Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2016 | Permalink
Ο αχός της εποχής
Η Ρωσία, η λατρεμένη μάνα μου,
δεν παίρνει τίποτα με τη βία -
Παίρνει μονάχα ό,τι της δίνεις ευχαρίστως
όταν σου βάλει το μαχαίρι στον λαιμό.”
             Παραδοσιακό στρατιωτικό τραγούδι του 19ου αιώνα

Με το εκπληκτικό μυθιστόρημα “Ο ΑΧΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ” (“The noise of time”), (Εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ. 231), αναμφίβολα βρισκόμαστε σε μια από τις κορυφαίες στιγμές στην πολύχρονη και πολύ επιτυχημένη συγγραφική καριέρα του έξοχου Βρετανού συγγραφέα Julian Barnes (Λέστερ,1946). Υπαινικτικό και ουσιαστικό το βιβλίο αυτό, δεν είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία του μεγάλου Ρώσου συνθέτη Dmitri Shostakovich αλλά ένα εσωτερικό μυθιστόρημα ιδεών που με αφορμή ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του συνθέτη στο Σοβιετικό καθεστώς, μιλάει για τον φόβο και την απεριόριστη δύναμη της εξουσίας, την δημιουργία και τους συμβιβασμούς, την υποταγή και την εσωτερική αντίσταση.

Τι ήξεραν για τον φόβο όσοι τον επέβαλλαν; Ήξεραν ότι φέρνει αποτέλεσμα, ήξεραν μέχρι και το πως έφερνε αποτέλεσμα, όχι όμως το πως ένιωθε κανείς.”

Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε 3 μέρη, σαν ένα συμφωνικό έργο, εξάλλου η όλη δομή του αναπτύσσεται με μουσικό τρόπο ενώ ο ιδιοφυής συγγραφέας χρησιμοποιεί μεθόδους που ανήκουν σε άλλες τέχνες όπως κινηματογράφο, με τα συνεχή fade outs και ζωγραφική με τα κολάζ. Κάθε μέρος περιγράφει μια διαφορετική χρονική περίοδο και αρχίζει με την ίδια πρόταση:
“ Ένα πράγμα ήξερε μόνο: Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή.”

Το μυθιστόρημα έχει τριτοπρόσωπο αφηγηματικό ρυθμό, και ουσιαστικά δεν υπάρχει δράση – ένας άνδρας περιμένει δίπλα στον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας που διαμένει να έρθουν να τον συλλάβουν – ένας άνδρας κάθεται στο αεροπλάνο μετά από το ταξίδι του στις Η.Π.Α. - ένας άνδρας κάθεται στο αυτοκίνητο δίπλα στον οδηγό και φέρνει στη μνήμη του τα χρόνια μετά τον πόλεμο. Όλη η “δράση” διαδραματίζεται εσωτερικά, στο μυαλό του Σοστακόβιτς, ο παρελθών χρόνος εναλλάσσεται με τον παρόντα και οι αναμνήσεις “σβήνουν” και επανέρχονται, μικρά κατακερματισμένα επεισόδια μιας ταλαίπωρης ζωής.

"Τι θα έκανες αν βρισκόσουν στη δίνη των γεγονότων;", το βασικό ερώτημα που θέτει ο Βόλμαν στο αριστουργηματικό του μυθιστόρημα "Κεντρική Ευρώπη", όπου και σ'αυτό ήταν ήρωας ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, και σ'αυτό πρωταγωνιστεί το Σταλινικό καθεστώς, αιωρείται συνεχώς πάνω από την ανάγνωση του υπαινικτικού και φιλοσοφικού βιβλίου του Μπαρνς.

Όπως λέω παραπάνω, το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη:
Στο πρώτο μέρος , ο Σοστακόβιτς πέφτει σε δυσμένεια από τον "Πατερούλη του Έθνους", λόγω της μουσικής που έγραψε για το λιμπρέτο της "Λαίδης Μάκβεθ του Μινσκ" (του Λέσκοφ), λοιδορείται, βλέπει ότι η περίοδος της ανοχής του καθεστώτος προς αυτόν έχει παρέλθει και είναι ώρα να πληρώσει κι αυτός την αναγνωρισιμότητά του και την προσωπική του ματιά. Τι κάνει λοιπόν; μαζεύει κάθε βράδυ τα πράγματα του, και περιμένει υπομονετικά να έρθουν να τον συλλάβουν. Ο καθημερινός τρόμος, η αίσθηση κάθε ξημέρωμα, ότι πέρασε κι αυτή η νύχτα είναι εφιαλτική. Ο μεγάλος συνθέτης περιμένει βασανιστικά και θυμάται, τα νιάτα του, το καταστροφικό του ντεμπούτο, τους έρωτές του, την άνοδο και μετά την δυσαρέσκεια των ιθυνόντων. Είναι η εποχή των μεγάλων εκκαθαρίσεων, όταν γλύτωναν ελάχιστοι "τυχεροί", αν και μπορεί να ήσουν περισσότερο τυχερός με μια σφαίρα στο σβέρκο, ποιός ξέρει...

Στο δεύτερο μέρος, έχουν περάσει 12 χρόνια κι ο Σοστακόβιτς, ουσιαστικά "εκβιάζεται" να συμμετάσχει σε μια "διάσκεψη ειρήνης" στη Νέα Υόρκη. Είναι ο σταρ της Σοβιετικής αντιπροσωπείας, οπότε όλα τα φώτα πέφτουν επάνω του με σκληρές και δύσκολες ερωτήσεις από τους δημοσιογράφους, ενώ εισπράττει την περιφρόνηση του μεγάλου του ειδώλου, του Στραβίνσκυ και αναγκάζεται να "υποστεί τα πυρά" αντικομμουνιστών και διαδηλωτών, μισώντας τον εαυτό του και εξευτελιζόμενος.

" "Δεν άντεχε τον εαυτό του". Τρόπος του λέγειν, αλλά πολύ ακριβής. Κάτω από τη συνεχή πίεση της εξουσίας, ο εαυτός ραγίζει και διχάζεται. Ο δειλός στη δημόσια ζωή ζει μαζί με τον ήρωα στην ιδιωτική. Ή αντίστροφα. Ή, όπως συμβαίνει συνήθως, ο δειλός στη δημόσια ζωή ζει μαζί με τον δειλό στην ιδιωτική. Ωστόσο, η ιδέα ενός ανθρώπου χωρισμένου στα δύο με το τσεκούρι ήταν πολύ απλή. Καλύτερα να έλεγε: ενός ανθρώπου χαλασμένου σε εκατό κομμάτια, που προσπαθεί να θυμηθεί πως ήταν όλα αυτά μαζί - πως ήταν αυτός - κάποτε."

Το τρίτο μέρος εκτυλίσσεται πάλι 12 χρόνια αργότερα, το 1960 και ο Σοστακόβιτς δεν φοβάται πια για τη ζωή του, καθώς βρισκόμαστε στην περίοδο της διακυβέρνησης του Χρουτσώφ, ο Στάλιν έχει πεθάνει, τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, αλλά του ζητείται (μάλλον πάλι εκβιάζεται ουσιαστικά) να γίνει μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος, κάτι που είχε αποφύγει ακόμα και την περίοδο της "Τρομοκρατίας". Ο Σοστακόβιτς και πάλι θα σκύψει το κεφάλι, πάλι θα συμβιβαστεί, γεμάτος φόβο.

"Τι θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί στον αχό της εποχής; Μόνο αυτή η μουσική που βρίσκεται μέσα μας, η μουσική της ύπαρξής μας, που μερικοί τη μετατρέπουν σε πραγματική μουσική. Και αυτή με τη σειρά της, αν είναι αρκετά δυνατή, αληθινή και καθαρή, έτσι ώστε να καταπνίξει τον αχό της εποχής, μετατρέπεται σε ψίθυρο της ιστορίας.
Να τι τον στήριζε."

Ο Σοστακόβιτς του Μπαρνς είναι ένας άνθρωπος που ζει συνεχώς μέσα στον φόβο και προσπαθεί να επιβιώσει, με κάθε τρόπο. Δεν είναι επαναστάτης, δεν είναι ηρωικός, δεν είναι καν χαρακτήρας larger than life που θα ταίριαζε σε επικό μυθιστόρημα και θα αποτελούσε πρότυπο.
Ο συγγραφέας στέκεται με σεβασμό και εκτίμηση απέναντι στον ήρωά του. Ο ήρωάς του είναι πολύ ανθρώπινος, πολύ ζωντανός. Δειλός όπως θα ήταν ο καθένας από εμάς, ένας άνθρωπος που αγκιστρώνεται στη μουσική του για να αντέξει αντιλαμβανόμενος την ειρωνεία των πραγμάτων. Το κράτος τον θέλει διαφορετικό και αυτή η εικόνα του περνάει σε δημόσιο χώρο, αλλά πρέπει να αντέξει εσωτερικά, η "αντίστασή του" είναι καθαρά εγκεφαλική και παθητική. Δεν μπορεί (φοβάται) να αυτομολήσει, προσπαθεί μόνο να επιβιώσει, σκύβοντας το κεφάλι, με ένα διαρκή τρόμο να τον κυριεύει. Ο συγγραφέας θέτει συνεχώς ερωτήσεις στον αναγνώστη σε ένα ιδιότυπο συγγραφικό παιχνίδι χωρίς να απαντάει σε καμία.

"Ο αχός της εποχής" (τι ευρηματικός τίτλος και μια μετάφραση που σέβεται το ύφος του κειμένου), είναι ένα κομψοτέχνημα, ένα μυθιστόρημα βαθιά υπαινικτικό και γεμάτο μαύρο χιούμορ και ειρωνεία, ανθρωπισμό και μελαγχολία. Ο Σοστακόβιτς είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις που βρίσκεται εγκλωβισμένος και παγιδευμένος, μοναχικός και με ένα αίσθημα ήττας και απογοήτευσης να τον κατακλύζει. Η μουσική του θα ακούγεται αιώνια κι αυτή είναι η νίκη του απέναντι στο (κάθε ) καθεστώς, απέναντι σε κάθε εξουσία, κι αυτό είναι το μόνο που μετράει.












 



2 Comments:


At 24/6/16 09:01, Blogger anagnostria

Αγαπητέ Librofile, πάει καιρός που δεν ανταλλάσσουμε σχόλια, αν και σε διαβάζω ανελλιπώς. Για το συγκεκριμένο βιβλίο, πόσο διαφορετικές αναγνώσεις! Ο Πατριάρχης Φώτιος του βρίσκει πολλά αρνητικά, εσύ το αποθεώνεις κι εγώ βρίσκομαι στη μέση! Αυτό και μόνο, το ότι δηλαδή ένα βιβλίο σηκώνει συζήτηση, είναι αρκετό για την αξία του.
Χαιρετώ.

 

At 24/6/16 16:59, Blogger Librofilo

Ενδιαφέρον αυτό ε; Και η Κατερίνα Μαλακατέ το θάβει, χαχα...Τέλος πάντων, ίσως περιμένουν να διαβάσουν μια βιογραφία του Σοστακόβιτς και μόνο αυτό δεν είναι.
Οι διαφωνίες γύρω από τη λογοτεχνία είναι ωραίες.
Ευχαριστώ για το σχόλιο.