

Ποιητικές εικόνες, διάλογοι αποσπασματικοί, αφήγηση που ξεκαθαρίζει αργά και μελαγχολικά τα γεγονότα. Ο αφηγητής ανώνυμος να μένει στο background (αλλά περισσότερο ενεργός από το «Χαμένο σπίτι») και να αφηγείται την ιστορία στην ιδιοκτήτρια του πανδοχείου με το παράταιρο όνομα (Ντάλλας) και την ίδια στιγμή να συμβαίνουν πράγματα στο πανδοχείο τα οποία δεν καταλαβαίνουμε – σαν μια αντιστικτική μελωδία. Η μανιασμένη χειμωνιάτικη ακτή της Ρότσα – κοντά στο σημείο που διαδραματίζεται το «Χάρτινο σπίτι» - που αποκαλείται και Μαλβίνες λόγω του απόμακρου της περιοχής (κάτι σαν τα ομώνυμα νησιά) απέναντι από την Αργεντινή, ακτή όπου καταφεύγουν πολιτικοί φυγάδες αλλά και τουρίστες το καλοκαίρι είναι ο καταλύτης της ιστορίας αφού σ’αυτή την «τυφλή ακτή» θα γραφτεί ο επίλογος της τραγικής ιστορίας.

Άνθρωποι που θέλουν να ξεφύγουν από το παρελθόν τους, ζωές που καταστράφηκαν από την Αργεντίνικη δικτατορία. Ο Αρτούρο που πάει να βρει την τύχη του στην Αργεντινή , σύνηθες δρομολόγιο για τους Ουρουγουανούς και μπλέκει λόγω του έρωτά του με την Σεσίλια σε καταστάσεις πρωτόγνωρες, η Καμπότζη να ακούει από μικρή για την αντάρτισα θεία, της οποίας το όνομα φέρει, για τον αγωνιστή αλλά πλέον υποταγμένο και μικροαστό πατέρα που έμεινε δέκα χρόνια στην φυλακή, η οικογένεια του Βρετανού Ντόγκραμ, ο οποίος προσπαθεί κι εκείνος να ξεφύγει από τις αλήθειες του παρελθόντος νομίζοντας ότι μπορεί να κάνει μια καινούρια αρχή στις εσχατιές της Ουρουγουάης. Έτσι κι αλλιώς «η πραγματικότητα διαμορφώνεται συνήθως από παρεξηγήσεις», και το παρελθόν δεν είναι μόνο μια έρημη, τυφλή και απομονωμένη ακτή αλλά είναι και κάτι που δεν μπορείς να αποτινάξεις από πάνω σου όσο και να σου φαίνεται «μια άλλη χώρα» πλέον.

Η νουβέλα του Ντομίγκεζ που έχει πολιτογραφηθεί πλέον Ουρουγουανός, είναι μια πολύ ωραία και λυρική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις, ένα βιβλίο ουσιαστικό και τρυφερό. Η γραφή του πολύ καλού συγγραφέα γεμάτη από βιβλιοφιλικές αναφορές αποπνέει μελαγχολία και ποίηση, ενώ αξιοθαύμαστη είναι η δομή της ιστορίας, ελλειπτική στην αρχή της αλλά καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της αφήγησης να γίνεται υπέροχα γοητευτική και διαυγής.

«…Τότε άρχισε να διαβάζει βιβλία καινούρια και παλιά, άλλα πληκτικά, άλλα θαυμάσια, που τα καταβρόχθιζε με την αδημονία να μάθει πως λέγονταν τα πράγματα, τι συνέβαινε πίσω από τον φράχτη και, κυρίως, τι έκαναν οι άνθρωποι μεταξύ τους. Δεν είχε άλλη δυνατότητα. Συχνά αναγκαζόταν να τα ξαναδιαβάζει, να σημειώνει τις λέξεις σε ένα τετράδιο και να τις ψάχνει στο μικρό λεξικό της. Σε λίγο καιρό μπορούσε να να ξεχωρίζει μια καράφα από ένα καρτούτσο, ένα μόνιππο από ένα λαντό, ως και να φαντάζεται τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν στη Νέα Υόρκη το 1940. Κάθε μυθιστόρημα ήταν μια πληροφορία για μια άγνωστη απεραντοσύνη και, μολονότι ήξερε πως διάβαζε μυθοπλασίες, οι δρόμοι του μίστερ Χάϊντ, το Παρίσι του Χέμινγουεϋ και ο βάλτος του Χάκλμπερρυ αποτελούσαν κομμάτια ενός πολύχρωμου κόσμου που την οδηγούσε απρόσμενες εμπειρίες, όπου τίποτα δε χαριζόταν, η ευτυχία οδηγούσε στην καταστροφή και η συμφορά στην περιπέτεια. Όλα έμοιαζαν τόσο ζωντανά και, συχνά, τόσο ακατανόητα, ώστε θυμόταν τις ιστορίες από τα βάσανα των ηρώων τους. Ο Χόλντεν Κόλφιλντ της είχε μεταδώσει τις αμφιβολίες του για τις τετριμμένες ιστορίες που διηγιόταν ο Τόμας, η γνωριμία με την Μποβαρύ την είχε βοηθήσει να είναι πιο συμπονετική με την Μπρέντα και ο Λόρδος Τζιμ διασκέδαζε με τις ενοχές της, αλλά δεν κατάφερνε να κατανοήσει ούτε τον Ρασκόλνικοφ ούτε τον Λινασέρο, ενώ σιχαινόταν τον καπετάνιο Αχαάβ. Πολλά ονόματα προστίθεντο στους φίλους και στους εχθρούς της Ρόζι από διαφορετικούς τόπους και χρόνους, και με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να ξεχωρίζει πόλεις που είχε επισκεφθεί σε άλλα βιβλία. Καθώς τις επισκεπτόταν συχνά ωστόσο, ανακάλυψε πως το κακό μπορούσε να να είναι ωραίο, το καλό άνοστο, πως ο πόνος εξευγένιζε τους εραστές και ο κόσμος σκοτωνόταν για λόγους διόλου αξιοπρεπείς, ενίοτε σπουδαίους. Είχε την αίσθηση ότι άκουγε τις φωνές πίσω από έναν ατέρμονα καταρράκτη και ότι βρισκόταν μέσα σε έναν δακτύλιο που την απομόνωνε και την κρατούσε ασφαλή σε τέτοιο βαθμό, που , ακόμα και μετά από κάμποσα χρόνια, εξακολουθούσε να πηγαίνει στην βιβλιοθήκη Χασίντο Λαγούνα σαν να διέσχιζε έναν κύκλο.»






BAS LEXTER ENSAMPLE – La vida de los Uruguayos