Παρασκευή, Απριλίου 15, 2016
posted by Librofilo at Παρασκευή, Απριλίου 15, 2016 | Permalink
Το μοτίβο του δολοφόνου
Με ένα σκληρό αστυνομικό μυθιστόρημα, το τρίτο του κατά σειράν, επανέρχεται ο Γρηγόρης Αζαριάδης (Αθήνα, 1951). Το καινούργιο του βιβλίο “ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ” (Εκδ. Γαβριηλίδης, σελ.465), είναι αρκετά διαφορετικό από τα προηγούμενα δύο (Παλιοί λογαριασμοί” (2012), και,  Η τελευταία παράσταση της Μαρίνας Φιλίππου (2013) ), τα οποία είχαν την μορφή νουάρ της πόλης με αρκετές αρετές αλλά και αδυναμίες, στοιχεία που βρίσκουμε και στο νέο βιβλίο με κάποιες διαφορές όμως, όπως θα δούμε παρακάτω.


Στο “Μοτίβο του δολοφόνου”, με ηρωίδα - όπως και στο προηγούμενο του βιβλίο - την αστυνόμο Τρύπη (ακόμα ωραιότερη, περισσότερο sexy), ο Αζαριάδης ακολουθεί μια πορεία που δείχνει να του πηγαίνει καλύτερα, ως προς την εξέλιξη και την διαμόρφωση της ιστορίας που αφηγείται, είναι περισσότερο συγκεντρωμένος στην λύση του γρίφου που παραθέτει, ενώ έχουν λείψει οι πολλές (και περιττές) πολιτικές αναφορές στην τρέχουσα κατάσταση. Η Αθήνα του “Μοτίβου...” υπάρχει ως φόντο, ενώ η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της κρίσης αιωρείται μεν, αλλά δεν δεσπόζει στην εικόνα.

Ένας κατά συρροήν δολοφόνος, αναστατώνει την Αθήνα, ακολουθώντας ένα συγκεκριμένο μοτίβο δολοφονιών, οι οποίες δεν δείχνουν να συνδέονται μεταξύ τους και είναι ιδιαίτερα βίαιες. Ο δολοφόνος εκτελει (στην κυριολεξία) τα θύματά του, πάντα κοντά στα μεσάνυχτα, με 8 σφαίρες πάντα, 3 πυροβολισμοί στους μηρούς, 2 χαμηλά, στην  κοιλιά, δύο στο στήθος, και μια σφαίρα στο κεφάλι σαν χαριστική βολή. Τα θύματα περπατάνε πάντα μόνα, σε κάποιον ήσυχο δρόμο μιας συνοικίας, είτε γυρίζοντας σπίτι τους από κάποια διασκέδαση, είτε βαδίζοντας προς το παρκαρισμένο αυτοκίνητό τους, είτε κάνοντας jogging, είτε πηγαίνοντας σε κάποιο ραντεβού. Τα όπλα που χρησιμοποιούνται κάθε φορά είναι διαφορετικά και κάποιες, όχι ιδιαίτερα αξιόπιστες μαρτυρίες μιλάνε για έναν ψηλό και αδύνατο άντρα που φοράει φούτερ με στάμπα και έχει την κουκούλα στο κεφάλι του. Τα θύματα δεν έχουν προλάβει να αντιδράσουν, δέχονται τους πυροβολισμούς αιφνιδιαστικά και δεν υπάρχει σε καμία των περιπτώσεων κάποιος (έστω και στο ελάχιστο) ύποπτος από το περιβάλλον τους. Οι ζωές τους δεν διακρίνονται από εντάσεις και δεν έχουν καλλιεργήσει έχθρες ή αντιπαλότητες που να δικαιολογούν εκδίκηση ή κάτι παρόμοιο.

Η κατάσταση περιπλέκεται όταν στις ενέργειες του, το "Τμήμα Εγκλημάτων κατά ζωής και προσωπικής ελευθερίας", ψάχνοντας για παρεμφερείς ενέργειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενημερώνεται από την Ολλανδική αστυνομία ότι πριν από μερικά χρόνια έδρασε στο Ρότερνταμ, ένας αυθεντικός σίριαλ κίλερ διαπράττοντας 10 φόνους σχεδόν με τον ίδιο τρόπο όπως ο τύπος με την κουκούλα, και προς έκπληξη της Τρύπη και της ομάδας της, ο δολοφόνος αυτών των στυγερών εγκλημάτων ήταν Έλληνας που ονομαζόταν Καρλής. Η Ολλανδική αστυνομία όμως φρόντισε αμέσως να διαλύσει τις ελπίδες των ελλήνων συναδέλφων τους, ανακοινώνοντάς τους ότι ο Καρλής ήταν νεκρός μετά από ενέδρα, οπότε μόνο σε περίπτωση νεκρανάστασης θα μιλούσαμε για το ίδιο άτομο. Η Τρύπη μαθαίνοντας τα στοιχεία του έλληνα σίριαλ κίλερ και ερευνώντας ανεξιχνίαστες δολοφονίες στην Αθήνα της δεκαετίας του 90 βρίσκει παρόμοιες δολοφονίες, δηλαδή με το ίδιο μοτίβο, όπως αυτές της Ολλανδίας. Ο Profiler (ο ειδικός αναλυτής που εξετάζει τέτοια μοτίβα), που συμβουλεύεται το Τμήμα Εγκλημάτων, είναι σαφής, έχουμε την περίπτωση ενός ιδανικού μιμητή του Καρλή, ο οποίος είχε πρόσβαση με κάποιο τρόπο στο ημερολόγιο του ειδώλου του, ακολουθώντας το ίδιο μοτίβο, την ίδια μεθοδολογία απλώς προσθέτοντας την χαριστική βολή ως προσωπική υπογραφή. Η υπόθεση εμπλέκεται όλο και περισσότερο καθώς οι δολοφονίες συνεχίζονται, το κλίμα τρόμου στην Αθήνα αυξάνεται και οι έρευνες δείχνουν αδιέξοδες.

Η ταυτότητα του δολοφόνου θα διαφανεί στις τελευταίες 5-6 σελίδες, το δε όνομά του, θα αναφερθεί μόνο στην τελευταία παράγραφο. Ο Αζαριάδης "παίζει" με την φαντασία του αναγνώστη, βάζοντάς του γρίφους σε μια πολύ ενδιαφέρουσα κλασσική  whodunnit ιστορία, που διαβάζεται ευχάριστα και με αρκετές δόσεις σασπένς, αν δεν υπήρχαν οι ατελείωτες και εν πολλοίς αδιάφορες παρεμβολές στη δράση με δεκάδες ατυχέστατες και ανούσιες παρομοιώσεις που διασπούν τον ρυθμό και την προσοχή στην αγωνία της ιστορίας.

Παρομοιώσεις όπως : "Ξαπλωμένο ανάσκελα το γυμνό κορμί της Πετρίδου έφερε καθαρά ίχνη της λεηλασίας που είχε υποστεί στο πέρασμα του χρόνου από πολυάριθμα βαρβαρικά φύλα: Οστρογότθους, Βησιγότθους και βάλε..." ή "Οι δύο υπαστυνόμοι, χωρίς χρονοτριβή, την έπεσαν στο ταψί καταβροχθίζοντας την υπόλοιπη πίτα. Για τα επομενα λεπτά, τα υπόκωφα βογγητά τους παρέπεμπαν σε αλλεπάλληλους οργασμούς καθωσπρέπει γεροντοκόρης συνουσιαζόμενης έπειτα από πολύχρονη περίοδο ξηρασίας" (ναι, δεν κάνω πλάκα), όπως "Από το βάθος ξεμύτισε η ιδιοκτήτρια του καταστήματος μια κοντή παχουλή σαραντάρα, με μαύρη θεόστενη φούστα, που πάσχιζε επί ματαίω να τιθασεύσει τις ευρείες κάτω περιφέρειες. Ήταν ο τύπος της γυναίκας που με μεγάλη ευχαρίστηση θα τραβούσε στο πλάι το κιλοτάκι, θα καθόταν στη μύτη του Πινόκιο και θα ψιθύριζε στο αυτί του: "Πες μου κι άλλα ψέματα, μικρούλη μου...", ενώ οι γυναίκες, σαραντάρες σούπερ αισθησιακές με μαύρα sexy εσώρουχα, στήθος στητό και να προβάλλει, έτοιμες για όλα κυριαρχούν στο κείμενο (ας μη λησμονούμε ότι κι η αστυνόμος Τρύπη, η ηρωίδα του Αζαριάδη έχει αυτά τα χαρακτηριστικά) - χαρακτηριστικά αναφέρω, μια από τις παρομοιώσεις στο βιβλίο που "σκοτώνουν": "Το βαρύ σφιχτό κορμί των σαραντακάτι Ιουλίων ήταν τόσο κραυγαλέα αισθησιακό, που θα ανάγκαζε τη Μόνικα Μπελούτσι να φύγει εκνευρισμένη από όποιο πάρτι έπεφτε πάνω της."

Αντιλαμβάνομαι ότι οι σκληρές αστυνομικές ιστορίες υπακούν στους άγραφους και μη κανόνες του είδους με στερεοτυπικές καταστάσεις και ο κάθε συγγραφέας έχει τα δικά του μονίμως επαναλαμβανόμενα από βιβλίο σε βιβλίο κλισέ, όπως η κατανάλωση καφέδων και λοιπών αρτοπαρασκευασμάτων από τους (πολύ ανθρώπινους) υπηρέτες του νόμου, αναρωτιέμαι όμως αν, οι επαναλαμβανόμενες σαν mantra φράσεις όπως "modus operandi", το κλείσιμο ματιού στον "υποψιασμένο αναγνώστη" με ονόματα ανθρώπων του ποδοσφαίρου (πάντα ερυθρόλευκης προέλευσης ή συμπάθειας) ατάκτως ερριμένα στην ιστορία, όπως Νοβοσέλατς, Καρπετόπουλος, Πανούτσος ή διεθνών προσωπικοτήτων του αθλήματος όπως Φαν Χάαλ (προπονητής της Manchester Utd - έτερης αγάπης του συγγραφέα), προσθέτουν ή αφαιρούν στην απόλαυση του κειμένου - τείνω προς το δεύτερο.

Το "Μοτίβο του δολοφόνου" κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι το τέλος αλλά το μυθιστόρημα γενικότερα, θα ήταν πιο σφιχτοδεμένο και θα λειτουργούσε καλύτερα αν έλειπε τουλάχιστον το 1/3 του, κάπου δηλαδή 150 σελίδες - κάτι που διακρίνω και σε όσα αστυνομικά μυθιστορήματα Σκανδιναβών συγγραφέων έχω διαβάσει, που απ' ότι αντιλαμβάνομαι αποτέλεσαν "οδηγό" για το παρόν βιβλίο. 
Η έρευνα που έχει κάνει ο Αζαριάδης, στα πραγματολογικά στοιχεία είναι εμφανής και εντυπωσιακή, το προφίλ του "ψυχωσικού" δολοφόνου είναι ακριβέστατο και δείχνει να έχει πετύχει απόλυτα ο συγγραφέας σ'αυτό, αλλά θεωρώ ότι οι πολλές λεπτομέρειες πάνω στις βαλλιστικές αναφορές κλπ, μπορεί να ταιριάζουν σε σειρές όπως το CSI (για όσους βέβαια, όπως ο γράφων δεν τις θεωρούν ιδιαίτερα βαρετές), αλλά δεν προσδίδουν κάτι στην (έτσι κι αλλιώς ενδιαφέρουσα) πλοκή, επίσης η φλυαρία (κάτι που αναφέρω και για τα προηγούμενα βιβλία του συγγραφέα) και η κατάχρηση αποσιωπητικών είναι συνεχώς παρόντα, χαλώντας τις εντυπώσεις και στερώντας από ένα βιβλίο που έχει όλες τις προδιαγραφές να είναι πολύ καλό, την αίσθηση της αναγνωστικής απόλαυσης και ικανοποίησης.







 



2 Comments:


At 16/4/16 15:31, Blogger Πατριάρχης Φώτιος

Όντως γερό αστυνομικό με στιβαρή πλοκή και σασπένς,
αλλά και γεμάτο κλισέ, τυποποιημένες εικόνες και μονόπλευρες (παραλογοτεχνικές) ευκολίες.
Καλησπέρα, Librofilo.
Έχουμε καιρό να τα πούμε.
Πατριάρχης Φώτιος

 

At 16/4/16 20:39, Blogger Librofilo

Και εμφανή έλλειψη επιμέλειας. Πάντως έχει πολλά καλά στοιχεία όπως επισημαίνεις.