Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Φεβρουαρίου 17, 2016 | Permalink
Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου
Η ιστορία ενός τόπου, η ιστορία μιας οικογένειας, η ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Είναι ο καμβάς για το στήσιμο του καινούργιου μυθιστορήματος της ικανότατης και ιδιαίτερα ταλαντούχας (βραβευμένης) συγγραφέως και (βραβευμένης) μεταφράστριας, Μαρίας Ξυλούρη (Κρήτη,1983), με τον περίεργο τίτλο “Η ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΒΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΛΙΓΡΑΦΟΥ” (Εκδόσεις Καλέντη, 296 σελ.). Ένα πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο βιβλίο, φτιαγμένο με ετερόκλητα υλικά, τα οποία συνθέτουν ένα σαγηνευτικό και ιδιόμορφο σύνολο, το οποίο δεν μπορείς να το κατατάξεις κάπου καθώς ατίθασο όπως είναι ξεγλιστράει συνέχεια.

Το μυθιστόρημα που ξεκινάει με γερές δόσεις μαγικού ρεαλισμού, αφηγείται την ιστορία της οικογένειας Ραγκούδη και την επιστροφή της στο Νιόφυτο, ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας. Οι Ραγκούδηδες όμως δεν είναι μια συνηθισμένη οικογένεια. Ο Λουκάς Ραγκούδης έκανε όργια κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου, με συνέπεια στο χωριό να αποκτήσει το προσωνύμιο “το τέρας”. Μεγάλωσε τους δύο γιούς του σε ένα νησί που μετακινείται συνεχώς στο πέλαγο, μακριά από τον τόπο που έδρασε. Όλα όμως μαθαίνονται και ο πρωτότοκος γιος του, που θέλει να τον φωνάζουν μόνο με το επώνυμο, όταν πληροφορείται το ποιόν του πατέρα του, του κόβει τέσσερα δάχτυλα (δύο από κάθε χέρι) – ποινή που ο παθών δέχεται αδιαμαρτύρητα, και τον κλείνει σε ένα δωμάτιο. Ο Ραγκούδης παντρεύεται μια αλαφροΐσκιωτη νησιώτισσα και μαζί με τον αδερφό του, τον Ιάκωβο αποφασίζουν να επιστρέψουν στο Νιόφυτο, και να κάνουν μια νέα αρχή για την οικογένεια εκεί.

Λίγες ώρες αργότερα, πήρε το μαχαίρι κι έκοψε τα δάχτυλα του πατέρα του. Ότι έχουν κάνει αυτά τα χέρια. Αρκέστηκε σε τέσσερα δάχτυλα γιατί τον τρόμαζε η ιδέα ότι θα ήταν ικανός για περισσότερα. Σκότωσαν γυναίκες, παιδιά. Υπήρχε μέσα του εκείνο το πλάσμα που αγαλλίαζε με τη μυρωδιά του αίματος, την όψη του. Έδειξαν με το δάχτυλο αθώους κι ένοχους. Με το μαχαίρι στα χέρια το είχε καταλάβει πως μπορούσε να τον σκοτώσει και τότε θα ενώνονταν τα αίματα και δεν θα ήξερε που σταματούσε ο πατέρας του και που άρχιζε αυτός. Κουβαλούσε τρόπαιο τα δάχτυλα των σκοτωμένων. Δεν ήθελε, επειδή αυτή τη λίγη διαφορά που πίστευε ότι είχε απ'τον πατέρα του θα την έχανε αν τον σκότωνε. Ό,τι έχουν κάνει αυτά τα χέρια. Ούτε ήθελε ν'ακουμπήσει άλλους ανθρώπους με χέρια που είχαν σκοτώσει άνθρωπο. Ό,τι έχουν κάνει αυτά τα χέρια, το έκαναν για σένα. Για τον αδελφό σου. Για τη μάνα σου. Για να είστε ευτυχισμένοι.

Με την επιστροφή τους όμως, ξεσπάει μια νεροποντή που κρατάει δεκατρείς ημέρες και μετά από αυτήν, το Νιόφυτο βουλιάζει και γλιστράει προς την ακτή. Το μόνο σπίτι που μένει ακέραιο, είναι της οικογένειας Ραγκούδη και αυτοί είναι οι μόνοι πλέον κάτοικοι του ρημαγμένου τόπου. Κάποιοι κάτοικοι θάβονται κάτω από τη λάσπη, οι περισσότεροι όμως ξαναφτιάχνουν το “νέο Νιόφυτο” δίπλα στην θάλασσα. Ο Ραγκούδης με την σύζυγό του και το παιδί που μόλις έχει γεννηθεί, τον Αδαμάντιο, και ο έγκλειστος πατέρας στην ιδιότυπη φυλακή του θα είναι οι "φύλακες" του εξαφανισμένου πλέον από τον χάρτη, τόπου. Ο Ιάκωβος και η γυναίκα του θα φύγουν, θα γυρίσουν στο νησί που ταξιδεύει συνεχώς. Και ο Ραγκούδης θα φτιάξει τις δημοτικές βρύσες στο παλιό (πλέον) χωριό – 9 όσες και οι ψυχές που κατέδωσε σε μια σπηλιά που είχαν καταφύγει ο πατέρας του - , ενώ με τον μικρό Αδαμάντιο θα ασχοληθούν με την γλυπτική πτηνών, άλλα ξυλόγλυπτα, άλλα από γυαλί, άλλα συρμάτινα διάσπαρτα αφημένα μέσα στο κτήμα της οικογένειας.

Ο Αδαμάντιος, το αποκαλούμενο “φτερωτό αγόρι”, - από τον Κλωντ και την Μάγκι, που ήρθαν για τουρισμό και αγάπησαν τον τόπο, τόσο ώστε, να επιστρέφουν κάθε καλοκαίρι - θα γίνει πραγματικός γλύπτης πτηνών. Θα εξελίξει την τέχνη του πατέρα του αλλά μια βαριά ασθένεια στην παιδική του ηλικία, έχει σημαδέψει τη ζωή του. Θα σωθεί από μια γυναίκα θεραπεύτρια με ένα βαρύ τίμημα για όλη την οικογένεια. Ο Αδαμάντιος – ο “Καλλιγράφος” του τίτλου του βιβλίου - θα σπουδάσει αρχιτέκτων, αλλά δεν θα κατασκευάσει κανένα κτίριο, θα επιστρέφει κάθε καλοκαίρι στο χωριό, αλλά κανείς δεν θα ξέρει τι κάνει τον χειμώνα, θα πολιτευτεί, εκπρόσωπος του δικού του κόμματος που δεν θα πάρει ποτέ την ψήφο του, θα πρεσβεύει τον θάνατο όσων περνάνε τα 45 και θα αποκτήσει την φήμη του “σαλού” - πανέμορφος και αινιγματικός μέσα στην μοναξιά του.

Από την άλλη, το χωριό, το νέο Νιόφυτο αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Ο τουρισμός θα το μετατρέψει σε τόπο αναψυχής, η άναρχη δόμηση θα το καταστρέψει και η κρίση θα το αποτελειώσει. Κόσμος που την βγάζει στα καφενεία, νέοι που προσπαθούν να βρουν δουλειά στις μεγαλουπόλεις και γυρίζουν μετά από χρόνια άπρακτοι. Ιστορίες ανθρώπων που πέρασαν από το χωριό και αυτοκτόνησαν ή σκοτώθηκαν με περίεργο τρόπο.

Χωρισμένο σε δύο ουσιαστικά μέρη το βιβλίο, από τη μια η ιστορία της οικογένειας Ραγκούδη, από την άλλη η εξιστόρηση της ανάπτυξης του Νιόφυτου και οι μικροιστορίες ανθρώπων, έχει πρόβλημα συνοχής και δεσίματος. Ο αναγνώστης αισθάνεται σαν να διαβάζει δύο βιβλία, μια στιβαρή οικογενειακή ιστορία αίματος, ελεγειακή και σπαρακτική και ένα μυθιστόρημα με χαλαρή δομή το οποίο συνεχώς ξεφεύγει από το κέντρο του. Όλα αυτά είναι πολύ ενδιαφέροντα και με την ικανότητα της συγγραφέως στην δημιουργία ατμόσφαιρας και κλίματος, πολύ ελκυστικά, αλλά κάπου μπερδεύουν καθώς αλλάζει συνεχώς ο ρυθμός.

Ο μαγικός ρεαλισμός που είναι έντονος και σαφής στην αρχή, εναλλάσσεται με δόσεις ρεαλισμού και καθημερινότητας, ενώ η ιστορία της χώρας υπάρχει συνεχώς ως φόντο καθώς βλέπουμε τις αλλαγές στον τόπο που από καθαρά αγροτικός μετατρέπεται σε ένα χώρο παροχής υπηρεσιών, τις αλλαγές στους ανθρώπους που αλλάζουν τις συνήθειές τους, τον τρόπο ζωής τους.
Η συγγραφέας, παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο, επιλέγοντας να αποφορτίσει το πρώτο μέρος, με την δραματική οικογενειακή ιστορία (η οποία λειτουργεί εξαιρετικά απο μόνη της ως μια στέρεα ηθογραφία), “ανοίγοντας” το θέμα της, από το “ειδικό” στο “γενικό” σαν μια κινηματογραφική κάμερα που ξεφεύγει από την “γκρο πλαν” αφήγηση και απλώνεται πανοραμικά παρακολουθώντας τις ζωές των κατοίκων, απογόνων του παλιού Νιόφυτου, τις αλλαγές στον τόπο.

Είναι το πρώτο βιβλίο της Ξυλούρη που φεύγει από τον αστικό χώρο των δύο προηγούμενων μυθιστορημάτων της και εκτυλίσσεται στην επαρχία, πιο συγκεκριμένα στην βόρεια Ελλάδα, (μυθιστορηματικό πλαίσιο των ιστοριών της Ζυράννας Ζατέλη) κάτι που ευνοεί την δημιουργία ενός μυστηριώδους και ομιχλώδους κλίματος, η δε αίσθηση ασφυξίας που είναι ευδιάκριτη και συνεχής στα προηγούμενα βιβλία της, συνεχίζεται και στο παρόν με δημιουργικό και πειστικό τρόπο.

Τα μικρά ή μεγάλα δράματα που εκτυλίσσονται στις σελίδες της Ξυλούρη, δεν επηρεάζουν την πορεία του Νιόφυτου προς την καταστροφή συντείνουν δε περισσότερο στην δημιουργία της κατάλληλης ατμόσφαιρας. Γυναίκες αλαφροΐσκιωτες και μάγισσες, δυναμικές και με προσωπικότητα, σε αντίθεση με τους άντρες-ήρωες της Ξυλούρη που είναι οι περισσότεροι (αν όχι όλοι) αδύναμοι και άβουλοι, χαμένοι σε ένα κόσμο ανίας και αφασίας. Ο κεντρικός χαρακτήρας Αδαμάντιος, είναι γοητευτικός αλλά παραμένει μυστηριώδης καθ'ολη τη διάρκεια της αφήγησης, ένας άνθρωπος που κουβαλάει την κληρονομιά του αίματος, (το οικογενειακό βαρύ φορτίο) η οποία μεταβιβάζεται απο γενιά σε γενιά.

"Είναι επειδή σαρώνεται επιτέλους αυτή η οικογένεια, αυτή η σκιά, ο άνθρωπος που έφτιαχνε φαντάσματα, ο γιος του που έφτιαχνε πουλιά, η γυναίκα του που έφτιαχνε τριαντάφυλλα και πηχτά χαμόγελα, και δεν μπορούσαμε κανέναν τους να εξηγήσουμε, μα τώρα τους χάσαμε και δεν χρειάζεται να συνεχίσουμε την προσπάθεια."

Το ευφάνταστο και ευφυές μυθιστόρημα της Ξυλούρη, είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να είναι δύο συμπαγέστατες νουβέλες, και ίσως να λειτουργούσε καλύτερα έτσι (τουλάχιστον στα δικά μου μάτια). Είναι γοητευτικό λόγω της ωραίας γλώσσας και των επιδράσεων της ξένης λογοτεχνίας στην γραφή της συγγραφέως αλλά και (ίσως το σημαντικότερο απ'όλα), πολύ ενδιαφέρον και γεμάτο χιούμορ και ευστροφία, το οποίο είναι ανοιχτό στον αναγνώστη να δώσει την δική του ερμηνεία - κατόρθωμα που το θεωρώ περισσότερο σημαντικό από το να γράψει κάποιος ένα "τέλειο" αλλά ψυχρό αριστούργημα.