Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 04, 2017 | Permalink
Η πιο θλιβερή ιστορία (Ο καλός στρατιώτης)
Διάβασα για πρώτη φορά το μυθιστόρημα “Ο ΚΑΛΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ” (“The Good Soldier”), του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα Ford Madox Ford (Surrey,1873 – Ντοβίλ Γαλλία, 1939), την δεκαετία του '90, σε μετάφραση του Γ.Ι.Μπαμπασάκη, στην έκδοση του “Δελφινιού” (ενός εκδοτικού οίκου που είχε βγάλει αρκετά ενδιαφέροντα βιβλία της ξένης λογοτεχνίας), και το μόνο που θυμόμουν από το βιβλίο ήταν η έκπληξη για το ύφος του, και, η αμφίσημη διάθεση που μου είχε προκαλέσει, δεν με είχε συγκινήσει ιδιαίτερα, μάλλον με είχε μπερδέψει. Το ξαναδιάβασα τώρα, 20 χρόνια αργότερα, στην υπέροχη έκδοση της σειράς Aldina, των εκλεκτών εκδόσεων Gutenberg, στην ίδια (αλλά ξαναδουλεμένη) θαυμάσια μετάφραση του Μπαμπασάκη και κυριολεκτικά μαγεύτηκα από την δύναμη και την διεισδυτικότητα αυτού του μοναδικού λογοτεχνικού επιτεύγματος. Ανέκαθεν απέδιδα μεγάλη σημασία στην έννοια του “timing”, της χρονικής δηλαδή στιγμής που διαβάζεις ένα βιβλίο, στην περίπτωση του “Καλού στρατιώτη” επιβεβαιώθηκα πλήρως.


Ο “Καλός στρατιώτης”, ξεκινάει με μια πρόταση που από τη μια σοκάρει τον αναγνώστη, από την άλλη προκαλεί το αμέριστο ενδιαφέρον του: “Αυτή: η πιο θλιβερή ιστορία που έχω ποτέ μου ακούσει – η πιο θλιβερή.”
Ο αφηγητής αυτής της (όντως) θλιβερής ιστορίας είναι ο Αμερικανός Ντάουελ, ο οποίος με την σύζυγό του Φλόρενς, και το ζευγάρι των Βρετανών Έντουαρντ και Λεονόρα Άσμπερναμ είναι οι ήρωες μιας παράξενης και ιδιαίτερα νοσηρής ιστορίας που διαδραματίζεται σε ένα βάθος εννέα χρόνων, από την ημέρα γνωριμίας των τεσσάρων έως την τραγική κατάληξη των δύο εξ αυτών.

Η πλοκή του μυθιστορήματος είναι φαινομενικά απλή, αλλά, όπως σε όλα τα μεγάλα ψυχολογικά δράματα, τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, και, κάτω από την λουστραρισμένη επιφάνεια κρύβονται πάθη, μίση, έχθρες και απέραντη κακία, παρ' ό,τι όπως συνεχώς τονίζει ο αφηγητής “ήταν όλοι καλοί άνθρωποι”.
Ο Ντάουελ αφηγείται την ιστορία της γνωριμίας του με την Φλόρενς, ένας γάμος συμφέροντος από την πλευρά της – εκείνη ήθελε να παντρευτεί έναν τζέντλεμαν με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και να ταξιδέψει στην Ευρώπη. Τον βρίσκει στο πρόσωπο του αφελούς Ντάουελ, και του ανακοινώνει από την αρχή του ταξιδιού της ότι πάσχει από την καρδιά της και χρειάζεται ησυχία. Αντιλαμβανόμαστε γρήγορα από τα λεγόμενα του αφηγητή, ότι ο γάμος τους είναι λευκός, εκείνος είναι πολύ δειλός, πολύ “κύριος” για να την πλησιάσει και να αμφισβητήσει τα λεγόμενα της "εύθραυστης" νεαράς συζύγου του.
Σε ένα ευρωπαϊκό θέρετρο (στην Έσση της Γερμανίας), γνωρίζουν το ζεύγος Άσμπερναμ, όπου ο Έντουαρντ, ο Προτεστάντης σύζυγος, είναι απόστρατος αξιωματικός του Αγγλικού στρατού (“ο καλός στρατιώτης” του τίτλου του βιβλίου), και εκείνη, η Λεονόρα είναι Καθολική Ιρλανδέζα από πολυμελή οικογένεια που βρισκόταν στα πρόθυρα χρεωκοπίας. Ο Έντουαρντ αντιμετωπίζει κι εκείνος (μάλλον πραγματικά) προβλήματα με την καρδιά του, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να συνάψει σχεδόν αμέσως, ερωτικές σχέσεις με την Φλόρενς, κάτι που ο Ντάουελ αργεί να συνειδητοποιήσει παρά τις εμφανείς (ολοφάνερες μάλλον) ενδείξεις.

“Αλλά ο αληθινός πυρετός του πόθου, η αληθινή κάψα ενός πάθους που δεν παύει να καίει, που δεν παύει να συναρπάζει, στην ψυχή ενός άντρα δεν είναι άλλη παρά η διακαής λαχτάρα του να ταυτιστεί με τη γυναίκα που αγαπά. Ποθεί να δει με τα ίδια μάτια, ν'ακούσει με τα ίδια αφτιά, ν'αγγίξει με την ίδια αίσθηση αφής, να απολέσει την ταυτότητά του, να τυλιχτεί, να τονωθεί. Γιατί ό,τι κι αν λέγεται για τις σχέσεις των φύλων, δεν υπάρχει άντρας που ν'αγαπάει μια γυναίκα και να μη λαχταράει σ'αυτήν να πάει μέσα της, εκεί, εντός, για να ξαναβρεί τις χαμένες του δυνάμεις, να ξανανιώσει το σθένος του, ν'αποκοπεί απ' ό,τι τον δυσκολεύει. Κι αυτό, ναι, αυτό θα ΄ναι, αυτό, ό,τι κι αν λένε, το κύριο κίνητρο του πόθου του γι' αυτήν. Ναι, τόσο φοβισμένοι είμαστε όλοι, τόσο μόνοι μας είμαστε όλοι, κι όλοι μας τόση ανάγκη έχουμε την έξωθεν επιβεβαίωση της αξίας μας στη ζωή, της αξίας μας στην ύπαρξη.”

Ο Ντάουελ τονίζει συνεχώς ότι οι Άσμπερναμ είναι “καλοί άνθρωποι” και νιώθει υπερηφάνεια για την κοινή τους παρέα. Ο Έντουαρντ είναι το πρότυπο στρατιώτη, εραστή, συζύγου, η δε Λεονόρα στιβαρή και πάντα δίπλα του να προλάβει κάθε απαίτηση. Η αφήγηση όμως ξεκινάει όταν έχει επέλθει το μοιραίο γεγονός του θανάτου της Φλόρενς και η απότομη αφύπνιση του Ντάουελ, που διαπιστώνει ότι πίσω από την φαινομενική κομψότητα και ηρεμία της παρέας τους, κρυβότανε ένα μεγάλο πάθος. Πίσω από την “ασθένεια” της συζύγου του υπήρχε η υποκρισία και η εκμετάλλευση, όχι μόνο με τον Έντουαρντ αλλά και με έναν νεανικό της έρωτα στο Παρίσι, πίσω από τον “αψεγάδιαστο” και ευγενικό τρόπο του Έντουαρντ υπήρχε μια έντονη αδυναμία να ελέγξει τις ορμές του, να σεβαστεί κάποια πράγματα, όπως έδειχνε και το παρελθόν του σε διάφορες μονάδες που υπηρέτησε με περιπτώσεις γυναικών που γοήτευσε. Πίσω από την ψύχραιμη και γλυκιά Λεονόρα, υπήρχε υπολογισμός και μεθόδευση που διαφαίνεται καθαρά προς το τέλος του μυθιστορήματος. Ο Ντάουελ αρνείται να πιστέψει αυτά που βλέπει, συνεχώς μονολογεί “δεν ξέρω, δεν ξέρω”, από την τυφλή εμπιστοσύνη περνάει σιγά αλλά σταθερά στο μίσος απέναντι στη νεκρή πλέον σύζυγό του, και ψάχνει παντού για απαντήσεις στις απορίες του. Τι είναι άραγε ο Ντάουελ, αφελής ή ιδιαίτερα πονηρός και πλεονέκτης;

Όπως βλέπουμε, ο αφηγητής του βιβλίου είναι παντελώς αναξιόπιστος καθώς συνεχώς αναιρεί τον εαυτό του, τα λεγόμενά του, η Φλόρενς είναι μια άκαρδη γυναίκα (που διατείνεται ότι είναι “καρδιακή”), ο Έντουαρντ είναι ένας άβουλος ερωτύλος, η Λεονόρα έχει την δική της ατζέντα. Τα δύο ζευγάρια τρώνε τις σάρκες τους υπογείως καθώς η επιφάνεια δείχνει αδιατάρακτη, μέχρι την μοιραία στιγμή που η Φλόρενς θεωρώντας ότι ο Έντουαρντ απέκτησε νέα ερωμένη, αφαιρεί τη ζωή της, διαλύοντας τα πάντα.

“Έχω, και το ξέρω, αφηγηθεί την ιστορία αυτή μ' έναν τρόπο ακανόνιστο, δίχως συνοχή, και θα 'ναι δύσκολο πολύ για τον καθένα να βρει το δρόμο του μέσα απ' αυτό που ίσως μοιάζει με λαβύρινθο. Αλλά δε μπορώ να κάνω τίποτα πια, δε μπορώ να βοηθήσω. Επέμεινα στην ιδέα πως βρίσκομαι σε κάποιαν αγρέπαυλη μ' έναν σιωπηλό ακροατή, που ανάμεσα απ' τις ριπές του αγέρα και τον αχό της απόμακρης θάλασσας ακούει την ιστορία μου όπως του τη λέω. Κι όταν κανείς αφηγείται μια τέτοια ιστορία – παρατεταμένη, λυπηρή, θλιμμένη -, πηδάει ακανόνιστα από το παρελθόν στο μέλλον κι από το μέλλον στο παρελθόν. Θυμάται άξαφνα σημεία που είχε ξεχάσει, και τα εξηγεί λεπτομερειακά, μια που διαπιστώνει πως δεν τα έθιξε όταν έπρεπε και πως ενδέχεται η άκαιρη παράλειψή τους να έχει δημιουργήσει εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρηγοριέμαι στη σκέψη ότι πρόκειται για μιαν αληθινή ιστορία και ότι τελικά όλες οι αληθινές ιστορίες μεταδίδονται μ' αυτόν τον τρόπο καλύτερα, σα να πρόκειται για μια ιστορία που διηγείται κάποιος σε κάποιον άλλον, προφορικά. Έτσι, μοιάζουν πιο πειστικές, πιο αληθινές.”

Το μυθιστόρημα του Φορντ, αυτό το λογοτεχνικό μπρα-ντε-φερ, το τόσο μεστό, πυκνογραμμένο και με υπέροχο στυλ, δημιούργησε σχολή με το ιμπρεσιονιστικό τρόπο της αφήγησής του. Όλα τα παρακολουθούμε μέσα από την εν πολλοίς διαστρεβλωμένη ματιά του αφηγητή και τα συνεχή μπρος-πίσω του. Βρισκόμαστε συνεχώς μπροστά σε αινίγματα, σε μια μπάμπουσκα που από μέσα της βγαίνουν άλλες μικρότερες. Η επιφάνεια αδιατάρακτη, μεγαλοαστική και άκρως υποκριτική – από κάτω γίνεται της μουρλής και χωρίς να κουνηθεί βλέφαρο. Είναι όντως μια ιστορία πάθους, όπως είναι και ο υπότιτλος του βιβλίου, αλλά (κι εδώ είναι άλλη μια μεγάλη μαγκιά του συγγραφέα), με έναν αφηγητή άψυχο και χωρίς πάθος. Τι σαρκασμός, τι ειρωνεία!

Ο Αμερικανός Ντάουελ είναι ο άνθρωπος του “τέλους της εποχής”, του ανθρώπου των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα, που έχει τις σταθερές του αξίες, τα πιστεύω του, τον θαυμασμό του προς οτιδήποτε ευρωπαϊκό, του ανθρώπου που πιστεύει στην αγάπη, στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις και όλα αυτά διαλύονται με την έναρξη του Α Παγκόσμιου πολέμου, όπου τα πάντα ανατρέπονται. Ο Ντάουελ ανήμπορος να κατανοήσει το τι γίνεται γύρω του, επιλέγει να “βλέπει” αυτά που τον βολεύουν θεωρώντας ότι μπορεί να πάει έτσι για τον υπόλοιπο βίο του, αλλά τα γεγονότα τον ξεπερνάνε. Ταυτόχρονο ο συγγραφέας κάνει έναν διάλογο με τον αναγνώστη του, τού δημιουργεί ερωτηματικά, τον ταρακουνάει συνεχώς, του αναποδογυρίζει τα δεδομένα, τον κάνει να νιώθει άβολα (αν νιώθουμε εμείς έτσι έναν αιώνα μετά, φανταστείτε τον αναγνώστη του 1915 όταν εκδόθηκε το βιβλίο) σε μια μεγαλειώδη και άψογα χορογραφημένη ελεγεία.

Λογοτεχνικός αφηγητής / ήρωας με τα χαρακτηριστικά του Ντάουελ ίσως και να παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην πεζογραφία καθιστώντας το έργο του Μάντοξ Φορντ απόλυτα πρωτοποριακό και μοντερνιστικό, αλλά βέβαια, το μυθιστόρημα θυμίζει έντονα Χένρι Τζέιμς, καθώς ο υπέροχος Μάντοξ Φορντ κεντάει, με το αφηγηματικό του ύφος, και την ψυχολογική ενδοσκόπηση των ηρώων του, η δε δομή του θα μπορούσε να είναι αυτή, ενός Γαλλικού μυθιστορήματος των Φλωμπέρ και Μπαλζάκ, ενώ όπως αναφέρει στο εξαίρετο επίμετρό του ο Γ.Ι.Μπαμπασάκης, με τον Τζόζεφ Κόνραντ ο Φορντ “συνεργάστηκε στη συγγραφή τριών μυθιστορημάτων και διδάχτηκε απ' αυτόν το πως θα πρέπει να χρησιμοποιούνται οι λέξεις και να συντίθενται τα μυθιστορηματα”.

Ένας κριτικός λογοτεχνίας της εποχής, χαρακτήρισε τον “Καλό στρατιώτη” ως “το καλύτερο γαλλικό μυθιστόρημα της αγγλικής γλώσσας”, ενώ ο Colm Toibin είδε στο βιβλίο  την μάχη για την εξουσία μεταξύ της Ιρλανδέζας Λεονόρας και του Έντουαρντ Άσμπερναμ. Σε ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα σαν κι αυτό, όλες οι ερμηνείες είναι ανοιχτές, αλλά εκείνο που μετράει περισσότερο είναι η απόλυτη λογοτεχνική απόλαυση που προσφέρει.

_____________________________________________________

Βαθμολογία: 89/100