Πέμπτη, Απριλίου 05, 2012
posted by Librofilo at Πέμπτη, Απριλίου 05, 2012 | Permalink
Τρείς κυρίες
Πολλές αρετές και κάποια κοινά στοιχεία, παρά το εντελώς διαφορετικό της θεματολογίας τους, διέκρινα στα βιβλία 3 νέων γυναικών συγγραφέων που κάνουν με αυτά είτε την πρώτη, είτε την δεύτερη εμφάνιση στην πεζογραφία μας. Η Βασιλική Πέτσα με την σύντομη νουβέλα της «ΘΥΜΑΜΑΙ», (Εκδ. Πόλις, σελ. 89), η Τζούλια Γκανάσου με το μυθιστόρημά της, «ΟΜΦΑΛΙΟΣ ΛΩΡΟΣ», (Εκδ. Γκοβόστη, σελ.204) και η Κύπρια Μαρία Ιωάννου με την συλλογή διηγημάτων της με τίτλο, «Η ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΑ ΠΤΩΣΗ ΜΙΑΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΑΣ», (Εκδ. Γαβριηλίδη, σελ.153), νεότατες όλες, λίγο πάνω - λίγο κάτω από τα 30 τους χρόνια, με γραφή που δύσκολα θυμίζει πρωτοεμφανιζόμενο, αναδεικνύουν μέσω των κειμένων τους ένα ζοφερό κόσμο και μια απαισιοδοξία, εικόνα της μοναχικής και απρόσωπης εποχής που διανύουμε.

Το «Θυμάμαι» της Πέτσα, είναι μια «ασπρόμαυρη» νουβέλα, η οποία αφορμάται από ένα φονικό που έγινε πριν από κάποια χρόνια κοντά στις Σέρρες. Το πεδίο δράσης στο βιβλίο της Πέτσα είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό και το γεγονός είναι ο φόνος ενός γηραιού χήρου παλιού ελασίτη αντάρτη από δύο ανήλικες. Τα συμβάντα τα μαθαίνουμε μέσα από τις καταθέσεις συγγενών, γειτόνων, γονέων, κοντοχωριανών των εμπλεκομένων. Ένα καλειδοσκόπιο απόψεων, δεδομένων, υποθέσεων, φαντασιώσεων, προκαταλήψεων ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Γραφή λιτή, δωρική σαν να είναι μια κάμερα απέναντι στους ανθρώπους.

Ελληνικό μετεμφυλιακό (μετά από τόσα χρόνια οι πληγές παραμένουν ανοιχτές) τοπίο, μικροαστισμός και καταπίεση, κουτσομπολιό και αδιέξοδα, χαμένα όνειρα (;) και ψευδαισθήσεις. Τίποτα δεν εξηγείται, τίποτα δεν διευκρινίζεται, τίποτα δεν τελειώνει. Τα δύο κορίτσια φυλακίζονται, η στάση τους είναι τελείως διαφορετική. Η μικρή «σπάει» και συνεχώς μιξοκλαίει, η μεγάλη βουβή και αινιγματική, προσπαθεί να τα πάρει όλα επάνω της. Ένα ταξίδι στην Αθήνα, τα λεφτά για τα εισιτήρια, η απόπειρα βιασμού, ποιες ήταν οι αιτίες, γιατί έγινε αυτό που έγινε, δεν θα μάθουμε ποτέ – οι αφηγήσεις των 23 προσώπων που παρελαύνουν δίνουν μια κοινωνιολογική περισσότερο παρά ψυχολογική διάσταση στο θέμα. Κανείς δεν είναι αθώος, ή μάλλον είναι όλοι ένοχοι, στην νουβέλα της Πέτσα που μπορεί να μην εμβαθύνει ιδιαίτερα στο θέμα και στους χαρακτήρες, αλλά εντυπωσιάζει με την οικονομία του λόγου, την ατμόσφαιρα και την χειραγώγηση των γεγονότων σε μια ιστορία η οποία δεν διακρίνεται για την πρωτοτυπία της και που συνεχώς κάτι θυμίζει (ταινίες, βιβλία, αφόρητη πραγματικότητα…) διαβάζεται όμως μέσα σε μια ωρίτσα και σε απασχολεί πολύ περισσότερο. Ωριμότητα γραφής, που δεν περίμενα από μια τόσο νεαρή κοπέλλα – κάτι που με «ιντριγκάρει» ιδιαίτερα για την συνέχεια.

Σε διαφορετικό μήκος κύματος κινείται το σκοτεινό και εφιαλτικό «Ομφάλιος λώρος» της Γκανάσου, που είναι το δεύτερο βιβλίο της. Ένα λυρικό και ποιητικό μυθιστόρημα, μια εφιαλτική δυστοπία η οποία αποτελεί ένα αιχμηρό κοινωνικό σχόλιο για την σύγχρονη αποθέωση του σώματος και την εμμονή στη νεότητα με κάθε μέσον και τρόπο.

Τρεις άνθρωποι που ψάχνουν απαντήσεις είναι οι ήρωες του βιβλίου. Ο δρόμος που ακολουθούν είναι διαφορετικός και τα αποτελέσματα συχνά τραγικά. Η Σάντυ είναι στέλεχος μιας πολυεθνικής που εμπορεύεται την τεχνητή ανάγκη για νεότητα, υγεία, και «άψογη» εξωτερική εμφάνιση. Σε ένα άκρως ανταγωνιστικό περιβάλλον που όποιος φέρει την πιο ακραία ιδέα που μπορεί να αποφέρει γρήγορα και εύκολα κέρδη, επιβραβεύεται, το αίμα του ομφάλιου λώρου, το οποίο υπόσχεται «επιμήκυνση του χρόνου ζωής» και θα είναι το «προϊόν» το οποίο θα «απογειώσει» την εταιρεία, της δημιουργεί ηθικά και συνειδησιακά προβλήματα, τα οποία προσπαθεί να επιλύσει μέσω της σχέσης της με τον «αναχωρητή» Μάνο, που διαμένει μόνιμα στην επαρχία σε ένα αγροτικό και απομονωμένο περιβάλλον παρέχοντας πρώτες ύλες για βιολογικές καλλιέργειες. Η σχέση τους όμως από ειδυλιακή και βουκολική, θα απαιτήσει αποφάσεις από την Σάντυ και θυσίες που θα πρέπει να κάνει επαγγελματικές και προσωπικές. Από την άλλη υπάρχει ο Φίλιππος, ακροβάτης σε ένα τσίρκο ανθρώπων με σωματικές ατέλειες, ένα «freak show» (ευθεία παραπομπή στην παλιά ταινία, "Freaks" ), ο οποίος νιώθει να παραλύουν τα πόδια του και η Σάντυ προσπαθώντας να τον βοηθήσει μέσω των «προϊόντων» της εταιρείας της θα χωθεί περισσότερο μέσα στα κρυφά και ανομολόγητα παιχνίδια της πολυεθνικής.

Δεν είναι κάποια μελλοντολογική ιστορία μυστηρίου και αγωνίας, τύπου βιοτεχνολογικού θρίλερ, ούτε κάποια έμμεση έστω αναφορά στον Φρανκεστάϊν. Η συγγραφέας επιλέγει την δύσκολη λύση της εσωτερικότητας και των ποιητικών ρυθμών που κάποιους θα γοητεύσει αλλά (φοβάμαι ότι) μάλλον θα αποτρέψει τους περισσότερους αναγνώστες, οι οποίοι (λογικά) περιμένουν μια πιο «κινηματογραφική» προσέγγιση του ευαίσθητου αυτού θέματος. Η γραφή της Γκανάσου, είναι προσεγμένη και λυρική, οι εικόνες της εξαιρετικές, το βιβλίο αποπνέει ζωντάνια και οι διάλογοι είναι ωραίοι, από την άλλη υπάρχει πρόβλημα ρυθμού, διότι η ιστορία «ανοίγεται» και μετά δεν μπορεί εύκολα να συμμαζευτεί, ενώ οι τελευταίες σελίδες είναι κάπως βιαστικές αφήνοντας τον αναγνώστη με το αίσθημα του «ημιτελούς». Είναι όμως μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια, η οποία δείχνει μια συγγραφέα με πολλές δυνατότητες εξέλιξης.

Με την συλλογή διηγημάτων «Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας» της Ιωάννου, μεταφερόμαστε σε άλλο κλίμα και στυλ γραφής, περισσότερο σουρεαλιστικό και (με την δημιουργική έννοια) «πειραματικό», όπου η συγγραφέας «παίζει» με το παράλογο υποδόρεια και με φινέτσα χωρίς ευκολίες και συμβάσεις.

Τα 15 μικρά διηγήματα της συλλογής, απηχούν προβληματισμούς και χιούμορ σε καταστάσεις άλλοτε γκροτέσκες και υπερεαλιστικές για να καταλήξουν στο ομώνυμο διήγημα του μικρού τόμου, όπου παρακολουθούμε την πτώση μιας βλεφαρίδας σε «slow motion». Τον τόνο βέβαια δίνει η εισαγωγή του βιβλίου, όπου αναφέρονται οι επιρροές της συγγραφέως. Από Μπέκετ, Ιονέσκο και Τ.Μόρισον, περνάμε στον Σαίξπηρ για να φτάσουμε στις ελληνικές επιρροές με Χρηστομάνο και την (υπέροχη) «Κερένια κούκλα» του και το «Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου με τον Κάφκα να σχολιάζει «αφ’υψηλού», ενώ δεν λείπουν οι αναφορές (κάτι που περνάει "υπογείως" σε όλη την συλλογή) στην μονότονη επιμονή των συμπατριωτών της στην εισβολή του ’74.

«Γενικότερα έχω προσέξει κάτι πολύ περίεργο να γίνεται στα ράφια τον τελευταίο καιρό. Όλοι μοιάζουν να περνούν μια φάση κατάθλιψης. Αν υπήρχαν ψυχολόγοι για βιβλία θα στοίχιζαν σίγουρα μια περιουσία, αφού δεν πρέπει μόνο να γιατρέψουν τους συγγραφείς αλλά και τους χαρακτήρες τους.»

Κάποια από τα διηγήματα είναι ιδιαιτέρως αξιόλογα, κάποια είναι μάλλον αδιάφορα. Κερδίζει όμως τον αναγνώστη η γλώσσα της Ιωάννου, η οποία έχει στυλ και ωριμότητα, συγκρότηση και μέτρο, ενώ η αχαλίνωτη φαντασία και δημιουργικότητα δεν δείχνουν να ξεφεύγουν από το κοντρόλ και την φόρμα που επιλέγει – παρά την «αναρχία» που φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ο αναγνώστης καλείται να «μπεί» στον κόσμο και στην ατμόσφαιρα των διηγημάτων (που θα μπορούσαν να είναι ενιαία, ως νουβέλα), ακόμα και αν δεν το κάνει αυτό (δεν είναι το ευκολότερο πράγμα για τέτοιο είδος γραφής), δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει την ποιότητα και το μέλλον που υπάρχει στην πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέα, το οποίο (όταν επιλέξει το στυλ που της ταιριάζει περισσότερο) προοιωνίζεται εξαιρετικά ενδιαφέρον.




Hosted by kiwi6.com file hosting.
Download mp3 - Free File Hosting.

MONIKA – Not young in my youth