Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016
posted by Librofilo at Τρίτη, Αυγούστου 09, 2016 | Permalink
Με τον τρόπο του Μπόρχες
Μια νουβέλα που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από πολύ μεγάλους συγγραφείς όπως ο Jorge Luis Borges (αν εκείνος δεν έγραφε μόνο κείμενα μικρού μεγέθους) η ο Italo Calvino, είναι το έξοχο “ΝΕΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ” (“Nuova grammatica Finlandese”), του Ιταλού συγγραφέα Diego Marani (Φεράρα,1959), (Εκδ. Αιώρα, μετάφρ. Δήμ.Δότση, σελ.226). Είναι ένα ιδιόρρυθμο βιβλίο, που σε κερδίζει από την πρώτη του σελίδα, με ένα υπέροχο λογοτεχνικό εύρημα, που στην πραγματική ζωή αποτελεί εφιάλτη για τους περισσότερους ανθρώπους, και που κάποιο ξένοι κριτικοί βλέπουν ομοιότητες με τις ταινίες του Κ.ΝόλανMemento” και “Inception”, αλλά μάλλον μοιάζει περισσότερο με (ή ακολουθεί τον) μύθο του Κάσπαρ Χάουζερ.

Μια ξένη γλώσσα δεν είναι παρά μια μάσκα, μια δανεική ταυτότητα. Και πρέπει να την προσεγγίζεις κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις και να μην πέφτεις ποτέ στην πλάνη να προσαρμοστείς σ'αυτήν, απαρνούμενος τους δικούς σου ήχους για να μιμηθείς κάποιους άλλους. Όποιος αφήνεται σ'αυτόν τον πειρασμό, κινδυνεύει να χάσει τη μνήμη του, το παρελθόν του, χωρίς να πάρει κάποιο άλλο γι' αντάλλαγμα.”

1943, Β παγκόσμιος πόλεμος και ένας άνδρας βρίσκεται αναίσθητος και σοβαρά τραυματισμένος στο λιμάνι της Τεργέστης, από τους ναύτες ενός γερμανικού πολεμικού πλοίου. Ο άνδρας δεν έχει ταυτότητα πάνω του, δεν μπορεί να μιλήσει και η αμνησία του είναι βαριάς μορφής. Ένα μεγάλο κομμάτι του αυχένα του είχε υποστεί βαριές κακώσεις και το τραύμα είχε καταστρέψει τη γλωσσική του μνήμη και την ικανότητα του να αρθρώνει ήχους. Ο Πέτρι Φρίαρι, ο οποίος είναι νευρολόγος και γιατρός του πλοίου και που είναι Φινλανδικής καταγωγής, βρίσκει ραμμένο στο αμπέχονό του τραυματία, το όνομα Σάμπο Κάργιαλαϊνεν, και πάνω του ένα μαντήλι με τα αρχικά Σ.Κ. Θεωρεί ότι ο άντρας που βρίσκεται μπροστά του είναι Φινλανδός.
Καθώς ο ασθενής αρχίζει να συνέρχεται και να αναλαμβάνει δυνάμεις, ο Φρίαρι αρχίζει να του μαθαίνει από την αρχή την υποτιθέμενη γλώσσα του. Ο “Σάμπο” μαθαίνει γρήγορα και ο γιατρός θεωρεί προσωπικό του στοίχημα την ανάρρωση του “συμπατριώτη” του. Όταν ο ασθενής μπορεί να επικοινωνήσει έστω υποτυπωδώς και η υγεία του έχει καλυτερεύσει πολύ, ο Φρίαρι τον στέλνει μέσω Γερμανίας στο Ελσίνκι θεωρώντας ότι το περιβάλλον της Φινλανδικής πρωτεύουσας θα βοηθήσει τον “Σάμπο” να βρει κομμάτια της μνήμης του ή και ακόμα την οικογένειά του.

Ο “Σάμπο” βρίσκεται στο Ελσίνκι καθώς το γερμανικό μέτωπο καταρρέει και οι Ρώσοι πλησιάζουν επικίνδυνα την φιλική προς τον Άξονα Φινλανδία. Στο στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλεύεται θα γνωρίσει έναν φανατισμένο Λουθηρανό εφημέριο ο οποίος θα του μιλάει για τους Φινλανδικούς μύθους, θα γνωρίσει και μια ευαίσθητη και τρυφερή νοσοκόμα ενώ, καθώς η υγεία του έχει βελτιωθεί, θα κυκλοφορεί στους δρόμους κάνοντας θελήματα για δημοσιογράφους και στρατιωτικούς. Θα μπορεί πλέον να συνεννοείται στα Φινλανδικά, αλλά το πρόβλημα της ταυτότητάς παραμένει. Θα αρχίσει να ψάχνει για την ανακάλυψη της αλήθειας, κάτι που θα έχει τεράστιο κόστος και απέραντη πικρία.

Η σωστή λέξη. Εκεί βρίσκεται η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μνήμη είναι αναπόσπαστη από το λόγο. Ο λόγος ανασύρει τα πράγματα από τη σκιά. Μάθε τις λέξεις και θα ξαναβρείς τη μνήμη σου.”


Φιλοσοφικό μυθιστόρημα με στοιχεία ψυχολογικού θρίλερ είναι το εξαίρετο διαμαντάκι του Ντιέγκο Μαράνι. Από την αρχή γνωρίζουμε ότι ο ήρωας, ο άνθρωπος χωρίς μνήμη έχει πεθάνει και ο Φρίαρι διαβάζει τις σημειώσεις που βρέθηκαν στο δωμάτιο του κάποια χρόνια αργότερα.
Ο γιατρός Φρίαρι, είναι ένας άνθρωπος χωρίς πατρίδα καθώς ο σοσιαλιστής πατέρας του χάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του Φινλανδικού εμφυλίου, το 1918 και η μητέρα του πήρε τον νεαρό τότε Πιέτρι, που ήταν φοιτητής Ιατρικής και πήγαν στο Αμβούργο σε συγγενείς. Είχε να δει τη χώρα του από τότε που ήταν 23 χρονών, αλλά δεν είχε ξεχάσει τη γλώσσα και συγκινείτο στη θέα οτιδήποτε Φινλανδικού. Ήταν περισσότερο η εσωτερική του ανάγκη που τον έκανε να θεωρήσει τον ετοιμοθάνατο άντρα Φινλανδό και να τον φροντίσει, παρά οποιοδήποτε άλλο στοιχείο. Μήπως όμως δεν τον έσωσε αλλά ουσιαστικά του εξέτρεψε τη ζωή προς κάτι αδιέξοδο και χαοτικό;

Είναι αλήθεια, κι εγώ θα ήθελα να φύγω για τη Φινλανδία. Να εκμεταλλευτώ τη σύγχυση του πολέμου για να διαγράψω από προσώπου γης το νευρολόγο του στρατιωτικού νοσοκομείου του Αμβούργου και να τον αντικαταστήσω με το φοιτητή του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι πριν από είκοσι έξι χρόνια. Όμως αυτό ήταν πλέον αδύνατον. Δεν περνάνε έτσι είκοσι έξι ολόκληρα χρόνια. Η μνήμη κυλάει σαν λάβα πάνω στις αναμνήσεις διατηρώντας τες, ναι, μόνο που τις παρασύρει μαζί της για πάντα. Από τη μνήμη, την οποία ο συγγραφέας αυτών των σελίδων επιζητούσε χωρίς επιτυχία, εγώ ακόμη και σήμερα δεν έχω καταφέρει να απελευθερωθώ. Η μνήμη είναι το τίμημα του πόνου που πληρώνω καθημερινά, όταν ξυπνάω σ' αυτό τον κόσμο και δέχομαι να ζήσω. Γιατί, δεν ξέρω. Ίσως επειδή είναι πιο εύκολο να γεννιέσαι παρά να πεθαίνεις. Ίσως λόγω της νοσηρής περιέργειας που έχει κάθε άνθρωπος, ακόμη και στον πόνο, να δει πως θα τελειώσει.”

Γραμμένο απλά με υπαινικτικό ύφος (έτσι ώστε να σου δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση ότι ο συγγραφέας είναι Αγγλοσάξονας), με αξιομνημόνευτη οικονομία λόγου και με ένα καθηλωτικό ρυθμό, το ιδιόρρυθμο και σαγηνευτικό μυθιστόρημα του Μαράνι μιλάει για τη γλώσσα, την απώλεια, τη μνήμη, την αναζήτηση ταυτότητας και εαυτού, το παρελθόν και το μέλλον, την παράνοια του πολέμου, την δύναμη της αγάπης, τη γλώσσα και την διαμόρφωση εθνικής συνείδησης. Στοιχεία για την ιστορία της Φινλανδίας – τις δραματικές μέρες που ακολούθησαν την κατάρρευση του μετώπου και την επέλαση των Σοβιετικών, για την κουλτούρα της μακρινής χώρας ανακατεύοντας μύθους των Σαμάνων, εθνικά έπη και την κυριαρχία του Λουθηρανισμού. Η “Νέα Φινλανδική γραμματική” είναι ένα πανέξυπνο, μελαγχολικό και στοχαστικό βιβλίο-έκπληξη (που υποστηρίζεται ιδανικά από εξαιρετική μετάφραση), πραγματική απόλαυση για τον αναγνώστη.

Αυτό που μας μένει από τους άλλους είναι στην πραγματικότητα μόνο η ανάμνηση της αντανάκλασης μας πάνω τους. Περνάμε τη ζωή μας προσπερνώντας τους άλλους χωρίς ποτέ να τους γνωρίζουμε πραγματικά. Ακόμη κι από τα πρόσωπα και τα πράγματα που μας είναι πιο αγαπητά δεν αποκομίζουμε παρά μια εμπειρική γνώση, σαν αυτή που αποκτά ο εντομολόγος από την πεταλούδα που καρφιτσώνει με τη βελόνα σε μια σελίδα της συλλογής του. Μπορούμε να περιγράψουμε το χρώμα των ματιών ή των μαλλιών των αγαπημένων μας, μπορούμε να αναγνωρίσουμε μέσα στο πλήθος το βάδισμά τους, τη φιγούρα τους, να διακρίνουμε αλάνθαστα τη μυρωδιά ή τη φωνή τους. Όταν είναι μακριά, μας λείπουν, νιώθουμε σακατεμένοι, σαν να μας έχουν στερήσει ένα κομμάτι του εαυτού μας. Κι όμως σ'αυτό τον κόσμο  δεν είναι ποτέ αληθινά δικοί μας. Γιατί η εξάρτηση που επιδιώκουμε τους καταστρέφει, τους μετατρέπει σε αντικείμενα που δεν διαθέτουν δική τους ζωή. Στη μάταιη προσπάθεια να καταστήσουμε λιγότερο επώδυνο το μυστήριο του θανάτου θέλουμε να κυριεύσουμε, να ρουφήξουμε τη ζωή όσο γίνεται περισσότερο. Δεν συνειδητοποιούμε ότι σ' αυτό τον κόσμο σκοτώνουμε ότι πιστεύουμε πως αγαπάμε."