Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017
posted by Librofilo at Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 15, 2017 | Permalink
Αλλόκοτος ελληνισμός
Επτά περιπτώσεις ιδιαίτερων ανθρώπων, εξετάζει ο συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας, Νικήτας Σινιόσογλου (Αθήνα,1976), στο υπέροχο και πρωτότυπο δοκίμιό του, με τίτλο “ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ” (εκδόσεις Κίχλη, σελ. 357), ένα απόλυτα σαγηνευτικό βιβλίο που κινείται σε ένα δυσδιάκριτο όριο μεταξύ λογοτεχνικού δοκιμίου, φιλοσοφικής μελέτης και ιστορικής έρευνας, εξετάζοντας μορφές της πνευματικής ιστορίας του παρελθόντος, βρίσκοντας όμως (μέσα από αυτές) στοιχεία της σημερινής κατάστασης.

“Η εμπειρία του αλλόκοτου υπενθυμίζει ότι κάτι πάντα αντιστέκεται στην κοινωνικά μεσολαβημένη εφαρμογή του λόγου της κοινότητας, ότι ένας σκοτεινός όγκος αναφομοίωτος και ανεπικοινώνητος βρίσκει πάντα τρόπο να εισβάλλει στον ορίζοντα του λόγου και της ιστορίας. Ενώπιόν του η στοχαστική φύση παραμένει διαρκώς ανικανοποίητη, αλλά και δημιουργική. Αδύνατον η αλλόκοτη σκέψη να γίνει κοινόκτητη καθ' όλου, ενώ είναι διαρκώς μόνον ο εαυτός της, εντέλει αποκλεισμένη στην εαυτότητά της κι ας πασχίζει να τη μεταδώσει όπως συμβαίνει με τον νιτσεϊκό Ζαρατούστρα. Το αλλόκοτο δεν διαλέγεται παρά σημαίνει. Αλλόκοτο είναι ότι αντιστέκεται.”



Στο βιβλίο του, ο Σινιόσογλου δεν επιθυμεί να κάνει μια ιστορική διαδρομή των ιδεών από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης και μετά, ούτε να παραθέσει γεγονότα. Εξετάζει επτά περιπτώσεις ανθρώπων που κινούντο στα όρια. Στα όρια των ιδεών, της κοινωνικής αποδοχής, ουσιαστικά σε συνθήκες κρίσιμες ή έκτακτης ανάγκης. Οι περισσότεροι από τους “αλλόκοτους” αυτούς ανθρώπους, περιθωριοποιούνται για τις ιδέες τους, η κάποιοι από αυτούς γίνονται γνωστοί για κάποιες από τις ιδέες που βόλευαν (και βολεύουν) καταστάσεις.

“Το αλλόκοτο δεν είναι έννοια πολιτικώς ορθή, μήτε ανώδυνη. Ο φορέας του αλλόκοτου κινείται αναπόταμα και δεν ξενίζει απλώς – ενδέχεται να λοξεύει επίμονα θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της κοινότητας. Η ετυμολογία της λέξης παραπέμπει ήδη στη μνησικακία, την παρατεταμένη χολή (“άλλο και κότος <κότος: ο πολυετής χόλος και την μήνιν υπεραναβάς>), θυμίζοντάς μας πως αλλόκοτος είναι κατά βάθος ο ανεπιθύμητος και εναντιαίος, οπωσδήποτε ο έχων ασυνήθη φύσιν ή μορφήν, παράδοξος, διάστροφος, κακοσχημάτιστος, τερατώδης.”

Το βιβλίο χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο μέρη, δύο ιστορικά ορόσημα για τον σύγχρονο ελληνισμό. Την άλωση της Κων/λης και ουσιαστικά το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (1453), και την δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους (1830-1860), με ενδιάμεσο μια μοναδική περίπτωση του 18ου αιώνα. Ο συγγραφέας συνδυάζει τις περιπτώσεις των ανθρώπων που εστιάζει με έννοιες όπως: περιπλάνηση, ουτοπία, εκτοπισμός, βλασφημία, αίρεση, αλλόκοτο, ψευδολογία. Οι πρωταγωνιστές της μελέτης του Σινιόσογλου είναι επτά “σαλοί” (“λοξίες” όπως τους χαρακτηρίζει), ακατανόητοι για τους σύγχρονούς τους, “φευγάτοι” όπως θα λέγαμε σήμερα διανοητές, επτά μοναχικοί και πολύ ιδιαίτεροι άνθρωποι, οι οποίοι άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, άφησαν το στίγμα τους στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας.

Οι επτά ξεχωριστοί άνθρωποι στους οποίους εστιάζει ο Σινιόσογλου στην εξαιρετική μελέτη του, είναι:

Στο πρώτο μέρος
α) Ο Ιταλός (τυπικά) Κυριακός Αγκωνίτης (1391-1452) ένας έμπορος που αφιέρωσε τη ζωή του στην περιπλάνηση, ένας flaneur πριν τη μόδα των ταξιδευτών, ψάχνοντας τα ερείπια του παρελθόντος, και συντάσσοντας αστυγραφίες και ερειπιογραφίες στα ημερολόγια του (προσπαθώντας όπως δήλωνε “να ξυπνήσει τους νεκρούς”), λίγο πριν την άλωση της Πόλης.
β) Ο ουτοπιστής Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων (1355 – 1452), ο οποίος οραματίστηκε ότι η αρχαιότητα και ο παγανισμός μπορούν να διασώσουν το παρακμάζον Βυζάντιο, προσπαθώντας να επηρεάσει τους Παλαιολόγους.
γ)Ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας εκτοπισμένος Βυζαντινός, ο οποίος ως μισθοφόρος ζώντας στην Ιταλία, με την παθιασμένη του ποίηση για την ανεστιότητα και το ανεκπλήρωτο του έρωτα, ψάχνει τη νεοελληνική ταυτότητα.

Ενδιάμεσα βρίσκεται:
δ)Ο Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733 – 1793), εξ Ακαρνανίας, θεωρείται “το μαύρο μαργαριτάρι” της νεοελληνικής φιλοσοφίας με το “βλάσφημο” έργο του “Περί Θεοκρατίας”, εξ' αιτίας του οποίου αφορίστηκε. Το έργο του θεωρείται ότι ανήκει στον ριζοσπαστικό διαφωτισμό – πρόδρομο στις ιδέες του Διαφωτισμού του 18ου και 19ου αιώνα.

Στο δεύτερο (και πιο ενδιαφέρον) μέρος που αφορά τον 19ο αιώνα:
ε)Ο “αιρετικός” Θεόφιλος Καΐρης (1784 – 1853), ο οποίος με το έργο του, “Θεοσέβεια”, προσπάθησε να υποκαταστήσει τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό, με μια φιλοσοφική, και περισσότερο ορθολογιστική και εγγύτερα στον Διαφωτισμό θρησκευτική προσέγγιση, ερχόμενος σε αντίθεση με την κοινή λογική και το πολιτικοθρησκευτικό κατεστημένο της εποχής.
στ) Ο “αλλόκοτος” Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786 – 1856), μια “σπάνια περίπτωση ειδωλολατρικής συμπεριφοράς στην προεπαναστατική Ελλάδα”. Ουτοπιστής βασισμένος στις ιδέες των Φουριέ και Σαιν-Σιμόν, επιζητά την αναθεώρηση όλων των μέχρι τότε θεωρούμενων ως δεδομένων ανθρώπινων γνώσεων. Παρεκλίνοντας κι αυτός από την “κοινή λογική” και αντισυμβατικός στο έπακρο, κάνοντας θυσίες σε βωμούς, και ερχόμενος σε ρήξη με όλους κι όλα, οραματίζεται μια “Νέα Ηθική” μέσα από την εφημερίδα “Πρόοδος” που εξέδιδε (και πιθανότατα ήταν ο μόνος πραγματικός της αναγνώστης).
ζ) Ο διαβόητος πλαστογράφος και ψευδολόγος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820 ή 1824 – 1867 ή 1890), αποτελεί αναμφίβολα την γοητευτικότερη περίπτωση “αλλόκοτου” που εξετάζει ο Σινιόσογλου. Πλαστογράφος ολκής, μια περίπτωση που θα μπορούσε να είναι πρόγονος των Πεσσόα και Μπόρχες, λοιδορήθηκε και χαρακτηρίστηκε ως “το μεγαλύτερο κάθαρμα που γέννησε η Ελλάδα”, μια περίπτωση που υπερέβη την στενή ελληνική πραγματικότητα, προκαλώντας σκάνδαλο στους Γερμανικούς πανεπιστημιακούς κύκλους, αλληλογραφώντας με Βρετανικές εφημερίδες, πλαστογραφώντας ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, μπερδεύοντας τους πάντες.

“Οι Σαλοί του Διαφωτισμού είναι ένας μακρινός και ελάχιστα μελετημένος αστερισμός. Ξεκινούν πολλά υποσχόμενοι, μα οι ιδέες τους καταλήγουν ετερόκλητες και φυγόκεντρες, οι αναζητήσεις τεθλασμένες και οι συζητήσεις ακατάληκτες. Διατηρούν όμως μιαν ιδιαίτερη, παραγνωρισμένη φιλοσοφική σημασία. Ο αστερισμός τους αφενός δείχνει τα όρια του διαφωτιστικού εγχειρήματος, το σημείο δηλαδή όπου η γλώσσα και οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού εξαντλούνται. Τούτο είναι σημαντικό, επειδή για να γνωρίσει κανείς τη δυναμική του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οφείλει να γνωρίζει το σημείο καμπής όπου αυτή εκφυλίζεται ή μεταλλάσσεται: να κατανοήσει την ακμήν του.”


Ο Σινιόσογλου δεν ασχολείται με τις βιογραφίες των ανθρώπων αυτών. Τον ενδιαφέρουν οι ιδέες τους και η διαδρομή τους, η πολεμική που ασκήθηκε εναντίον τους από το κατεστημένο και την περίφημη κοινή λογική. Γράφει για τον καταλυτικό ρόλο της εκκλησίας (κυρίως στην περίπτωση των Καΐρη και Σοφιανόπουλου) και εγείρει το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο βεβαίως αιωρείται από την πρώτη σελίδα του βιβλίου, τι ακριβώς είναι η (διαρκώς αναζητούμενη) “Ελληνικότητα” και τι περιέχει αυτή; Αυτοί οι επτά άνθρωποι, προσπάθησαν να χτίσουν τις γέφυρες μεταξύ αρχαιότητας και νέου Ελληνισμού ερχόμενοι σε ρήξη με ότι ήταν κοινώς αποδεκτό, άμεσα εμπλεκόμενοι στον αγώνα τους πληρώνοντάς το, με την περιθωριοποίηση τους (οι περισσότεροι), τον εξευτελισμό τους, τον εξοστρακισμό τους από την κοινωνία.

Γραμμένο με εξαιρετικό και απαράμιλλο ύφος του βιβλίο του Σινιόσογλου, έχει μεγάλες λογοτεχνικές (εκτός από τις προφανείς φιλοσοφικές) αρετές. Η γλώσσα του, ιδιαίτερη και σαγηνευτική, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη που διαβάζει δυο και τρεις φορές την κάθε σελίδα, όχι ακριβώς λόγω δυσκολίας – το βιβλίο μπορεί να μην είναι το απλούστερο (πως θα μπορούσε άλλωστε;), αλλά δεν παρουσιάζει δυσκολία κατανόησης -, αλλά λόγω της γοητείας που αποπνέει ο ζωντανός και παθιασμένος λόγος του συγγραφέα. Η περιπέτεια των ιδεών που παραθέτει ο συγγραφέας είναι απολαυστική και ο αναγνώστης βγαίνει πολλαπλά κερδισμένος μετά την ολοκλήρωση αυτού του πολύτιμου βιβλίου.

* Το βιβλίο απέσπασε το βραβείο Δοκιμίου - Μελέτης, από το ηλεκτρονικό περιοδικό "Αναγνώστης" για το 2017.