Πέμπτη, Απριλίου 28, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Απριλίου 28, 2016 | Permalink
Βερονάλ
Περισσότερο λογοτεχνικό δοκίμιο παρά μυθιστορηματική βιογραφία, το πολύ ενδιαφέρον “ΒΕΡΟΝΑΛ”, του Τάκη Θεοδωρόπουλου (Αθήνα, 1954), (Εκδ.Μεταίχμιο, σελ.163), είναι ένα αφήγημα, το οποίο έχει ως κεντρικό άξονα (και ήρωα) τον φιλόλογο Ιωάννη Συκουτρή. Με αφορμή την αυτοκτονία του ήρωά του, στην Κόρινθο το 1937 σε ηλικία μόλις 36 ετών, ο έμπειρος συγγραφέας ισορροπεί αρκετά επιτυχημένα επιλέγοντας τον δύσκολο δρόμο της απεικόνισης μιας ολόκληρης εποχής σε ένα πυκνογραμμένο κείμενο.


Γεννημένος κοντά στη Σμύρνη, το 1901 ο Ιωάννης Συκουτρής από πάμπτωχη οικογένεια, είναι ένα χαρισματικό παιδί με ιδιαίτερη κλίση στη μελέτη των Αρχαίων. Κλεισμένος στο αναγνωστήριο της Ευαγγελικής σχολής, μελετάει τους Αρχαίους και γοητεύεται από τον Πλάτωνα, τα κείμενα του οποίου, θα αποτελέσουν τον φάρο προς τον οποίο θα κινηθεί στην υπόλοιπη ζωή του. Ντρέπεται για την κοινωνική του θέση, για την αγροτική περιοχή στην οποία ζει, για την στάνη από την οποία βιοπορίζεται ο πατέρας του, ντρέπεται για την εμφάνισή του, καθώς είναι τυφλός από το ένα μάτι εκ γενετής. Μόνο στη βιβλιοθήκη της Σχολής του βρίσκει την ηρεμία που επιθυμεί.

Η πυκνότητα του χρόνου είναι εντυπωσιακή στην σύντομη ζωή του Ι.Συκουτρή.  Θα σπουδάσει στην Αθήνα και στο Βερολίνο. Θα διδάξει από μικρός και σύντομα θα θεωρείται από την Πανεπιστημιακή κοινότητα ως κάτι ιδιαίτερο και εξαιρετικό παρά την πολεμική που θα δεχθεί στην συνέχεια από τους συναδέλφους του. Η οικογένειά του θα έρθει στην Αθήνα μετά την Μικρασιατική καταστροφή, χωρίς τον πατέρα που είχε πέσει νεκρός. Η αποξένωσή του όμως από το μικρό χαμόσπιτο της Κοκκινιάς που θα καταλύσουν, θα συνεχιστεί. Όπως θα συνεχιστούν και οι ερωτικές του αποτυχίες καθώς ο λόγος του γοητεύει τις φοιτήτριές του (“αδερφές του” όπως τις αποκαλεί), με τις οποίες διατηρεί συνεχή αλληλογραφία, αλλά μάλλον η εμφάνισή του τις απωθεί. Όπως θα συνεχίζεται η βασανιστική του αϋπνία, την οποία καταπολεμάει με δόσεις “Βερονάλ” του υπνωτικού της εποχής και μεγάλες πεζοπορίες σε όλη την Αττική.

Θα παντρευτεί αλλά δεν θα μπορέσει να κάνει οικογένεια. Θα είναι σε μόνιμη κόντρα με την πανεπιστημιακή κοινότητα, αλλά θα κάνει τα πάντα για να εισέλθει σ' αυτήν ως καθηγητής. Βαθιά Πλατωνιστής και Νιτσεϊστής, θα πιστέψει στον Εθνικοσοσιαλισμό, και θα δει στο πρόσωπο του Ι.Μεταξά έναν ηγέτη ο οποίος θα αναγεννήσει τη χώρα, αλλά ένα ταξίδι του στο Βερολίνο του Χίτλερ θα τον φέρει αντιμέτωπο με την στρατοκρατία που κυριαρχεί στο Ναζιστικό καθεστώς, και θα κατανοήσει το αληθινό πρόσωπο του αρχαιολάτρη Φύρερ.

Με την μετάφραση και την επιμέλεια της έκδοσης του “Συμποσίου” του Πλάτωνα, η φήμη του θα εκτοξευθεί, αλλά και η πολεμική εναντίον του θα πυκνώσει. Ως και σωματεία σαμαροποιών και κουλουροποιών θα συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της μετάφρασης η οποία επαινείται απο τους σοβαρούς μελετητές ενώ τυγχάνει και της στήριξης από την πολιτεία, αλλά η θέση του μόνιμου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο δεν θα έρθει, ενώ και οι συκοφαντίες περί ομοφυλοφιλίας διογκώνονται. Ο Ιωάννης Συκουτρής θα μεταβεί χωρίς λόγο στην Κόρινθο και εκεί σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, θα βρεθεί νεκρός από υπερβολική χρήση Βερονάλ. Η διάγνωση του ιατροδικαστή δεν έδειχνε πουθενά αυτοκτονία. Θα ήταν ντροπή για το καθεστώς να αυτοκτονήσει κάποιος από τους διανοούμενους που το υποστήριζαν. Ήταν μόλις 36 ετών και είχε καταφέρει τόσα πολλά αλλά και τόσα λίγα σε σχέση με αυτά που θα μπορούσε να δώσει στο μέλλον – αν δεν είχε μπλέξει βέβαια με τον δωσιλογισμό κατά τη διάρκεια της Κατοχής, πράγμα πολύ πιθανόν λόγω του ιδεολογικού του προσανατολισμού.

"Ένας από τους λόγους που με ώθησαν να γράψω αυτό το αφήγημα είναι ότι ο πρωταγωνιστής του, περιώνυμος αυτόχειρας της Ελλάδας του εικοστού αιώνα, ενσαρκώνει μια από τις πτυχές της νεοελληνικής συλλογικής συνείδησης. Επιστήμη ή τέχνη, η φιλολογία υπήρξε ο πυλώνας που συνέδεσε το εύθραυστο οικοδόμημα της σύγχρονης Ελλάδας με το στερέωμα της κλασικής αρχαιότητας, τη γεννήτρια του πνευματικού της ρεύματος"

Στο βιβλίο του ο Θεοδωρόπουλος, δεν εξετάζει τόσο πολύ τη ζωή του Συκουτρή. Στέκεται αποστασιοποιημένα απέναντί του και μας δίνει ορισμένα σημαντικά στοιχεία του βίου του, και κάποια μυθοπλαστικά. Η επιλογή του είναι να μη κάνει μια μυθιστορηματική βιογραφία ή κάτι παρόμοιο, αλλά περισσότερο ένα μεταμοντέρνο ιστορικό δοκίμιο όπου τα όρια της μυθοπλασίας και της έρευνας συμβαδίζουν αρμονικά. Αυτό το πετυχαίνει (και χάριν της λογοτεχνικής του εμπειρίας) σε σημαντικό βαθμό, δείχνει όμως να χάνει το παιχνίδι στην σκιαγράφηση της προσωπικότητας του ήρωά του, ο οποίος παραμένει μυστηριώδης και ανεξιχνίαστος καθ'όλη τη διάρκεια του βιβλίου. Αντιφατικός και ιδιόρρυθμος, ο Συκουτρής του Θεοδωρόπουλου δεν βγάζει την τραγικότητα και την υπαρξιακή αγωνία που περίμενα, παραμένει ξένος, ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα κι όχι κάτι ζωντανό.

Ο Θεοδωρόπουλος αναπλάθει άψογα την ατμόσφαιρα της εποχής, το βιβλίο του έχει ρυθμό και δομή. Περισσότερο ενδιαφέρεται για την γλώσσα, τον ιστορικό χρόνο, τις πανεπιστημιακές διαμάχες, την σχέση των νεοελλήνων με την αρχαιότητα, τον βαθύ συντηρητισμό και μικροαστισμό της κοινωνίας που είναι έτοιμη να αντιδράσει στο διαφορετικό, στο πρωτοποριακό απ'όπου κι αν προέρχεται αυτό, την αρχοντοχωριάτικη μιζέρια και τις λοβιτούρες των κυκλωμάτων σε κάθε πεδίο. Αποφεύγει να ασχοληθεί με τις πολιτικές θέσεις του Συκουτρή και τον βαθμό που υποστήριζε το καθεστώς Μεταξά - κάτι που δεν ήταν πρωτότυπο για την εποχή του Μεσοπολέμου όταν πλήθος διανοουμένων σ'ολόκληρο τον κόσμο είχαν γοητευθεί από τους μελανοχίτωνες του Μουσολίνι ή την ροπή προς τον κλασσικισμό του Χίτλερ.

"Στόχος του παρόντος αφηγήματος δεν είναι η αποτίμηση του φιλολογικού έργου του πρωταγωνιστή του. Άλλοι αρμοδιότεροι εμού το έχουν κρίνει επαρκώς. Στόχος είναι η περιγραφή μιας προσωπικότητας η οποία ανέδειξε σε υπαρξιακή περιπέτεια το πνευματικό δράμα του νέου ελληνισμού, τους δεσμούς του με τον κλασικό πολιτισμό σε όλα του τα επίπεδα, δράμα το οποίο αποτέλεσε και τον κεντρικό πυρήνα των δεσμών του με το ευρωπαϊκό πνεύμα. Στόχος είναι η καταγραφή των εσωτερικών του αντιφάσεων, οι προσπάθειές του να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία του να διαπρέψει ως επιστήμονας για να βρει την αξιοπρέπεια που του στερούσε η βιολογική του ζωή, και την επιθυμία του να υπερβεί τα όρια της επιστημονικής του δραστηριότητας - να βγει από τον περίκλειστο χώρο του φιλολογικού εργαστηρίου για να μεταμορφωθεί σε ρήτορα, αναμορφωτή της πνευματικής ζωής, άγγελο της νέας αναγέννησης."

Το "Βερονάλ" είναι ένα καίριο, καλοκουρδισμένο και, οξυδερκές "μυθιστόρημα", που χάνει τον ήρωά του, αλλά κερδίζει σε πολλά σημεία. Ο συγγραφέας δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση και παρεμβαίνει σε πολλά σημεία σχολιαστικά, αιτιολογώντας και εξηγώντας γιατί ασχολήθηκε με τον ήρωά του ή την εποχή, κάτι που στην αρχή ξενίζει αλλά μετά αποδεικνύεται ότι λειτουργεί θετικά στην ροή της αφήγησης. Είναι κυρίως ένα μυθιστόρημα με αναγνωστικές απαιτήσεις, για την εποχή του μεσοπολέμου, για το γλωσσικό μας πρόβλημα και για την υπεράσπιση των κλασσικών γραμμάτων.