Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020
posted by Librofilo at Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 02, 2020 | Permalink
"Η σκιά του ευνούχου"
«Όταν κοιτάζει πίσω του, ο κριτικός βλέπει τη σκιά ενός ευνούχου.» (G. Steiner)

 Ο εξαιρετικός Καταλανός συγγραφέας Jaume Cabre (Βαρκελώνη, 1947), έγινε πολύ δημοφιλής στη χώρα μας, με το έξοχο μυθιστόρημά του «Confiteor» που μεταφράστηκε πριν μερικά χρόνια, και γνώρισε (απρόσμενα για τόσο απαιτητικό βιβλίο) μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το καλό αυτής της ιστορίας, είναι ότι το κοινό αγαπώντας το «Confiteor», αναζήτησε και το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα που κυκλοφορούσε στη χώρα μας για καιρό, χωρίς να ασχολούνται πολλοί μαζί του, το εκπληκτικό «Οι Φωνές του ποταμού Πάμανο» που με την ευκαιρία αυτή, «ξεπούλησε» κι αυτό. Η ελληνική βιβλιογραφία του Cabre, εμπλουτίστηκε πλέον, με την κυκλοφορία ενός παλαιότερου μυθιστορήματός του (γραμμένο την δεκαετία του ’90), του «Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΕΥΝΟΥΧΟΥ» («LOmbra de lEunuc») – (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Ε. Σοφός, σελ. 512), βιβλίου που έχει περισσότερα κοινά με το «Confiteor», παρά με τις «Φωνές…», καθώς η μουσική διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην δομή του, ενώ όπως σε όλα τα βιβλία του Καταλανού συγγραφέα με το ευδιάκριτο αφηγηματικό στυλ, το παρελθόν και οι οικογενειακές ιστορίες σε συνδυασμό με την ταραγμένη ιστορία της χώρας, βρίσκονται στο προσκήνιο.


Ο Μικέλ Ζενζάνα, έχει απομείνει, ο τελευταίος απόγονος μιας εύπορης και σημαντικής οικογένειας της Καταλωνίας που διέμενε σε μια έπαυλη στο Φέσες, ένα μικρό χωριό κοντά στην Βαρκελώνη. Η πολυτελής και τεράστια έπαυλη έχει από χρόνια κατασχεθεί λόγω πτώχευσης της οικογενειακής επιχείρησης και πλέον, και διαμορφωθεί σε ένα μοδάτο ρεστωράν με μπερδεμένο μενού. Ο Μικέλ έχει προσκληθεί σε δείπνο από μια συνάδελφό του, σε αυτό ακριβώς το εστιατόριο και παρατηρεί τους χώρους που μεγάλωσε, που πλέον έχουν διαμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό. Ο Μικέλ είναι πολιτιστικός συντάκτης σε ένα περιοδικό και η νεαρή συνάδελφός του, θέλει να γράψει ένα θέμα για τον αδελφικό του φίλο Μπολός που βρέθηκε νεκρός. Ο Μικέλ με τον Μπολός, που είχαν μεγαλώσει μαζί, στα φοιτητικά τους χρόνια είχαν στρατευθεί στον αντιδικτατορικό αγώνα και τους ένωνε ένα μεγάλο μυστικό – κάτι βέβαια που η δημοσιογράφος αγνοούσε -, είχαν απομακρυνθεί τα τελευταία χρόνια ακολουθώντας διαφορετικούς δρόμους. Ο Μπολός είχε γίνει πολιτικός και ο Μικέλ είχε απομακρυνθεί από όσα συνέβησαν στο παρελθόν, γράφοντας για το περιοδικό.

 «Η ζωή μου είναι γεμάτη από στιγμές σταθμούς που γλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά μου σαν ψάρι καθώς χαζεύω μπροστά στην τηλεόραση ή λύνω ένα σταυρόλεξο.»

 Η συζήτηση όμως στο δείπνο, μπορεί να έχει ως αφορμή τον Μπολός, αλλά είναι ένας μονόλογος του Μικέλ για το παρελθόν του. Την ιστορία της οικογένειας, τα χρόνια του Φρανκισμού, την φυγή του πατέρα, την ιστορία του θείου Μαουρίσι, που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις οικογενειακές εξελίξεις, για τις γυναίκες της ζωής του, που μπορεί να ήταν μόνο τρεις αλλά η σχέση του μαζί τους, κυριολεκτικά τον διέλυσε. Η «άπιαστη» Μπέρτα που για χάρη της, αυτός ο δειλός και ντροπαλός άνθρωπος έγινε «επαναστάτης», η Τζέμα με την οποία προσπάθησε να βρει την ηρεμία στη ζωή του και τέλος η μοναδική Τερέζα, η επιτυχημένη μουσικός, που ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και έχασε πάλι ξαφνικά προτού προλάβει να της πει, πόσο την αγάπησε. Ο Μικέλ, πενηντάρης πλέον, είναι ένας απογοητευμένος άνθρωπος, που θεωρεί τον εαυτό του «ευνούχο», με την ταυτότητά του να φτιάχνεται από μικρά γεγονότα, λεπτομέρειες που την καθόρισαν με τις απώλειες να διαμορφώνουν ότι έγινε.


 Ο Μικέλ που απαρνήθηκε την οικογένειά του, αηδιασμένος, γυρνώντας της την πλάτη και προσπαθώντας να ζήσει μια ζωή ως επαναστάτης, περιγράφει το παρελθόν του με ειρωνικό και αποστασιοποιημένο ύφος. Στέκεται ιδιαίτερα στη σχέση του με τον «λοξό» και «απόβλητο» μέλος της οικογένειας, τον θείο του Μαουρίσι, το νόθο παιδί που υιοθετήθηκε από τον παππού του και εξοβελίστηκε στην εξορία ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, και ο οποίος, αποτέλεσε το σκάνδαλο της οικογένειας, ως ομοφυλόφιλος και άνθρωπος των βιβλίων και της μουσικής, που τον μύησε στον κόσμο της τέχνης και της ευαισθησίας. Οικογενειακά «δέντρα» που μετατρέπονται, μνήμες από το παρελθόν μέσα από τις αφηγήσεις του Μικέλ και του (ιδιαίτερα καθοριστικού) Μαουρίσι – ενός αφηγητή που ίσως να είναι αναξιόπιστος – και ο οποίος, υπέργηρος πλέον περνάει τις τελευταίες του μέρες στο ίδρυμα, σε ένα βιβλίο που κυλάει αργά με συνεχείς ανατροπές και αναδρομές.

«Ένα από τα σημάδια της ωριμότητας είναι η συμφιλίωση με την ιδέα ότι, στη ζωή, δεν υπάρχει replay. Ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι όπου ρίχνουμε τα ζάρια μια μόνο φορά.»

Η μουσική είναι σε πρώτο πλάνο σε όλο το μυθιστόρημα (όπως άλλωστε και στο «Confiteor»), που ακολουθεί την δομή της τελευταίας σύνθεσης του Άλμπαν Μπεργκ (Βιέννη 1885-1935), «Κονσέρτο για Βιολί» («Violinkonzert») που ολοκληρώθηκε λίγο πριν τον θάνατο του συνθέτη σε ηλικία 50 ετών και αποτελεί το δημοφιλέστερο έργο του. Το «Κονσέρτο…» είναι αφιερωμένο στη «Μνήμη ενός Αγγέλου», όπως ακριβώς είναι ο τίτλος του δεύτερου κεφαλαίου του βιβλίου (το πρώτο μέρος έχει τίτλο «Το μυστικό του αορίστου»), ενώ το βιβλίο είναι χωρισμένο σε τέσσερις κινήσεις – Andante, Allegretto, Allegro, Adagio.

Ουσιαστικά λοιπόν η αναπαράσταση μιας μουσικής σύνθεσης με λέξεις, το μυθιστόρημα του Cabre είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν (εξάλλου στην αρχή του βιβλίου προτάσσεται η ρήση του Ίβλιν Γουό «for we posses nothing certainly except the past»), όχι μόνο της οικογένειας του Μικέλ Ζενζάνα, αλλά και της Ισπανίας. Οι περιγραφές των περιστατικών που σημάδεψαν την δική του ζωή, αλλά και των μελών της οικογένειάς του, δίνονται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση που εναλλάσσεται με την τριτοπρόσωπη του Μαουρίσι - όπως δε γίνεται και στα επόμενα βιβλία του συγγραφέα - ακόμα και μέσα στην ίδια πρόταση, προσδίδοντας έναν πολυφωνικό τόνο στην αφήγηση που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι τυπικά μονοφωνική.


Το βιβλίο είναι βέβαια απολαυστικό στο μεγαλύτερο μέρος του, ο Cabre είναι εξαίρετος τεχνίτης της αφήγησης αλλά έχει και μεγάλα διαστήματα φλυαρίας και πολλές (συνεχείς μάλλον) επαναλήψεις, που δεν κουράζουν και δεν ενοχλούν λόγω του εξαίσιου χιούμορ που μπορεί να ελαφρύνει ακόμα και τις πιο «βαριές» καταστάσεις. Ο Μικέλ και ο Μαουρίσι, δύο λογοτεχνικοί ήρωες τραγικοί και ταυτόχρονα συναισθηματικά ανάπηροι και ατελείς, μέσα από την αφήγηση αποκτούν διαφορετικούς τίτλους – Μικέλ Ζενζάνα, «ο άσωτος υιός», «ο ακρωτηριασμένος», «ο αποπροσανατολισμένος», Μαουρίσι «ο δίχως πατρίδα», «ο ηθικολόγος» κλπ.

Μυθιστόρημα αυτογνωσίας και αναζήτησης ταυτότητας, «Η σκιά ενός ευνούχου» του Jaume Cabre, μπορεί να μην είναι το καλύτερο του συγγραφέα, αλλά είναι ένα ίσως πιο συναισθηματικό και άμεσο από τα επόμενα δύο διάσημα έργα του που ακολούθησαν. Ένα σπαρακτικό οικογενειακό χρονικό, που μιλάει για όλα – χωρίς πάντα επιτυχία αλλά τουλάχιστον προσπαθεί με συνέπεια -, μελαγχολικό και με αγάπη για την μουσική που ξεχειλίζει από τις σελίδες του. Το σαγηνευτικό αφηγηματικό ύφος του συγγραφέα, όμως είναι πάνω απ’ όλα και είναι αυτό που συναρπάζει τον αναγνώστη και που κάνει το βιβλίο απολαυστικό.

 Βαθμολογία 82 / 100


 
 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home