Τρίτη, Ιουλίου 12, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουλίου 12, 2016 | Permalink
Εφιάλτης στην έρημο (Στην νεκρή καρδιά της ηπείρου)
Ένα βιβλίο για το οποίο δεν έχεις ακούσει τίποτα, ο συγγραφέας του, σου είναι άγνωστος, αλλά κάτι σε τραβάει σ'αυτό (το περίφημο "αναγνωστικό αισθητήριο"). Ακολουθεί μια συζήτηση και η εγκωμιαστική κριτική ενός ανθρώπου που εμπιστεύεσαι - αποφασίζεις την ανάγνωσή του. Το παίρνεις μαζί σου στην παραλία·  ελαφρύ και σχετικά μικρό. Βυθίζεσαι στις σελίδες του και στην εφιαλτική του ατμόσφαιρα και δεν καταλαβαίνεις πότε έφθασες στο τέλος, αργείς να συνειδητοποιήσεις την αναγνωστική εμπειρία που βίωσες, και μάλιστα,σε ένα λογοτεχνικό είδος με το οποίο δεν έχεις τις καλύτερες σχέσεις. Ο λόγος για το εκπληκτικό θρίλερ "ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ" ("Wake in fright"), του Αυστραλού συγγραφέα, δημοσιογράφου και σκηνοθέτη ντοκιμαντέρ Kenneth Cook (Sydney, 1929-1987), (Εκδ. Εξάρχεια, μετάφρ. Δημ.Κωνσταντίνου, σελ.223).

Ο Τζον Γκραντ νεαρός και μάλλον αφελής και άπειρος δάσκαλος υπηρετεί την θητεία του (κάτι σαν μετάθεση από την οποία θα πάρει πόντους) στο μονοθέσιο δημοτικό σχολείο της Τιμπούντα, ένα χωριουδάκι μέσα στην έρημο της κεντρικής Αυστραλίας. Έχει έρθει η ώρα των καλοκαιρινών διακοπών του και το μόνο που σκέπτεται είναι η ώρα που θα πατήσει το πόδι του στο Σύδνεϋ και θα ξανασυναντήσει την κοπέλα των ονείρων του, την Ρόμπιν. Του απομένει ένα ακόμα έτος στην "κόλαση" της Τιμπούντα, ένα μέρος όπου το μόνο που το συνδέει με τον πολιτισμό είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός και η τοπική παμπ.

Έρημος, μαραμένοι άνθρωποι, ψόφια ζώα διάσπαρτα στην έρημο με τα λευκά τους κόκκαλά να ξεχωρίζουν από μακριά. Τόνοι από κρύα μπίρα και άναρθρες κουβέντες, και η κάθε κίνηση του ξένου να περνάει από μικροσκόπιο. Ο Γκραντ ψάχνει μια ευκαιρία να ξεφύγει από αυτό το μέρος - "το σιωπηλό κέντρο της Αυστραλίας, την νεκρή καρδιά". Για την ώρα, αυτό που πρέπει να κάνει, είναι να περάσει τη νύχτα στην πόλη της Μπουντανιάμπα ("Γιάμπα" όπως την αποκαλούν οι ντόπιοι) και να πάρει το αυριανή πτήση. Στην τσέπη του έχει τον μισθό του για έξι εβδομάδες, 140 λίρες δηλαδή και ένα μικρό επίδομα. Στην Γιάμπα όμως ένας ντόπιος αστυνομικός αφού πρώτα τον ποτίζει με άφθονη μπίρα, τον πηγαίνει σε ένα αυτοσχέδιο καζίνο, όπου ο άμαθος και ελαφρώς ανόητος ήρωας της ιστορίας, μπλέκει σε ένα παιχνίδι (παραλλαγή του μονά-ζυγά), στο οποίο στην αρχή κερδίζει μεγάλα ποσά, παρασύρεται και χωρίς να το καταλάβει χάνει όλα του τα χρήματα.

Τότε αρχίζει ένας πραγματικός εφιάλτης. Χωρίς φράγκο στη τσέπη, ο Τζον Γκραντ περιφέρεται στην Γιάμπα, με τη βαλίτσα στο χέρι. Θα καταφύγει σε μια παμπ (που αλλού;) όπου ένας κοινωνικότατος μεσήλικας ντόπιος, ο Χάινς ο οποίος είναι μεταλλωρύχος, θα τον κεράσει μια μπίρα, η οποία θα φέρει και μια άλλη κι αυτή την επόμενη. Στο τέλος θα του προτείνει να τον πάρει για φαγητό σπίτι του. Ο ήρωας μας είναι μισομεθυσμένος και απελπισμένος, θα δεχτεί. Σε μια κατάσταση ζάλης, ο Γκραντ θα δεχθεί την έντονη σεξουαλική παρενόχληση από την κόρη του Χάινς, και θα υποχρεωθεί σχεδόν δια της βίας να ενσωματωθεί στην κυνηγετική παρέα που έχει σχηματισθεί από τον ιδιοκτήτη του σπιτιού και τους (σχεδόν πρωτόγονους) φίλους του χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θα κάνουν και που θα πάνε. Στριμωγμένοι σε ένα θηριώδες αγροτικό θα βγουν στην έρημο για να κυνηγήσουν καγκουρό. Ο Γκραντ αφήνεται μέσα στο μεθύσι του να τον σέρνουν δεξιά κι αριστερά, ούτε ποιός είναι δεν θυμάται πια, ούτε βέβαια πως θα ξεμπλέξει από όλο αυτό το πράγμα.

"Το καγκουρό δεν κουνιόταν.
Μόνο όταν έφτασε μπροστά του κατάλαβε ότι ήταν ένα πολύ μικρό καγκουρό, όχι ψηλότερο από ένα μέτρο και κάτι. Ήταν βαριά πληγωμένο και απλώς στεκόταν, κοιτώντας προς το σκοτάδι πέρα από τη λάμψη του προβολέα.
Ο Γκραντ έφτασε κοντά του και, αν δεν ήξερε ότι οι άνδρες στο αυτοκίνητο παρακολουθούσαν, θα γυρνούσε πίσω για την καραμπίνα του. Στάθηκε πίσω από το ζώο, με την ευχή ότι αυτό θα έκανε μια κίνηση. Μετά ακούμπησε το χέρι του πάνω στον ώμο του. Ήταν τριχωτό και ζεστό. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε με πολύ μεγάλη δυσκολία. Όταν ήταν τόσο κοντά στο ζώο, αυτό είχε δύο κεφάλια. Η Τζανέτ είχε δύο προφίλ την προηγούμενη νύχτα.
Ο Γκραντ έγειρε πίσω και χτύπησε το καγκουρό με το μαχαίρι του. Η λεπίδα άνοιξε μια βαθιά σχισμή πίσω στη πλάτη του και το αίμα πετάχτηκε έξω, μια λεπτή γραμμή πάνω στο τρίχωμα, μαύρη στο φως του προβολέα. Το καγκουρό συνέχιζε να μένει ακίνητο."

Στις σκληρές συνθήκες ζωής της Αυστραλέζικης ερήμου, η μπίρα ρέει, συνεκτικός κρίκος και απαραίτητο συστατικό των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων. Αν αρνηθείς την πρόσκληση για μπίρα, σε κοιτάνε καχύποπτα - για να "ενσωματωθείς" στην μικροκοινωνία της περιοχής πρέπει να πιείς, να πέσεις κάτω από την κατανάλωση και πάντα θα βρεθεί κάποιος να σε κεράσει ένα ποτήρι. Ο συγγραφέας έχει πιάσει τον σφυγμό της ζωής στις πόλεις αυτές, όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν μετράνε και οι ζωές είναι αναλώσιμες. Η ασφυκτική ατμόσφαιρα της ζέστης και της σκόνης σε θερμοκρασίες που αγγίζουν τους 50 βαθμούς, η αίσθηση αποξένωσης του ήρωα που νιώθει ότι δεν ανήκει εκεί, αλλά δεν μπορεί να φύγει με τίποτα, πρέπει να μείνει "αιχμάλωτος" της πόλης, της ερήμου.

Ο Κένεθ Κουκ με περιεκτικότητα και δωρικότητα στο ύφος, περιγράφει την πτώση του "πολιτισμένου" ανθρώπου της πόλης προς την βαρβαρότητα και την ζωώδη κατάσταση. Ο Γκραντ, ως άλλος υπαρξιακός ήρωας του Αλμπέρ Καμύ θα βιώσει την κόλαση και θα προσπαθήσει να βγάλει το κεφάλι από τον βούρκο στον οποίο έχει χωθεί -  όσο προχωράει το βιβλίο "πρέπει" να γίνει κι αυτός σφαγέας για να επιβιώσει, θεωρεί ότι έτσι θα την βγάλει καθαρή, αλλά δεν ξέρει καλά τους ανθρώπους και έτσι θα την πατήσει ακόμα πιο εμφαντικά και βίαια.

Βίαιο αλλά και σαγηνευτικό, γραμμένο με σπιντάτο ρυθμό και μέγιστη απλότητα, το θαυμάσιο βιβλίο του Κουκ σε πιάνει από τον λαιμό και δεν σε αφήνει. Την ίδια αίσθηση είχα όταν πρωτοείδα στο σινεμά το εκπληκτικό (και πολύ βίαιο) "Deliverance" ("Όταν ξέσπασε η βία"), του John Boorman. Ο συγγραφέας έζησε ένα διάστημα στην περιοχή δουλεύοντας για το Australian Broadcasting Corporation, και μεταφέρει τον τρόπο ζωής της ερήμου στο βιβλίο, το οποίο ήταν το πρώτο του, και εκδόθηκε το 1961, μεταφέρθηκε δε από τον καλό σκηνοθέτη Τεντ Κότσεφ, με εξαιρετική επιτυχία στον κινηματογράφο, το 1978.