Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017
posted by Librofilo at Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2017 | Permalink
Κι όμως γίνονται...
Ένα βιβλίο που ξεκινάει σαν σατυρικό μυθιστόρημα και ολοκληρώνεται ως δραματική περιπέτεια, είναι η εκπληκτική πολιτική δυστοπία του μεγάλου Αμερικανού (βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1930) συγγραφέα Sinclair Lewis (1885 – 1951), “ΔΕΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΑΥΤΑ ΕΔΩ” (“It can't happen here”) - (εκδ. Καστανιώτη, μετάφρ. Ν.Μάντη, σελ. 513). Χρησιμοποιώντας γραμμική αφήγηση, ο (σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας) συγγραφέας, παρακολουθεί την πορεία ενός ισχυρού και μεγάλου κράτους προς τον μιλιταρισμό και τον φασισμό, καταδεικνύοντας ότι “κι όμως όλα μπορούν να γίνουν εδώ” αρκεί να υπάρξει το κατάλληλο πολιτικοοικονομικό κλίμα.

Η ιστορία που περιγράφει ο Σίνκλερ Λιούις εκτυλίσσεται ουσιαστικά από το 1936 έως το 1938 και έχει ως ήρωα έναν βετεράνο δημοσιογράφο, τον Ντορέμους Τζέσαπ που ζει με την οικογένειά του σε μια μικρή πόλη του Βερμόντ, όπου διατηρεί και μια εφημερίδα. Ο Ντορέμους 60άρης πλέον και βαθιά φιλελεύθερος  ήταν ανέκαθεν ένας δημοσιογράφος που δεν μασούσε τα λόγια του, δεν δίσταζε να πάει κόντρα στους οικονομικούς παράγοντες του τόπου όταν έβλεπε το δίκιο σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαβλέπει γρήγορα την ανοδική δημοτικότητα ενός επαρχιώτη γερουσιαστή, του δημαγωγού Μπαζ Γουίντριπ ο οποίος με την βοήθεια του Λη Σάρασον, του υποχθόνιου γραμματέα του, έχτιζε σιγά σιγά την καριέρα του προς την κορυφή.

Οι ενδείξεις είναι ανησυχητικές στην κοινωνία. Ο κόσμος είναι απογοητευμένος από το “νιού ντιλ”, την οικονομική πολιτική του Φραγκλίνου Ρούσβελτ και η ανεργία έχει ανέβει θεαματικά όπως άλλωστε και τα τεράστια οικονομικά προβλήματα ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Οι αυξανόμενες απεργίες, η μακροχρόνια οικονομική αστάθεια, έχουν δημιουργήσει δυσαρέσκεια και στους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες της χώρας. Από την άλλη, η άνοδος των πανίσχυρων δικτατόρων σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες, με κυριότερο εκφραστή τους τον Χίτλερ και το πολυδιαφημισμένο “Γερμανικό θαύμα” αποτελεί μπούσουλα για ενδεχόμενες εξελίξεις ακόμα στην δημοκρατικότερη (όπως θέλει να αποκαλείται) χώρα με το ισχυρότερο σύνταγμα.

Ο Μπαζ Γουίντριπ δεν δυσκολεύεται να πάρει το χρίσμα των Δημοκρατικών. Ήδη έχει πίσω του, διάφορους τύπους που επηρεάζουν περισσότερο ή λιγότερο το κοινωνικό σύνολο. Έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος έχει μια επιτυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή, μια συντηρητική κυρία που ηγείται μιας ένωσης γυναικών, η οποία υποστηρίζει ότι η θέση των γυναικών είναι στο σπίτι, ενώ η βιογραφία που έχει γράψει με τίτλο “Ώρα μηδέν” αποτελεί την “Βίβλο” των οπαδών του. Στο μανιφέστο του ο Γουίντριπ ουσιαστικά προαναγγέλει την πολιτική του. Θα διαλύσει τα συνδικάτα (ως υποκινούμενα από τους κομμουνιστές) δημιουργώντας την “Λεγεώνα των Ξεχασμένων Ανθρώπων” στην οποία θα πρέπει να ενταχθούν όλοι οι εργαζόμενοι. Θα δώσει επίδομα 5.000 δολλαρίων σε κάθε Αμερικανό ως οικονομική βοήθεια, ενώ θα δημιουργήσει ένα σώμα Πολιτοφυλακής, τους “Minute Men” (τους ανθρώπους της “στιγμής”-που παραπέμπει σε ένα αντίστοιχο σώμα που είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής επανάστασης). Οι μαύροι απαγορεύεται να ψηφίζουν, ενώ οι γυναίκες θα πρέπει να απολυθούν ή να διακόψουν οποιαδήποτε επαγγελματική απασχόλησή τους εκτός από ορισμένες για να αφοσιωθούν στις οικογένειές τους και στην ανατροφή των παιδιών τους.

Αντίπαλο δέος στις εθνικές εκλογές είναι ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος Γουώλτ Τράουμπριτζ, ένας ήπιος πολιτικός, ο οποίος μπροστά στον Γουίντριπ φαινόταν διανοούμενος, ενώ ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ μη δεχόμενος ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών θα ήταν τέτοιου επιπέδου, δημιούργησε το Τζεφερσονιανό κόμμα  που περισσότερο μπέρδεψε παρά βοήθησε τον αγώνα κατά του Γουίντριπ.

Ο Ντορέμους Τζέσαπ, τόσο αφανής ως παρατηρητής, παρακολουθώντας τον γερουσιαστή Γουίντριπ από την ταπεινή του Βοιωτία, δεν μπορούσε να εξηγήσει την ικανότητά του να μαγεύει πολυπληθή ακροατήρια. Ο γερουσιαστής ήταν χυδαίος, σχεδόν αναλφάβητος, ένας δημόσιος τσαρλατάνος που εύκολα θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί, και οι “ιδέες” του ηλίθιες, ενώ η εγνωσμένη σεμνότητά του αντιστοιχούσε σ' εκείνη ενός περιοδεύοντος πωλητή εκκλησιαστικών αντικειμένων, και το ακόμα πιο διάσημο χιούμορ του στον ύπουλο κυνισμό ενός επαρχιώτικου μικρομάγαζου.
Σίγουρα δεν υπήρχε τίποτα το συναρπαστικό στα λόγια των ομιλιών του ούτε κάτι πειστικό στη φιλοσοφία του. Οι πολιτικές του αξιώσεις δεν ήταν παρά τα φτερά ενός ανεμόμυλου. Εφτά χρόνια πριν από το σημερινό του Πιστεύω – αντλημένο από τον Λη Σάρασον, τον Χίτλερ, τον Γκότφριντ Φέντερ, τον Ρόκο, και πιθανότατα την επιθεώρηση Για σένα τραγουδώ – ο μικρός Μπαζ, πίσω στην πατρίδα, δεν είχε εισηγηθεί τίποτα πιο επαναστατικό απ' τη βελτίωση του στιφάδου στα πτωχοκομεία της περιφέρειας και αρκετά λαδώματα για τους έμπιστους τοπικούς κομματάρχες, δουλειές για τους γαμπρούς τους, τους ανιψιούς τους, τους συνεταίρους τους και τους πιστωτές τους.
....
Υπήρχαν δύο πράγματα, έλεγαν στον Ντορέμους, που αναδείκνυαν τούτο τον Δημοσθένη των αγρών. Ήταν ιδιοφυής ηθοποιός. Δεν υπήρχε πιο χειμαρρώδης θεατρίνος στη σκηνή, στις κινηματογραφικές ταινίες ούτε καν στον άμβωνα. Κουνούσε τα χέρια, χτυπούσε τραπέζια, στύλωνε τα μάτια με τρελό βλέμμα, ξερνούσε βιβλική οργή από το ορθάνοιχτο στόμα του· παρ' όλα αυτά μπορούσε να κανακέψει σαν στοργική μητέρα, να ικετέψει σαν πονεμένος εραστής, και ανάμεσα στα κόλπα του, μπορούσε να καρφώσει ψυχρά και σχεδόν περιφρονητικά το κοινό του με ενέσεις αριθμών και στοιχείων – αριθμούς και στοιχεία που ήταν αναπόφευκτα ακόμα κι αν, όπως συνέβαινε συχνά, ήταν απολύτως εσφαλμένα.”

Ο Ντορέμους δεν αργεί να ταχθεί υπέρ του Ρεπουμπλικανικού κόμματος για πρώτη φορά στη ζωή του, βλέποντας το αδιέξοδο που δημιουργείτο, και την προέλαση του Γουίντριπ προς την εξουσία. Ο αγώνας του όμως είναι μάταιος, ακόμα και άνθρωποι κοντινοί του, όπως ο μεγαλύτερος γιος του που είναι δικηγόρος, έλκονται από την πυγμή και την “αποφασιστικότητα” του δημαγωγού πολιτικού. Ελάχιστοι είναι δίπλα του, όπως η Λορίντα Πάικ, μια αρκετά νεότερή του ιδιοκτήτρια ταβέρνας με την οποία εκτός από φιλική έχει και ερωτική σχέση, η μικρή του κόρη του Σίς, ή δυο-τρεις άνθρωποι που ήταν κοντά του απ' όταν ήταν παιδιά.

Ο Γουίντριπ θα νικήσει στις εκλογές και πολύ σύντομα θα εφαρμόσει την πολιτική του, επιβάλλοντας σχεδόν αμέσως στρατιωτικό νόμο στη χώρα, καταδιώκοντας και συλλαμβάνοντας οποιονδήποτε δεν συμφωνούσε με τις ενέργειές του. Πολιτικοί αντίπαλοι, μαύροι, κομμουνιστές ενώ το κόμμα μετονομάζεται σε “Κορπορατικό” και η περίφημη “Λεγεώνα των Ξεχασμένων ανθρώπων” σε “κόρπο” - ένα σώμα που είναι υπεράνω νόμου και ασκεί εξουσία χωρίς όρια.
Ο Ντορέμους θα προσπαθήσει με κάθε τρόπο να μην εμπλακεί αλλά αυτό είναι αδύνατο. Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Γουίντριπ – όσοι πρόλαβαν τουλάχιστον – έχουν καταφύγει στον Καναδά, αλλά τα περάσματα σιγά σιγά κλείνουν. Ο Ντορέμους βρίσκεται σε δίλημμα, είναι ένας επαρχιώτης διανοούμενος που επηρεάζει κάποιους ανθρώπους. Να προσπαθήσει κι αυτός να διαφύγει στον Καναδά; Τι θα κάνει; Τι μπορεί να προσφέρει σε έναν αγώνα που δείχνει μάταιος; Η αφύπνιση θα φέρει την αντίσταση και από εκεί την σύλληψη και τα βασανιστήρια, αλλά μια ελπίδα αρχίζει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.

Όμως τι θα μπορούσε να περιμένει ένας καθημερινός εφημεριδάς, ειδικά εφόσον ήταν άνω των σαράντα πέντε, από μια ξένη χώρα – και πιο συγκεκριμένα αν είχε μια γυναίκα που την έλεγαν Έμα (ή Καρολίνα ή Νάνσι ή Γκριζέλντα ή οτιδήποτε άλλο), η οποία δεν θα ενθουσιαζόταν καθόλου με την ιδέα να μετακομίσει σε μια καλύβα, εις το όνομα της ελευθερίας και της τιμιότητας.
Έτσι επιχειρηματολογούσε ο Ντορέμους, όπως και μερικές ακόμα εκατοντάδες χιλιάδες επαγγελματίες, δάσκαλοι, δικηγόροι, και τα λοιπά, σε μερικές δεκάδες χώρες υπό δικτατορία, άνθρωποι που είχαν αρκετή συνείδηση για να αντιτίθενται στο καθεστώς και αξιοπρέπεια ώστε να μην εξαγοράζονται, αλλά χωρίς να είναι τόσο υπερφυσικά θαρραλέοι, ώστε να εξοριστούν με τη θέλησή τους ή να μπουν στο μπουντρούμι ή και στο ίδιο το σφαγείο εντέλει – ιδίως αν είχαν “συζύγους και οικογένειες να θρέψουν”.”

Το εξαιρετικό μυθιστόρημα του Σίνκλερ Λιούις, είναι μια κλασσική πολιτική δυστοπία, στο είδος του “what if” βιβλίου, προπομπός του εκπληκτικού βιβλίου του σπουδαίου Φίλιπ Ροθ “Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ”, όπου (σε μια ακόμα εφιαλτική υπόθεση, ενός συναρπαστικού "what if", ο Τσαρλς Λίντμπεργκ κερδίζει τις εκλογές του 1940 στρέφοντας τη χώρα προς τον ναζισμό). Ο συγγραφέας με καταιγιστικό τρόπο αφηγείται πως μπορεί ένας ολόκληρος λαός να παρασυρθεί χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία από κάποιους δημαγωγούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία για να υλοποιήσουν τους στόχους τους. Είναι ανατριχιαστικές (αλλά και τόσο ρεαλιστικές) οι περιγραφές των συζητήσεων, όταν ακόμα και φιλελεύθεροι άνθρωποι βρίσκουν γοητεία στις υποσχέσεις και στις λαϊκιστικές διακηρύξεις του Γουίντριπ.

Μόνιμα χαραγμένη η φράση στα χείλη των ανυποψίαστων δημοκρατικών πολιτών, που πιστεύουν στις κλασσικές Αμερικανικές αρχές, της Δημοκρατίας και της πίστης στο Σύνταγμα: “Δεν γίνονται αυτά εδώ” - “εδώ είναι Αμερική” κλπ. Πόσο εύκολα όμως μπορούν όλες οι βεβαιότητες να καταρριφθούν και πόσο εύκολα να βρεθείς κάτω από ένα ασφυκτικό καθεστώς που σε καταπιέζει όλο και περισσότερο, σε σημείο να λες ότι “είμαι τυχερός που την βγάζω ακόμα καθαρή” ή ότι “μπήκε λίγη τάξη επιτέλους”.

Κάθε κεφάλαιο, κάθε σελίδα του βιβλίου ωθεί τον αναγνώστη σε πολιτικό προβληματισμό. Το σάστισμα του Ντορέμους μπροστά στις εξελίξεις, η πίστη του στην Δημοκρατία και στη φιλοσοφία όταν το μοναδικό βιβλίο που επιλέγει να τον συντροφεύει είναι “Η παρακμή της Δύσηςτου Σπένγκλερ, η συμμαχία του με τους Κομμουνιστές για να έρθει η αλλαγή, ξέροντας όμως ότι εάν εκείνοι αναλάβουν την εξουσία μπορεί να κάνουν και χειρότερα, η στάση της οικογένειάς του, η σταδιακή απομόνωσή του, το κάψιμο των βιβλίων της βιβλιοθήκης του, όταν ακόμα και ο Κάρολος Ντίκενς μπορεί να είναι επικίνδυνος για το καθεστώς.

Σίγουρα το μυθιστόρημα του Σινκλέρ Λιούις είναι επίκαιρο, λόγω της ανόδου του Ντ. Τραμπ στην εξουσία με τις θολές και αρκετά επικίνδυνες διακηρύξεις του, λόγω της ανόδου σε παγκόσμιο επίπεδο του εθνολαϊκισμού, και της δημαγωγίας. Αναρωτιέμαι όμως και πότε δεν ήταν επίκαιρο ένα τέτοιο βιβλίο, που γράφτηκε κατά την περίοδο της γοητείας που ασκούσαν τα ολοκληρωτικά καθεστώτα σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Λιούις στήριξε την μυθοπλασία του σε συγκεκριμένους πολιτικούς χαρακτήρες της εποχής, διότι την δεκαετία του '30, οι ολοκληρωτικές ιδέες ήταν πολύ δημοφιλείς στις Η.Π.Α. όπως και παντού, το μυθιστόρημά του όμως δείχνει περίτρανα ότι, η λογοτεχνία μπορεί να είναι η διορατικότερη και η πιο επαναστατική μορφή τέχνης και έκφρασης απέναντι σε κάθε σχέδιο γι' αυτό και ένα από τα πρώτα πράγματα που κάνει κάθε δικτατορικό καθεστώς είναι να κάψει βιβλία. Το “Δεν γίνονται αυτά εδώ” εκτός από ένα σχεδόν αριστουργηματικό μυθιστόρημα με ιδιαίτερο στυλ και χιούμορ, είναι ένα βιβλίο που μπορεί να είναι χρήσιμο σε όλους ως "τροφή για σκέψη" και ευρύτερο προβληματισμό, στο πόσο σχετικές είναι όλες οι έννοιες (πολιτικές και φιλοσοφικές), και στο πως πανεύκολα "γίνονται όλα εδώ, όπως κι αλλού".