Σάββατο, Μαρτίου 10, 2012
posted by Librofilo at Σάββατο, Μαρτίου 10, 2012 | Permalink
Για μια χούφτα βινύλια
Περισσότερο κοινωνικό σχόλιο και λιγότερο αστυνομικό μυθιστόρημα, παρ’ότι ακολουθεί όλους του κανόνες ενός κλασσικού «who done it» βιβλίου, το πρώτο (και πολυσυζητημένο, πολυδιαβασμένο, πολυδιαφημισμένο) μυθιστόρημα της εξαιρετικής μεταφράστριας, Χίλντας Παπαδημητρίου, με τον (συμβολικό αλλά) ωραίο τίτλο, «ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΒΙΝΥΛΙΑ», (Εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 383), είναι ένα ευχάριστο και συναρπαστικό page-turner βιβλίο, που ακόμα κι αν κάποιος μπορεί να έχει αντιρρήσεις για την λογοτεχνική του ποιότητα, δεν μπορεί να μην παρασυρθεί και να μη γοητευθεί από την ζωντάνια των περιγραφών του κέντρου της Αθήνας, την ωραία μουσικοφιλία που διαπερνάει τις σελίδες του και τους χαρακτηριστικούς τύπους / ήρωες της ιστορίας.

«Άπλωσε το χέρι του να πιάσει το τσιγάρο που κάπνιζε ακόμη, αλλά η κίνησή του έμεινε στη μέση. Το βαρύ σιδερένιο τασάκι που του είχαν κάνει δώρο στα γενέθλιά του, μια μινιατούρα της ροζ Cadillac του Έλβις, προσγειώθηκε με δύναμη στο κρανίο του. Το τελευταίο πράγμα που άκουσε, πριν πάει να συναντήσει τον αγαπημένο του Χάντερ Τόμσον στην κόλαση των γραφιάδων του ροκ, ήταν μια γνωστή φωνή να τραγουδάει:

Bang!Bang! Maxwell’s silver hammer
Came down upon his head.
Bang!Bang! Maxwell’s silver hammer
Made sure that he was dead.»

Ο συλλέκτης δίσκων βινυλίου Σταμάτης Παυλίδης, δολοφονείται μέσα στο διαμέρισμά του. Όλα τα εμφανή στοιχεία δείχνουν ότι τον σκότωσε κάποιος άνθρωπος του στενού του περιβάλλοντος και οι υποψίες του νεαρού αστυνομικού Χάρη (Χαρίδημου) Νικολόπουλου, στρέφονται στην ιδιόρρυθμη «παρέα» των φανατικών του βινυλίου που περνούσαν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα από το «Rip it up», το δισκάδικο του Φώντα στην οδό Σίνα – στο όριο των «δύο κόσμων», των Εξαρχείων και του Κολωνακίου. Είναι η πρώτη υπόθεση που αναλαμβάνει ο χοντρούλης και «μαμάκιας» Χάρης και πέφτει πάνω σε γνωστούς και συγγενείς , τους οποίους έχει να δει πάνω από μια δεκαετία και που του θυμίζουν την παιδική του ηλικία. Στο δισκάδικο δουλεύει η Τατιάνα, εξαδέλφη του αγαπημένη που πέρναγαν μαζί τα καλοκαίρια τους έξω από την Ναύπακτο, ενώ ο Φώντας (ο ιδιοκτήτης και πρώην ραδιοερασιτέχνης και πολλά άλλα), ήταν σύζυγος της Σόνιας, της μεγαλύτερης αδελφής της Τατιάνας, που σνόμπαρε ανέκαθεν τον ατσούμπαλο Χάρη, αποκαλώντας τον, «Βαρύγλυκο»…

Η υπόθεση στην αρχή φαντάζει σχετικά εύκολη, αλλά σύντομα διαπιστώνεται ότι πριν από κάποιο χρονικό διάστημα και άλλος από την «παρέα» των φανατικών του βινυλίου βρέθηκε νεκρός από ακαθόριστα αίτια, ενώ μια-δυό μέρες μετά την δολοφονία του Παυλίδη, μια μοτοσυκλέττα παρασέρνει άλλον έναν συλλέκτη και τον αφήνει στον τόπο. Κοινό στοιχείο των δολοφονηθέντων ένα ξύλινο κουτί με περίεργα σχέδια και που μπορεί να περιέχει μέσα από χασίσι μέχρι καπνό για στριφτά και που βρίσκεται στα σπίτια τους. Ο Χάρης βρίσκεται μπλεγμένος, σε μια υπόθεση που του φαίνεται παράλογη, αντιμετωπίζοντας τη δυσπιστία προς τις ικανότητές του και το πρόσωπό του όχι μόνο από τους συναδέλφους του αλλά και από αυτούς που τον γνώριζαν από παλιά και οι οποίοι δείχνουν να ξέρουν κάτι παραπάνω από αυτά που του λένε ενώ μέσα από τις εμμονές και την αντίδραση προς την εξουσία των διαφόρων κολλημένων που συναντάει όλοι λίγο-πολύ του φαίνονται (ή είναι) ύποπτοι.. Συν τοις άλλοις έχει και το προσωπικό του θέμα, αφού δείχνει να ξεπερνάει την εγγενή δειλία του προς το άλλο φύλο, φλερτάροντας στενά μια ωραιότατη συνάδελφό του, την Μαρίτα, που τον βοηθάει στις έρευνες.

Η μουσικοφιλία παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο στην ιστορία. Η λατρεία των ηρώων/πρωταγωνιστών προς το βινύλιο, ο φανατισμός τους και η μονομανία τους, περιγράφονται εξαιρετικά από την συγγραφέα. Ατάκες και δίσκοι, κομμάτια από το παρελθόν, η περιφρόνηση προς τα mp3 και τις «μοντέρνες» μορφές ακρόασης, αποδεικνύονται συναρπαστικά και εισάγουν τον αναγνώστη σε ένα περίκλειστο κόσμο ανθρώπων που μπορούν να κάνουν τα πάντα για να αποκτήσουν ένα συλλεκτικό βινύλιο – όπως όλοι οι φανατικοί συλλέκτες από πίνακες μέχρι βιβλία άλλωστε.

Στα (πολύ) θετικά σημεία του βιβλίου και έξοχη ανάμιξη του αστικού τοπίου στην εξέλιξη της ιστορίας. Το κέντρο της Αθήνας, οι περιοχές γύρω από την πλατεία Εξαρχείων, η «no man’s land» που καθορίζεται από την οδό Σίνα, τα ταβερνάκια στα Πετράλωνα, η κίνηση στους δρόμους, παίρνουν ζωή μέσα από την σπιντάτη και ρυθμική γραφή της Παπαδημητρίου. Μπορεί κάποιες στιγμές, οι συνεχείς αναφορές (σαν να διαβάζεις Αθηνόραμα), σε ζαχαροπλαστεία και μενού κουτουκιών να κουράζουν αλλά δεν ενοχλούν, διότι δεν γίνονται με τρόπο κάποιας αφελούς επίδειξης αλλά εντάσσονται έξυπνα μέσα στην κατασκευή του puzzle.


Η Παπαδημητρίου δεν αποφεύγει τις λογοτεχνικές και κινηματογραφικές αναφορές – μάλλον τις επιδιώκει. Ο τίτλος του βιβλίου θυμίζει Σέρτζιο Λεόνε, ο αστυνόμος Νικολόπουλος είναι ένας νεαρός Χαρίτος (του Μάρκαρη), το έγκλημα θυμίζει Γιάννη Μαρή, η μουσικοφιλία τα μυθιστορήματα του Nick Hornby. Όλα αυτά είναι συμπαθητικά και παιχνιδιάρικα , αν και η δοσολογία δεν είναι πάντοτε ακριβής και καμμιά φορά το συνεχές «κλείσιμο του ματιού» γίνεται τικ.
Υπάρχουν πολλά κλισέ, που καλύτερα θα ήταν να αποφεύγονταν (αν και μάλλον αυτό είναι (τελικά) αναπόφευκτο για κάθε αστυνομική ιστορία). Όλοι είναι καλοί – δύσκολα θα αντιπαθήσεις κάποιον από τους ήρωες, οι γυναίκες είναι όλες (μα όλες) εναλλακτικές και υπέρ της υγιεινής διατροφής, από την («eat,pray,love») πανέμορφη και αινιγματική Σόνια, την «σιγανοπαπαδιά» συναισθηματική Τατιάνα, (ωραίο το εύρημα με το εφηβικό ημερολόγιο), έως την (σχεδόν τέλεια για να είναι αληθινή) αστυνόμο Μαρίτα. Οι ανδρικοί χαρακτήρες, όλοι «αιώνιοι έφηβοι» (δείγμα γυναικείας λογοτεχνίας), που οι καιροί τους έχουν προσπεράσει, με τα μουσικά κολλήματά τους (ακόμα και ο «χλιαρός και ξενέρωτος» Χάρης, που μόνο συλλέκτη δεν τον λές, έχει μανία με τους Beatles), αντιφατικοί και ενδιαφέροντες, μπορεί να μένουν ανολοκλήρωτοι λογοτεχνικά αλλά αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της «φυλής των συλλεκτών βινυλίου» με τους δικούς τους κώδικες και την δική τους γλώσσα.

Η νοσταλγία κυριαρχεί στο μυθιστόρημα. Συνεχείς αναφορές σε μουσικούς και συγκροτήματα, άρωμα δεκαετιών ’70 και ’80, πράγματα που στους νέους αναγνώστες μπορεί να φανούν εξωτικά αλλά σε κάποιους να τους ξυπνήσουν αναμνήσεις και να τους θέλξουν. Η Παπαδημητρίου σε ένα μυθιστόρημα που δεν θυμίζει πρωτόλειο – δείγμα της εμπειρίας της στον λογοτεχνικό χώρο – κερδίζει το στοίχημα με τον αναγνώστη, ο οποίος στο τέλος θα παραβλέψει την χαλαρή αστυνομική υφή, το μπουρδουκλωμένο φινάλε, τις συνεχείς επαναλήψεις εκφράσεων και καταστάσεων, γοητευμένος από την βόλτα στο κέντρο της πόλης και από τους «ατίθασους» χαρακτήρες της ιστορίας που δύσκολα υποτάσσονται σε κανόνες.




Hosted by kiwi6.com file hosting.
Download mp3 - Free File Hosting.

JIM CAPALDI – Don’t let them control you