Πέμπτη, Ιουνίου 30, 2016
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουνίου 30, 2016 | Permalink
Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών
Πολύ παραπάνω από ένα απλό αστυνομικό μυθιστόρημα, πέρα από εύκολες ταυτοποιήσεις σε είδη όπως “πολάρ”, “νουάρ” κλπ. , το συναρπαστικό νέο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα (Αθήνα,1968), με (τον μάλλον ατυχή) τίτλο “Ο ΚΡΥΦΟΣ ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΕΡΥΘΡΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΙΩΝ”, (Εκδ. Κέδρος, σελ. 547), προσφέρει μερικές ώρες ουσιαστικής αναγνωστικής απόλαυσης, και αυτή η αίσθηση, μεγαλώνει όλο και περισσότερο, καθώς, βυθίζεσαι στα αμέτρητα παρακλάδια της υπέροχης ιστορίας, που αφηγείται με το ευδιάκριτο στυλ που τον χαρακτηρίζει σε όλα του τα έργα ο συγγραφέας.

Ιταλία 2007, ο νεαρός φοιτητής Αλεσάντρο Φοντάνα εξαφανίζεται από το σπίτι του στη Μπολόνια και η μητέρα του Κιάρα, που πιστεύει ότι είναι ζωντανός, πηγαίνει στη Ρώμη και ζητάει τη βοήθεια του παλιού της φίλου (και αιώνιου θαυμαστή της), Γκαμπριέλε Αμπάτι ή Γκάμπι, ερασιτέχνη ιδιωτικού ντετέκτιβ, ο οποίος μαζί με τον φίλο του Νικόλα Μιλάνο, εμπόρου παλαιών βιβλίων (κεντρικοί χαρακτήρες και του θαυμάσιου "Η Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα"), αναλαμβάνουν την υπόθεση, περισσότερο από οίκτο και περιέργεια παρά επειδή πιστεύουν ότι μπορούν να βρουν κάτι.

Μάρτιος 1979,  μια αποτυχημένη προσπάθεια πολιτικής απαγωγής ενός βιομήχανου στο Μιλάνο, από έναν πυρήνα των Ερυθρών Ταξιαρχιών, καταλήγει σε αιματοχυσία, με 5 νεκρούς μεταξύ των οποίων είναι ο βιομήχανος και δύο αστυνομικοί που βρίσκονταν σε ένα αυτοκίνητο που τον συνόδευε.

Σχεδόν 30 χρόνια μετά, τι συνδέει αυτές τις δύο ιστορίες; Ο 24χρονος Αλεσάντρο δούλευε την πτυχιακή του πάνω στο φαινόμενο της Τρομοκρατίας και τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, είχε μια σχέση χωρίς εμφανή προβλήματα με την Έλενα μια νεαρή κοπέλα, και έδειχνε απορροφημένος στην πτυχιακή του χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Ο Γκάμπι και ο Μιλάνο δεν βρίσκουν από που να πιαστούν σε μια ιστορία που δείχνει αδιέξοδη. Ότι τον Αλεσάντρο τον ψάχνει και ο Γκαρέλα, ένας τύπος που γνωρίζει ο Γκάμπι από το σκοτεινό παρελθόν του (για το οποίο ο Μιλάνο δεν ξέρει σχεδόν τίποτα), δεν τους βοηθάει σε κάτι, ενώ στην αναζήτηση τα μπλέκει λίγο έως αρκετά η σεξουαλική πείνα αλλά και η επιπολαιότητα του Μιλάνο που ορέγεται και τις δύο γυναίκες που ψάχνουν τον Αλεσάντρο, την Κιάρα και την Έλενα.
Η αναζήτηση φτάνει σε αδιέξοδο, μέχρι την ημέρα που ένας συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Ντίνο Μπατάλια, φίλος της Κιάρας και του  Αλεσάντρο, εκδίδει το νέο του μυθιστόρημα, με τίτλο “Τα καταραμένα αντίτυπα” και μέσα σ'αυτό, υπάρχουν εμβόλιμα στην πλοκή του, εφτά σημειώματα θανάτου, προς αντίστοιχους παραλήπτες. Σε ένα από αυτά τα σημειώματα, προς κάποια Μαρία, ο συγγραφέας αναφέρει προσωπικά στοιχεία της Έλενας που μόνον ο Αλεσάντρο γνώριζε. Η Έλενα διαβάζοντας το βιβλίο καλεί τον Μιλάνο και του αναφέρει το περίεργο γεγονός, εκείνος δεν ενημερώνει κανέναν και αποφασίζει να πάει στο σπίτι του συγγραφέα σε μια απομακρυσμένη περιοχή για να ενημερωθεί από πρώτο χέρι τι ακριβώς συμβαίνει. Από αυτή τη στιγμή και μετά, η ιστορία θα πάρει έναν ιλιγγιώδη ρυθμό με απρόβλεπτες συνέπειες και ποικίλες ανατροπές που θα οδηγήσουν στην επίλυση όχι μόνο αυτής της ιστορίας αλλά θα βγάλουν στο φως και λεπτομέρειες της αποτυχημένης απόπειρας κατά του βιομήχανου το 1979.

Το παρελθόν, το γαμημένο παρελθόν, ήταν σαν φίδι που κουλουριαζόταν αθόρυβα στα πόδια σου και σε δάγκωνε απροειδοποίητα. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις από το παρελθόν.”

Γιατί ψάχνουν όλοι τον Αλεσάντρο και που μπορεί να πήγε αυτός; Τι είχε ανακαλύψει σε σχέση με τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και κάποια καλά κρυμένα μυστικά του παρελθόντος; Τι σχέση μπορεί να έχει ο Γκάμπι με την εξαφάνιση του; Ποιός είναι ο Ντίνο Μπατάλια, αυτός ο απομονωμένος συγγραφέας που είχε χρόνια να βγάλει βιβλίο και πόσο φίλος του Αλεσάντρο είναι; Γιατί ψάχνει τον Αλεσάντρο ένας ακροδεξιός βουλευτής; Τι ξέρει αυτός ο σκοτεινός τύπος, ο Γκαρέλα; Ερωτήματα που ανακύπτουν συνεχώς κατά την ανάγνωση του βιβλίου και απαντιούνται στη συνέχεια καθώς οδεύουμε προς την τελική εκκαθάριση της ιστορίας.

 Το βιβλίο που προχωράει με ήρεμο ρυθμό στο πρώτο του μέρος, απογειώνεται στη συνέχεια. Ο Μαμαλούκας “χτίζει” την ιστορία του, σκαλί-σκαλί, με επιμονή και προσήλωση. Κανένα από τα πολλά πρόσωπα που μπαινοβγαίνουν στην ιστορία, δεν είναι εκεί τυχαία, όλα παίζουν τον ρόλο τους και σαν καλός “μαίτρ της αγωνίας” που είναι ο συγγραφέας, μας οδηγεί προς την λύση του μυστηρίου με τέμπο και υπομονή.

Το μυθιστόρημα είναι γεμάτο ανατροπές και τις γνώριμες εμμονές του Μαμαλούκα με την λεπτομέρεια. Αυτοκίνητα αντίκες, ρολόγια, ποτά, malt whiskies, κρασιά, όλα κατονομάζονται λεπτομερώς, ενώ η μουσική το κατακλύζει απ'άκρη σ'άκρη, συνοδεύοντας τη δράση. Συμπυκνώνοντας όλα τα προηγούμενα του μυθιστορήματα σ'αυτό ο Μαμαλούκας παραδίδει στο κοινό το καλύτερο μέχρι τώρα έργο του, καθώς διαπιστώνουμε στοιχεία από την “Κοπέλα που σε λένε Φίνι” (ασφυξία, εγκλεισμός), από τον “Μεγάλο θάνατο του Βοτανικού” (βία, κυνισμός), από την  “Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα” (η Ρώμη, οι δύο κοινοί ήρωες, η ατμόσφαιρα της Ιταλίας), από την “Μοναξιά της Ασφάλτου” (η μουσική, τα αυτοκίνητα).

Στο βιβλίο, έχει γίνει πολλή δουλειά στο υπόβαθρο και τα 5 χρόνια προετοιμασίας (όπως αναφέρει ο ίδιος ο συγγραφέας στον επίλογό του) φαίνονται. Τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη, ενώ  είναι εξαιρετική η αναπαράσταση του κλίματος της δεκαετίας του '70 στις σελίδες που αναφέρονται σ'αυτή την εποχή.
Το παρελθόν καθορίζει τις πράξεις του μέλλοντος. Τα ανομολόγητα μυστικά του, θα βγουν στην επιφάνεια, ξεσκεπάζοντας μια προδοσία που έμελλε να αλλάξει τις ζωές των πρωταγωνιστών της ιστορίας που αφηγείται ο Μαμαλούκας. Και όπως συμβαίνει συνήθως στα βιβλία του, κανείς από τους ήρωές του (εκτός από κάποια δευτερεύοντα πρόσωπα) δεν θα είναι αθώος ή αναμάρτητος – κάποιοι δε, θα κουβαλάνε σε όλη τους τη ζωή, βάρη που θα πρέπει να αποτινάξουν κάποια στιγμή.

“Ο κρυφός πυρήνας των ερυθρών ταξιαρχιών” είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο του Δημήτρη Μαμαλούκα και μια γερή υπόσχεση για το μέλλον. Ωριμότερος από ποτέ, ο έμπειρος συγγραφέας, με μυθιστορηματικούς χαρακτήρες πιο στέρεους και με καλύτερο ρυθμό από τα προηγούμενα του μυθιστορήματα, εκμεταλλεύεται τις αρετές του και ελαχιστοποιεί τις αδυναμίες του. Το κάπως βιαστικό φινάλε και ορισμένες αχρείαστες επαναλήψεις δεν ενοχλούν καθώς τον αναγνώστη κερδίζουν οι συνεχείς ανατροπές στην πλοκή και ο καλοκουρδισμένος ρυθμός του μυθιστορήματος.  Εν ολίγοις, έχουμε ένα εξαιρετικό ευρωπαϊκό μυθιστόρημα που εάν ο συγγραφέας του, δεν είχε ελληνικό ονοματεπώνυμο, θα μπορούσε να σταθεί ισάξια δίπλα στους πολύ καλούς Ιταλούς αστυνομικούς συγγραφείς που διαθέτει αυτή η χώρα.