Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 21, 2017 | Permalink
Διηγήματα έρωτα, τρέλας και θανάτου
Ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά του ύφους και της θεματολογίας που χαρακτηρίζει το έργο του σπουδαίου Λατινοαμερικάνου συγγραφέα Horacio Quiroga (Σάλτο, Ουρουγουάη 1878 – Μπουένος Άιρες, Αργεντινή 1937), είναι τα υπέροχα διηγήματα που περιλαμβάνονται στο τομίδιο με τίτλο “ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΕΡΩΤΑ, ΤΡΕΛΑΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ”, (Εκδ. Ροές, μετάφραση και επίμετρο Δήμητρα Παπαβασιλείου, σελ. 151). Ιστορίες που μιλάνε κυρίως για τον θάνατο· το σημαντικότερο και (ίσως το) πιο εντυπωσιακό στοιχείο στο σύνολο του έργου του.


Η προσωπική ζωή του Κιρόγα χαρακτηρίστηκε από την συνεχή παρουσία του θανάτου, του παράδοξου και των μοιραίων συμπτώσεων γύρω του. Πως λοιπόν να μην επηρεαστεί στο έργο του; Με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε ως είδωλο του και ολοφάνερη επιρροή στη δουλειά του, τα διηγήματά του περιέχουν στυγερούς φόνους, αναπάντεχους και ξαφνικούς θανάτους, παραισθήσεις, νοσηρούς έρωτες, ενώ ένα άλλο σημαντικό στοιχείο είναι η παρουσία της φύσης – ο Κιρόγα λάτρευε τη ζούγκλα και τα πλάσματα που ζούσαν σ' αυτήν.

Τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στη συλλογή είναι όλα ένα κι ένα, ορισμένα δε είναι αριστουργηματικά.
Ο κοσμηματοπώλης που δεν αντέχει την συνεχιζόμενη γκρίνια και απληστία της συζύγου του, προετοιμάζοντας την εκδίκησή του (“Η περόνη”), Μια κότα που αποκεφαλίζεται για να μαγειρευτεί θα “εμπνεύσει” τα τέσσερα “ηλίθια παιδιά” μιας οικογένειας για ένα φρικιαστικό παιχνίδι με την χαϊδεμένη αδερφή τους στο εξαιρετικό (και φημισμένο) διήγημα “Η αποκεφαλισμένη κότα”, ενώ η ατμόσφαιρα του μυστηρίου και του μεταφυσικού κυριαρχεί στο διήγημα “Τα πλοία της αυτοχειρίας”.
Μια νεαρή σύζυγος αργοσβήνει από μια περίεργη ασθένεια που την κρατάει συνεχώς ζαλισμένη και αναιμική στο κρεβάτι παραληρώντας μέσα στις παραισθήσεις της. Ο θάνατός της θα αποκαλύψει ένα φρικιαστικό γεγονός στο διαμαντάκι “Το πουπουλένιο μαξιλάρι” και οι φήμες για λυσσασμένα σκυλιά μπορεί να μην ήταν απλώς φήμες στο ασφυκτικό και εμπνευσμένο “Ο λυσσασμένος σκύλος”.
Στο αγωνιώδες διήγημα “Ακολουθώντας το ρεύμα”, μια οχιά δαγκώνει έναν άντρα στο πόδι και αυτός μέσα σε φρικτούς πόνους θα προσπαθήσει να φύγει από την ζούγκλα και να κατέβει τον ποταμό Παρανά (εκεί στο τρίγωνο Παραγουάης-Βραζιλίας-Αργεντινής), πάνω σε ένα κανό για να πάει στο νοσοκομείο - θα προλάβει άραγε; Τα σκυλιά ενός κτήματος είναι τα μόνα που αντιλαμβάνονται τον θάνατο που περιτριγυρίζει και τελικά θα “πάρει” το αφεντικό τους στο διήγημα “Η ηλίαση” ενώ οι μαγκιές μέσα στο δάσος πληρώνονται στο ευφυέστατο “Το άγριο μέλι”.

8 ιστορίες περιλαμβάνονται στον μικρό και εύχρηστο τόμο των Ροών (είναι επιλογή από τον τόμο με τον ίδιο τίτλο που κυκλοφορεί στα ισπανικά), όλες θαυμάσιες που διαβάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Τα διηγήματα του Κιρόγα είναι τόσο ωραία κατασκευασμένα που δημιουργούν την αίσθηση της αναγνωστικής πληρότητας. Όπως αναφέρει η μεταφράστρια στο θαυμάσιο επίμετρο του βιβλίου, “οι ιστορίες του αποτελούν υποδείγματα ενός αυτόνομου είδους, το οποίο υπακούει στους δικούς του κανόνες και χαρακτηρίζεται από αυτάρκεια. Έτσι, καθένα από τα σύντομα αφηγήματά του είναι ένα κλειστό, εντελές σύμπαν, στο οποίο δεν θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ούτε να αφαιρέσει τίποτα – ακριβώς όπως συμβαίνει με ένα ποίημα”.

Ο Κιρόγα θεωρείται ο “πατέρας” του Λατινοαμερικάνικου διηγήματος, και επηρέασε τον Μπόρχες, τον Κορτάσαρ, τον Μπιόϊ Κασάρες. Οι ιστορίες του Πόε του έδειξαν τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει, όπως δε ο ίδιος δήλωνε για τη νεότητά του: “δεν υπήρχε πάνω στο γραφείο μου ούτε ένα βιβλίο που να μην είναι δικό του, ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν γεμάτο με Πόε”.

Όπως και στον μεγάλο Αμερικανό, η ζωή φάνηκε σκληρή με τον Κιρόγα και όλη αυτή η φρίκη που βίωσε από τα παιδικά του χρόνια και η οποία συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, είχε την αντανάκλασή της στη δουλειά του.
Η ζωή του ήταν τραγική και ιδιαίτερα μυθιστορηματική με πολλές συναισθηματικές και ψυχολογικές μεταπτώσεις. Ακόμα και όταν αναγνωρίσθηκε από κριτικούς και κοινό (ήδη από το 1917 θεωρείτο ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος της ηπείρου), τα γεγονότα που συνέβαιναν στην προσωπική του ζωή δεν τον άφησαν να χαρεί.


Ο πατέρας του αυτοπυροβολήθηκε κατά λάθος με την κυνηγετική του καραμπίνα και πέθανε όταν ο Κιρόγα ήταν βρέφος, ο πατριός του με τον οποίο ο έφηβος Κιρόγα ήταν πολύ δεμένος αυτοκτόνησε μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο που τον είχε αφήσει μισοπαράλυτο, πατώντας με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού τη σκανδάλη της καραμπίνας του η οποία ήταν στραμένη στο πρόσωπό του. Στη νεότητά του, ο ίδιος ο Κιρόγα σκότωσε κατά λάθος τον καλύτερό του φίλο Φεδερίκο, εξετάζοντας το πιστόλι που προορίζονταν για μια μονομαχία, η δε πρώτη του σύζυγος αυτοκτόνησε στα 22 της. Στα 59 του, ο σπουδαίος συγγραφέας, εγκαταλελειμμένος από την δεύτερη σύζυγό του, διαγνώσθηκε με μη ιάσιμο καρκίνο του προστάτη και αυτοκτονεί με κυάνιο δίνοντας τέλος σε μια πολύπαθη αλλά δημιουργική ζωή.




 
Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 15, 2017 | Permalink
Μετά τον πόλεμο
Μπορντό τέλη της δεκαετίας του 50, ο πόλεμος της Αλγερίας είναι στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αλλά στην πόλη που δεν έχει θεραπεύσει ακόμα τις πληγές της από τον Β παγκόσμιο πόλεμο, λογαριασμοί έχουν μείνει ανεξόφλητοι· μια προσωπική εκδίκηση θα φέρει πολλά θύματα και κάποια πράγματα θα μπουν στη θέση τους έστω και με αρκετά χρόνια καθυστέρηση. Αυτός είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο στήνει μια συγκλονιστική ιστορία με πολλές προεκτάσεις, στο εκπληκτικό του polar μυθιστόρημα, με τίτλο “ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ” (“Apres la guerre”), ο Γάλλος συγγραφέας Herve Le Corre (Bordeaux, 1955), (Εκδ. Του 21ου, (ωραία) μετάφρ. Γ.Καυκιάς, σελ. 567).

Στον πόλεμο, όπως στον πόλεμο. Όλοι εναντίον όλων. Ο καθένας για πάρτη του.
Και να που έχει την εντύπωση ότι ο πόλεμος ξανάρχισε.”

Ο Ζαν Ντελμπός ζει από τύχη αν και αισθάνεται νεκρός. Είναι από τους ελάχιστους που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αντίθετα με την σύζυγό του Όλγα που δεν τα κατάφερε. Το πρωινό που ήρθαν οι αστυνομικοί να τους πάρουν από το σπίτι και να τους πάνε στη συναγωγή που μαζεύανε τους Εβραίους της πόλης δεν φεύγει ποτέ από το μυαλό του. Θεωρούσε ότι είχε την προστασία του φίλου του (όπως πίστευε) Νταρλάκ και κοιμόταν ήσυχος παρά τις φήμες, και παρά τον ορατό πλέον κίνδυνο. Το μόνο που κατάφερε να κάνει επιτυχημένα (και χάρη στην προνοητικότητα της Όλγας) ήταν να πάρει τον εξάχρονο Ντανιέλ και να τον κρύψει πάνω από τη σοφίτα δίπλα σε ένα παράθυρο. Κάποιοι φίλοι είχαν ειδοποιηθεί και τον μάζεψαν το βράδυ.
Τώρα ο Ζαν Ντελμπός μετά από 14 χρόνια γυρίζει από τον κόσμο των νεκρών και απαιτεί εκδίκηση. Εκδίκηση από τον Νταρλάκ, που έχει γίνει πλέον μεγάλος και τρανός στο αστυνομικό σώμα.

Ο Νταρλάκ είναι η προσωποποίηση του διεφθαρμένου αστυνομικού. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, συνεργάστηκε με τις δυνάμεις Κατοχής και την κυβέρνηση του Βισύ, ενώ λίγο πριν την κατάρρευση είδε που πηγαίνει το πράγμα, και, την έβγαλε καθαρή με αρκετά λεφτά στην κατοχή του από τις περιουσίες των εβραίων που φεύγανε για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πλέον στην αστυνομία του Μπορντό, αισθάνεται παντοδύναμος να επιβάλλει τον δικό του νόμο στους δρόμους ενώ στο σπίτι του τον περιμένει η πανέμορφη σύζυγός του, που την μάζεψε από τα καμπαρέ μετά την Κατοχή, μητέρα ενός κοριτσιού, προϊόν της σχέσης της με έναν Γερμανό αξιωματικό. Ο Νταρλάκ που αγαπάει την μικρή σαν κόρη του, φέρεται βίαια και περιφρονητικά στην σύζυγό του, όπως και σε όλους άλλωστε.

Ο τρίτος πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο νεαρός πλέον Ντανιέλ, ο γιος του Ζαν Ντελμπός, που μεγάλωσε από το φιλικό ζευγάρι που τον έβγαλε από την κρυψώνα του. Ο Ντανιέλ είναι φανατικός κινηματογραφόφιλος και δουλεύει σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, έρχεται όμως η ώρα της κατάταξής του και πρέπει να πάει στην Αλγερία να υπηρετήσει την θητεία του. Εκεί θα ζήσει μια κόλαση από την οποία θα προσπαθήσει να απεμπλακεί χωρίς να ξέρει ότι εάν γυρίσει στους “γονείς” του, μια άλλη κόλαση θα τον περιμένει.

“...Στον μικρό καθρέφτη που είναι κρεμασμένος πάνω από το νιπτήρα δεν μπορεί να κοιταχτεί ολόκληρος, αλλά ξέρει ότι το σώμα του δεν διατηρεί κανένα ίχνος απ' όσα τράβηξε, εκτός απ' αυτό το σημάδι στην κλείδα κι αυτή την ουλή στην ωμοπλάτη. Κανένας πόνος. Το σώμα του είναι ψηλό, στεγνό και σφιχτό. Μυς, τένοντες, οστά. Το σώμα του είναι ακόμα νέο, παρότι κοντεύει τα πενήντα. Το ξέρει, το νιώθει. Δεν θα γεράσει πριν ολοκληρωθεί αυτό που πρέπει να κάνει. Θα διατηρήσει ακέραια αυτή τη δύναμη κι αυτή τη ζωηράδα, όπως κρατάμε κρυμμένο ένα όπλο και το γρασάρουμε ελέγχοντας το μηχανισμό του. Κι επίσης ασκούμαστε μ' αυτό.
Το πρόσωπό του δεν είναι πια παρά σημάδια, χαρακιές, ουλές. Μονοπάτια χαραγμένα σ' ένα έδαφος πολύ απαλό, χαρακώματα που δεν γέμισαν ποτέ μετά από έναν χαμένο πόλεμο. Παλιός χάρτης, χωρίς χρονολογία. Σφηνοειδής γραφή που νομίζεις πως την καταλαβαίνεις χωρίς να ξέρεις να τη διαβάζεις.”

Καθώς ο Ζαν Ντελμπός, αυτό το "φάντασμα", σφίγγει τον κλοιό γύρω από τον Νταρλάκ, “χτυπώντας” τους πιο κοντινούς του συνεργάτες, υπάρχουν και παράπλευρες απώλειες με θύματα που δεν έφταιγαν σε τίποτα και απλά βρέθηκαν τυχαία εκεί. Αυτό το γεγονός θα κινητοποιήσει ολόκληρη την αστυνομική δύναμη της πόλης και ο Νταρλάκ, υποψιασμένος πλέον ότι εκείνος είναι ο στόχος, θα εξαπολύσει ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό για να συλλάβει τον μυστηριώδη άγνωστο.
Από τη μια η Αλγερία και η παράνοια του πολέμου μέσα από το εκτυφλωτικό φως του ήλιου και την αφόρητη ζέστη, από την άλλη το Μπορντό μέσα από τις ολοζώντανες περιγραφές του ικανότατου συγγραφέα θα γίνει ένα μαύρο σκηνικό βίας και εγκλημάτων χωρίς τελειωμό, μέχρι την τελική λύση που σαν μονομαχία γουέστερν θα δώσει την λύτρωση.

Ο Λε Κορ παρακολουθεί τους ήρωές του, εναλλάσσοντας την (τριτοπρόσωπη) αφήγηση από τον ένα στον άλλον, ενώ παρεμβάλλονται (σε πρωτοπρόσωπο λόγο), οι αναμνήσεις του Ζαν Ντελμπός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης, την απόδρασή του και τα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 50 που γυρίζει ως εκδικητής στην πόλη του. Ο συγγραφέας αναπλάθει εξαιρετικά την εποχή, οι εικόνες του είναι ολοζώντανες και η δομή του βιβλίου εκπληκτική, καθώς η ένταση κορυφώνεται και ο ρυθμός γίνεται ταχύτερος για να φτάσει στο αναμενόμενο, υπέροχο φινάλε.

Δεν υπάρχει καλός και κακός σε αυτό το θαυμάσιο μυθιστόρημα. Μπορεί ο αναγνώστης να ταυτίζεται με τον “άγγελο-εκδικητή” αλλά ο συγγραφέας του το ξεκόβει από την αρχή, υπενθυμίζοντας συνεχώς ότι ο Ντελμπός ήταν μάλλον κακό και ζόρικο παιδί μέχρι το στρατόπεδο συγκέντρωσης, ενώ ο Νταρλάκ (ο οποίος έτσι κι αλλιώς από την αρχή τον γνωρίζουμε ως τον απόλυτα κακό της ιστορίας) ήταν κολλητός του για αρκετά χρόνια. Θα μπορούσε να είναι μια απλή και αιχμηρή ιστορία εκδίκησης αλλά ο Λε Κορ δεν συμβιβάστηκε μ' αυτή την ιδέα, τονίζει την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, την ροή των γεγονότων που οδήγησαν δύο ανθρώπους, όχι τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους στις πράξεις τους, στον δρόμο που ακολούθησαν.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περιγραφή του κοινωνικού και πολιτικού κλίματος της εποχής. Οι δωσίλογοι που είχαν την πονηριά-καπατσοσύνη ή/και την τύχη να μη ταυτιστούν ιδιαίτερα με τα στρατεύματα Κατοχής, κατέχουν καίριες θέσεις, στην πολιτική, την εξουσία, την κοινωνία – άνθρωποι που βρέθηκαν πάμπλουτοι μετά την Κατοχή εκμεταλλευόμενοι τον ανθρώπινο πόνο, συνεχίζουν να βρίσκονται στα πράγματα. Ο πόλεμος της Αλγερίας και η όλη ατμόσφαιρα της δεκαετίας του 50 (πλημμυρισμένη από μουσικές της Εντίθ Πιαφ, του Ζιλμπέρ Μπεκό και άλλων), αντανακλάται στην περίπτωση του νεαρού Ντανιέλ, του οποίου η ιστορία θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομη σε κάποιο άλλο βιβλίο, με τον διχασμό που υφίσταται, καθώς μεγαλωμένος με τα βιβλία του Μπωντλαίρ, τα ποιήματα του Ρεμπώ βλέπει λίγο ρομαντικά, λίγο ιδεαλιστικά την υποχρέωση της θητείας του εκεί, και όταν βρίσκεται με το όπλο ανά χείρας διαπιστώνει την πλάνη του.

Ο πόλεμος συνεχίζεται δείχνει να λέει ο συγγραφέας, επαναστάσεις, εμφύλιοι, παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομικές βόμβες, πόλεμοι στην Ασία, την Αφρική, ψυχροί πόλεμοι, διαφθορά, βία και συνεχής εκμετάλλευση. Ο Λε Κορ, στήνει υπέροχα την ιστορία του, δεν αφήνει κενά, και με έναν αφοπλιστικό ρυθμό καθηλώνει τον αναγνώστη του σε ένα ελεγειακό μυθιστόρημα που έχει σε πρώτο φόντο την εκδίκηση και το νουάρ πλαίσιο, είναι όμως κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, υπερβαίνοντας τις ευκολίες αλλά και τα κλισέ του είδους, μιλώντας για την απώλεια, τον θάνατο, τον έρωτα, την συντροφικότητα με δυναμικό αλλά ταυτόχρονο και λυρικό τρόπο.

Το βιβλίο απέσπασε πολλά βραβεία στην κατηγορία Polar (πολιτικού/αστυνομικού μυθιστορήματος) στην Γαλλία, όπως τα Prix Landerneau και Prix Michel-Lebrun του 2014 καθώς και το βραβείο Trophees 813 του 2015. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε στη χώρα μας, το προηγούμενο και πολυβραβευμένο μυθιστόρημα του Λε Κορ, "Καρδιές σακατεμένες" του 2009, με το οποίο θα ασχοληθώ στο μέλλον.





 
Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 07, 2017 | Permalink
Ένα διαφορετικό σεργιάνι
Το “ΣΕΡΓΙΑΝΙ ΣΤΟ ΓΚΙΝΑΡΝΤΟ” (“Ronda del Guinardo) του πολύ καλού Καταλανού συγγραφέα Juan Marse (Βαρκελώνη,1933), (εκδ. Πατάκη, (ωραία) μετάφρ. Μ.Παλαιολόγου, σελ.148), γραμμένο την δεκαετία του '80, είναι μια θαυμάσια και πολύ περιεκτική νουβέλα με έντονους συμβολισμούς, η οποία εντυπωσιάζει κυρίως για την ατμόσφαιρά της και την εξαιρετική απεικόνιση της εποχής στην οποία διαδραματίζεται.


Βαρκελώνη Μάιος 1945. Φρανκική Ισπανία, βυθισμένη στον σκοταδισμό και τον αυταρχισμό του καθεστώτος που χτίζεται πάνω στα ερείπια του εμφυλίου, ο οποίος τελείωσε μερικά χρόνια πριν. Είναι η ημέρα της επίσημης λήξης του Β Παγκόσμιου πολέμου και όλα τα αστυνομικά τμήματα έχουν τεθεί σε επιφυλακή, μπας και κάποιοι “παλιοχαρακτήρες” αποφασίσουν να γιορτάσουν το γεγονός.

Ένας μεσήλικας αστυνομικός που κοντεύει να συνταξιοδοτηθεί, πρέπει να συνοδεύσει την ορφανή 14άχρονη Ροσίτα στο νεκροτομείο, για να αναγνωρίσει στο πτώμα ενός άγνωστου άνδρα, αυτόν που την βίασε δύο χρόνια πριν. Η Ροσίτα, είναι τρόφιμος του ορφανοτροφείου που διευθύνει η κουνιάδα του αστυνομικού, και που σε αυτό βοηθάει και η κουρασμένη και αποκαρδιωμένη από εκείνον σύζυγός του, ενώ η μικρή εργάζεται και σε κάποια σπίτια ως καθαρίστρια. Ο αστυνομικός είναι ένας πολύ κουρασμένος άνθρωπος, με κακή φήμη για την βιαιότητά του, που θεωρεί ότι η σημερινή του υπηρεσία του δίνει την αφορμή για ένα ξεκούραστο απόγευμα, όμως η Ροσίτα τον ταλαιπωρεί ζητώντας του να την συνοδεύει από σπίτι σε σπίτι όπου πετάγεται για θελήματα η μικροδουλειές, καθυστερώντας συνεχώς την αναγνώριση του υποτιθέμενου βιαστή της, έχοντας αφήσει πίσω της το γεγονός που σημάδεψε τη ζωή της.

“...Αλλά εκείνη τη νύχτα δεν ήταν εκεί οι φίλοι της, κι ο άντρας που καθόταν στη φωτιά δεν ήταν ο γνωστός αλήτης· όταν την ξανακοίταζε, είχε ήδη τον σουγιά στο χέρι κι έλεγε με τραχιά φωνή: “Μη φωνάζεις. Κάτσε κάτω”. Την κοίταξε για λίγο κι ύστερα της είπε να ξαπλώσει δίπλα στη φωτιά και της σήκωσε τη φούστα. Ο άντρας πέταξε χούφτες χώμα στη φωτιά μέχρι να τη σβήσει, αλλά ύστερα, όσο κράτησε εκείνο, ο άνεμος την αναζωπύρωσε και βγήκαν ξανά φλόγες· εκείνη τις έβλεπε να χοροπηδάνε, με το μάγουλο ζουληγμένο πάνω στη σκόνη και με τη μύτη του σουγιά στον λαιμό. Έφτυσε στα αγριεμένα μάτια του βρομιάρη και στο ξεδοντιασμένο του στόμα, που μύριζε ωμά κουκιά και ήταν γλιστερό και μαλακό σαν βατράχι. Ένα ρυπαρό, τρεμάμενο χέρι χάιδευε τα μαλλιά της.”

Η περιπλάνηση του ιδιόμορφου ζευγαριού, του μεσήλικα άνδρα που καταφεύγει συνεχώς σε καπηλειά να πιεί ένα ποτηράκι (ακόμα) και της κολοπετσωμένης μικρής που τον πειράζει, και τον δουλεύει συνεχώς, γίνεται η αφορμή για μια περιπλάνηση στη συνοικία και σε ένα σκηνικό που μεταβάλλεται συνεχώς. Το κεφάλι του αστυνομικού είναι γεμάτο πτώματα και οι μνήμες του εμφυλίου και των επακόλουθων, στριφογυρίζουν συνεχώς στη μνήμη του φέρνοντας του εικόνες τραγικές και σκληρές. Από την άλλη, η Ροσίτα, μια Λολίτα του δρόμου που δουλεύει σαν το σκυλί, προσπαθώντας να αρπάξει την κάθε ευκαιρία για μια μικρή βελτίωση στη ζωή της. Πηγαίνοντας από σπίτι σε σπίτι βλέπουμε τις κοινωνικές διαφορές, τις μικροκομπίνες για την επιβίωση, την εγκληματικότητα που πάει χέρι με χέρι με την προσπάθεια για επιβίωση.

“Συλλογίστηκε τότε την περιπλανώμενη απάτη που αντιπροσώπευε η ορφανή, το φιλεύσπλαχνο τέχνασμα της περιήγησής της με το εικόνισμα, το μοναχικό της σεργιάνι στο χείλος της πείνας και της εκπόρνευσης...”


Τι είναι λοιπόν αυτό το ευανάγνωστο και πολύ όμορφο βιβλιαράκι; Είναι ένα μικρό ταξίδι στην κόλαση ή μια καταβύθιση στα ενδότερα της ανθρώπινης ύπαρξης; Μάλλον και τα δύο. Οι πρωταγωνιστές της γκροτέσκας νουβέλας του Μαρσέ, αντιπροσωπεύουν δύο κόσμους που κάποτε θα μπορούσαν να συμβιώσουν, αλλά τώρα τους χωρίζουν έτη φωτός. Το χαμίνι του δρόμου και ο θλιβερός εκπρόσωπος της εξουσίας, είναι και οι δύο ηττημένοι, εκείνος το έχει αντιληφθεί, εκείνη δεν το ξέρει ακόμα αλλά η πορεία της είναι προδιαγεγραμμένη. Η Ροσίτα δεν ενδιαφέρεται πλέον για τον βιαστή της, μέσα της έχει προχωρήσει, το έχει αφήσει πίσω το γεγονός, θα μπορούσε να πει κανείς ότι τον έχει συγχωρήσει τον άνθρωπο που της επιτέθηκε, πλέον τα χρόνια στους δρόμους την έχουν κάνει πιο ανεκτική, ξέρει να ελίσσεται για να επιβιώσει.

Η απεικόνιση της συνοικίας στη Βαρκελώνη της δεκαετίας του 40, από τον συγγραφέα, είναι εκπληκτική. Ζητιάνοι, μικροκακοποιοί, ταβερνιάρηδες και πελάτες, παράνομο εμπόριο και φτώχεια ανακατεμένη με σπίτια πλούσια που έχουν παρελθόν. Το αίσθημα της απομόνωσης και της παρακμής της χώρας είναι πολύ έντονο, χαρακτηριστικός ο διάλογος που αναφέρεται στο ποδόσφαιρο όταν οι θαμώνες μιας ταβέρνας παραπονιούνται ότι "μόνο με την Πορτογαλία μπορούμε να παίζουμε πλέον" (που είχε κι αυτή μια αντίστοιχη δικτατορία υπό τον Σαλαζάρ)

Ο Μαρσέ αναπλάθει μια πόλη που καταρρέει, πολύ διαφορετική από την σημερινή ακμάζουσα τουριστική πρωτεύουσα. Έξοχος παρατηρητής της ζωής (όπως είδαμε και στο άλλο μυθιστόρημά του που μεταφράστηκε πριν λίγα χρόνια στη γλώσσα μας, το "Τα τελευταία απογεύματα με την Τερέζα"), μεταφέρει εικόνες έντονα ρεαλιστικές που αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη μέσα τους, ενώ το μαύρο χιούμορ και η ειρωνεία είναι διάχυτα στην ατμόσφαιρα ενός βιβλίου που περιγράφει με έντονα χρώματα τον σκοταδισμό και την ατμόσφαιρα της εποχής.





 
Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Μαρτίου 01, 2017 | Permalink
Η αντίπερα όχθη
Είναι αναγνωστική απόλαυση να διαβάζεις Julio Cortazar. Έτσι λοιπόν, όταν μετά από αρκετά χρόνια που είχα να πιάσω βιβλίο του μεγάλου Αργεντίνου (1914-1984) δημιουργού, ξεκίνησα να διαβάζω την συλλογή διηγημάτων του, που εκδόθηκε πρόσφατα στην χώρα μας, με τίτλο “Η ΑΝΤΙΠΕΡΑ ΟΧΘΗ” (“La otra orilla”), (σελ.136) στην φροντισμένη έκδοση της Bibliotheque, σε μετάφραση Σπ. Μαυρίδη, από την πρώτη ιστορία ένιωσα αυτό το συναίσθημα της ευφορίας που μόνο η λογοτεχνία μπορεί να σου δώσει.


13 ιστορίες, οι οποίες γράφτηκαν την περίοδο 1937-1945, απαρτίζουν την συλλογή, που χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Η πρώτη ενότητα που ονομάζεται “Λογοκλοπές και μεταφράσεις” έχει 5 διηγήματα, η δεύτερη ενότητα που ονομάζεται “Ιστορίες του Γκαμπριέλ Μεδράνο”, έχει 4 διηγήματα, και, η τρίτη ενότητα, με τίτλο “Προλεγόμενα στην Αστρονομία”, έχει 4 διηγήματα. Οι ιστορίες γράφτηκαν λοιπόν κατά τη νεανική περίοδο του συγγραφέα και περιέχουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του ύφους που ανέπτυξε αργότερα.

Οι ιστορίες που περιέχονται στο βιβλίο ανήκουν στο είδος του “φανταστικού”, με το παράδοξο και το παράξενο να κυριαρχεί σε αυτές. Είναι βαθιά επηρεασμένες από το ύφος του Edgar Allan Poe, με το υποσυνείδητο και το μεταφυσικό να εισβάλλει στην ροή τους, ενώ το στοιχείο του ονείρου είναι διαρκώς παρόν. Οι ήρωες των διηγημάτων του Κορτάσαρ περνάνε σε μια “αντίπερα όχθη” της πραγματικότητας, σε μια άλλη διάσταση.

“Όμως εκεί κοιτόμουν εγώ, νεκρός, περίμενοντάς με. Το επίπλαστο χαμόγελο με υποδέχτηκε χλευαστικά. Και η τούφα των μαλλιών μου ξαναέπεφτε στο μέτωπο ενώ τα χείλη μου είχαν απολέσει πια το παλιό τους χρώμα, σταχτιά και σκληρά διέγραφαν το οριστικό τους τόξο.
Η απεχθής αυτή παρουσία μου προκάλεσε αποστροφή. Φωτισμένο με ψυχρές ανταύγειες από τη λάμπα το πτώμα αναδεικνυόταν μπροστά μου σε πυκνές κι αναντίρρητες διαστάσεις. Ένιωσα στα χέρια μου την επιθυμία να ριχτώ στο κρεβάτι και να ξεσκίσω οργισμένος με τα νύχια εκείνο το πρόσωπο. Του γύρισα την πλάτη καθώς βυθιζόμουν σε μια παραζάλη θρήνου και βγήκα τρέχοντας στον έρημο και βαμμένο απ' το φεγγάρι δρόμο.
Και τότε περπάτησα. Όντως, τότε περπάτησα αμέτρητα οικοδομικά τετράγωνα στις γειτονιές του χωριού μου, περιδιαβαίνοντας οικεία μονοπάτια. Και μόλις διαισθάνθηκα ότι βρισκόμουν πια μακριά από το νεκρό μου σώμα, εγκαταστάθηκε μέσα μου ξανά η κίβδηλη ηρεμία της υποταγής στη μοίρα, επέβαλε στη συνείδησή μου την ανώφελη νηφαλιότητα που επιζητούσα για να συλλογιστώ. Έτσι περπάτησα ατελείωτα, θεμελιώνοντας υπό την παγωμένη σελήνη της προχωρημένης νύχτας τη θεωρία του θανάτου μου.”

Οι χαρακτήρες (των ολιγοσέλιδων ως επί το πλείστον) διηγημάτων, οδηγούνται σε παράλογες καταστάσεις στις οποίες δίδεται στο τέλος μια λογικοφανής επεξήγηση. Ο βρικόλακας Ντούγκου Βαν που άφησε έγκυο μια νεαρή γυναίκα περιμένει τη γέννηση του γιού του με αγωνία (“Ο γιός του Βρικόλακα”), ενώ τα χέρια του ενός ανθρώπου, μεγαλώνουν μετά από έναν καυγά· γίνονται δε τόσο τεράστια που δεν μπορεί πια να τα ελέγξει και αποτελούν στοιχείο απέχθειας από τους γύρω του, ψάχνει λοιπόν γιατρό να του τα ακρωτηριάσει (“Τα χέρια που μεγαλώνουν”) και μια γυναίκα περιμένει τηλεφώνημα από τον πατέρα του παιδιού της που τους εγκατέλειψε και έχει μπλέξει, όταν όμως το τηλεφώνημα έρχεται είναι τόσο παράξενο (“Ντέλια, χτυπάει το τηλέφωνο”), ο δε μελλοθάνατος κατάδικος περιμένει την εκτέλεσή του και ονειρεύεται μια άλλη ζωή, ένα άλλο φινάλε ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο; (“Η βαθιά σιέστα του Ρέμι”), ενώ ένας καλά προμελετημένος φόνος οδηγεί σε ένα ψυχαναγκαστικό παιχνίδι μεταξύ ενός άνδρα και μιας γυναίκας (“Παζλ”).

Η συλλογή "απογειώνεται" στην δεύτερη περισσότερο Μπορχεσική ενότητα ("Ιστορίες του Γκαμπριέλ Μεδράνο"). Ένας άνδρας ξυπνάει και ξέρει πως είναι νεκρός ή μήπως όχι; Η γιαγιά του τον διαβεβαιώνει για το αντίθετο κι εκείνος ετοιμάζεται για την καθημερινή του βόλτα στο μάλλον καλύτερο διήγημα της συλλογής (“Επιστροφή της νύχτας”) και μια μονήρης γυναίκα με υπερφυσικές ικανότητες βλέπει τη ζωή της να φεύγει (“Μάγισσα”) και μια ημέρα στη μονότονη ζωή ενός δημοσίου υπαλλήλου εκτυλίσσεται κάπως διαφορετικά (“Μετατόπιση”) και ένα περίεργο μεταφυσικό γεγονός αναστατώνει τη συνήθη ροή της ημέρας ενός καθηγητή σε ένα εκπληκτικό διήγημα (“Απόμακρος καθρέπτης”).

Οι τέσσερις ιστορίες που απαρτίζουν την ενότητα “Προλεγόμενα στην αστρονομία”, είναι εμφανώς κατώτερες από αυτές των δύο προηγούμενων, αλλά η μία (η οποία κλείνει και το βιβλίο), με τίτλο “Η εποχή του χεριού” (πάλι ένα χέρι πρωταγωνιστεί) είναι έξοχη. Στο διήγημα αυτό, ένας άνδρας φιλοξενεί ένα χέρι που κινείται αυτόνομα μέσα στο σπίτι. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια θαυμάσια σχέση και γίνονται καλοί φίλοι ώσπου δεύτερες σκέψεις μπαίνουν στο μυαλό του άνδρα.

Οι αλλόκοτες νεανικές ιστορίες του μεγάλου Αργεντίνου, προδιαθέτουν για την συγγραφική του συνέχεια και σ' αυτές υπάρχουν τα ψήγματα της σπουδαίας πορείας του συγγραφέα που μπορεί να έγινε περισσότερο γνωστός για το εμβληματικό “Κουτσό" ("Rayuela”) του αλλά ήταν περισσότερο διηγηματογράφος και μάστορας της μικρής φόρμας παρά μυθιστοριογράφος.



Στην συλλογή “Αντίπερα όχθη” βλέπουμε τις εμφανείς επιρροές της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας και του κινήματος του σουρεαλισμού όπως και την αγάπη για το παράδοξο που είναι εμφανής σε όλη την πορεία του συγγραφικού του βίου. Διακρίνουμε την ειρωνεία και το χιούμορ που είναι ευδιάκριτα στοιχεία του έργου του, καθώς και την μουσικότητα και τον ρυθμό στις ιστορίες που αφηγείται. Η συλλογή αυτή παρότι η γραφή του βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, δεν απευθύνεται μόνο στους θαυμαστές του υπόλοιπου έργου του, αλλά και στους νεότερους αναγνώστες που δεν έχουν εξοικειωθεί με τις μεταγενέστερες αριστουργηματικές συλλογές διηγημάτων του ("Κρονόπιο και Φάμα", "Ολες οι φωτιές η φωτιά", "Οκτάεδρο", "Αξολότλ") ως μια ιδανική εισαγωγή σε αυτό.