Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009
posted by Librofilo at Πέμπτη, Φεβρουαρίου 19, 2009 | Permalink
Ο αθάνατος ΣΙΛΑΣ ΜΑΡΝΕΡ
Ένα από τα αγαπημένα μου Κλασσικά Εικονογραφημένα που διάβαζα (και ξαναδιάβαζα) μετά μανίας στην παιδική μου ηλικία, ήταν ο ΣΙΛΑΣ ΜΑΡΝΕΡ. Δεν θυμόμουν τι με «τράβαγε» στην φαινομενικά απλή ιστορία του φτωχού υφαντή, μπορεί να συνετέλεσε η δύναμη της εικονογράφησης αλλά μάλλον μέσα στο (τότε) αγνό μυαλό μου καταλάβαινα ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε, δεν μπορώ εξάλλου να λησμονήσω ότι μερικά από τα πιό αγαπημένα μου βιβλία της κλασσικής λογοτεχνίας κάπως έτσι τα πρωτοανακάλυψα, από τα Κλασσικά εικονογραφημένα (ΑΘΛΙΟΙ,ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΩΝ ΜΟΪΚΑΝΩΝ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ, ΜΟΜΠΥ ΝΤΙΚ και πολλά άλλα). Μου ξανάρθε «η γεύση της υπέροχης μαντλέν» όταν άρχισα να διαβάζω την καινούρια έκδοση στα Ελληνικά του βιβλίου από τις εκδόσεις Μαϊστρος σε ωραία μετάφραση του κ.Γρ.Κονδύλη και συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει περίπτωση να μη συγκινηθείς μ’αυτήν τη νουβέλα. Γραμμένη το 1861 από την πανμέγιστη GEORGE ELIOT, η ιστορία του ΣΙΛΑΣ ΜΑΡΝΕΡ αγαπήθηκε από εκατομμύρια αναγνωστών γιά τα πανανθρώπινα μηνύματά της, τα καίρια κοινωνικά της σχόλια, το χιούμορ, την φινέτσα της και τις εξαιρετικές περιγραφές της καθημερινής ζωής στην επαρχία.

Ο Σίλας Μάρνερ είναι ένας ικανότατος υφαντής που καταφεύγει στο Ράβελο, ένα συνηθισμένο χωριό κάπου στα βάθη της Αγγλικής επαρχίας, διωγμένος από τον τόπο του, το Λάντερν Γιάρντ όπου ζούσε ήσυχα και στις αγκάλες μιάς περίεργης θρησκευτικής αδελφότητας. Τον κατηγόρησαν γιά μιά κλοπή που ποτέ δεν έκανε και αυτός από την ντροπή του πήρε τους δρόμους.
Στο Ράβελο όταν αρχίζει η ιστορία ζει κοντά δεκαπέντε χρόνια – το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας είναι η αρχή του 19ου αιώνα – απομονωμένος στην άκρη της πόλης σε ένα καλύβι στο χείλος ενός εγκαταλειμμένου λατομείου πέτρας. Οι χωριανοί τον αντιμετώπιζαν πάντα με δυσπιστία όπως όλους τους «ξένους».

«Γιά τους ξωμάχους του παλιού καιρού, ο κόσμος έξω από το άμεσο περιβάλλον τους αποτελούσε μιά περιοχή ασάφειας και μυστηρίου: γιά την αταξίδευτη σκέψη τους, η ιδιότητα του πλάνητος ήταν μιά έννοια τόσο ασύλληπτη όσο η χειμερινή ζωή των χελιδονιών που επέστρεφαν με τον ερχομό της άνοιξης – ακόμα κι’ενας άποικος, εάν ερχόταν από μέρη αλαργινά, δεν έπαυε να αντιμετωπίζεται με κάποιο ίχνος δυσπιστίας, πράγμα που θα απέτρεπε οποιανδήποτε έκπληξη σε περίπτωση που μιά μακροχρόνια άμεμπτη συμπεριφορά εκ μέρους του έληγε με την διάπραξη ενός εγκλήματος – ειδικά εάν είχε όνομα ανθρώπου που διέθετε γνώση ή που έπιαναν τα χέρια του. Κάθε επιδεξιότητα, είτε είχε να κάνει με τη χειμαρρώδη χρήση εκείνου του δύσκολου οργάνου που λέγεται γλώσσα είτε με κάποια άλλη τέχνη άγνωστη στους χωρικούς, ήταν από μόνη της ύποπτη: οι τίμιοι άνθρωποι, γεννημένοι και αναθρεμμένοι κατά τρόπο γνωστό, δεν έδειχναν σημάδια υπερβολικής σοφίας ή εξυπνάδας – στην καλύτερη περίπτωση να ήξεραν να προβλέπουν τον καιρό, και η διαδικασία διά της οποίας αποκτούσαν κάθε είδους γρηγοράδα και δεξιοσύνη ήταν τόσο μυστηριώδης που άγγιζε τα όρια της μαγείας.»

Ο Σίλας μαζεύει σιγά-σιγά ένα κομπόδεμα. Κάνοντας πρώτη φορά στη ζωή του αμειβόμενη εργασία και ζώντας χωρίς προσωπικές επαφές, τα χρήματα αυτά μετά από τόσα χρόνια είναι αρκετά και η μοναδική απόλαυση του Σίλα είναι να τα μετράει κάθε βράδυ μπροστά στο τζάκι και μετά να τα κρύβει. Ο Σίλας επίσης πάσχει από ένα περίεργο σύμπτωμα που τον πιάνει κατά καιρούς. Μαρμαρώνει και «χάνεται» από τον κόσμο γιά μερικά λεπτά της ώρας, όπου δεν έχει επικοινωνία με το περιβάλλον.
Όταν κάποια στιγμή τα λεφτά του, χάνονται μυστηριωδώς αφού του τα κλέβει ο απατεώνας και ανεπρόκοπος γιός ενός εκ των προεστών του χωριού, η στάση των κατοίκων αρχίζει να αλλάζει (προς το καλύτερο) απέναντι στον κακόμοιρο υφαντή που αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια την κλοπή της μικρής περιουσίας του. Ο νεαρός κλέφτης εξαφανίζεται, κανείς δεν συνδιάζει την εξαφάνιση του με την κλοπή των χρημάτων αφού αυτή φορτώνεται στους τσιγγάνους ή στους γυρολόγους που περνάνε από το χωριό. Ο Σίλας πρέπει να ξαναρχίσει από την αρχή.
Την νύχτα των Χριστουγέννων, το χιόνι είναι έντονο και ο Σίλας παθαίνει μία από τις κρίσεις του. Καθώς όμως ξυπνάει βρίσκει μπροστά στο τζάκι ένα κοριτσάκι δύο περίπου ετών με χρυσαφένιες μπούκλες. Η μητέρα του μωρού, κατεστραμμένη από το ποτό και ταλαιπωρημένη από την πείνα, περιπλανιέται στο χωριό και πεθαίνει σχεδόν έξω από την πόρτα του Σίλα. Το μωρό βλέπει το φως από το τζάκι περνάει μπροστά από τον «μαρμαρωμένο» υφαντή και βρίσκεται μέσα στο σπίτι. Η μητέρα του ήταν «εν κρυπτώ» σύζυγος του Γκόντφρυ Κας, αδερφού του νεαρού που έκλεψε τα χρήματα του Σίλα, άρα το κορίτσι ήταν κόρη του Γκόντφρυ που ο θάνατος της «παράνομης» συζύγου του, τον διευκολύνει στα σχέδια του να παντρευτεί την πανέμορφη Νάνσυ Λάμμετερ με την οποία ήταν ανέκαθεν ερωτευμένος αλλά το κρυφό παρελθόν του τον εμπόδιζε από το να την ζητήσει σε γάμο.
Ο Σίλας προς γενική έκπληξη αποφασίζει να κρατήσει την μικρή και να την μεγαλώσει. Η ζωή του αλλάζει τελείως και αποκτά νόημα επιτέλους. Αφοσιώνεται στην μικρή Έπι που την βαφτίζει με το όνομα της αδερφής του, ενώ οι γυναίκες του χωριού του συμπαραστέκονται συγκινημένες. Το χωριό πλέον τον έχει αποδεχθεί, όλοι αναγνωρίζουν την καλωσύνη του, δεν τον κοιτάνε με μισό μάτι, γίνεται ένας αξιοσέβαστος πολίτης της κοινότητας. Όταν όμως η Έπι φτάνει σε ηλικία γάμου, το παρελθόν «ξυπνάει» και απειλεί πάλι τον κακόμοιρο Σίλα...

Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, μας λέει η Έλιοτ και αυτό είναι το βασικό θέμα του μυθιστορήματός της. Η ζωή μας γίνεται καλύτερη και αποκτά νόημα και υπόσταση όταν αγαπάμε, όταν αφοσιωνόμαστε σε κάποιον και αυτό αντανακλάται και στους άλλους. Ο ήρωάς της περνάει από την «Κόλαση» της αποπομπής από τον τόπο του, στο «Καθαρτήριο» των δεκαπέντε χρόνων που ζει μιά μοναχική ζωή ασχολούμενος μόνο με το να συσσωρεύει χρήμα που θεωρεί ότι είναι και ο σκοπός του στη ζωή και τελικά φτάνει στον «Παράδεισο» που τον οδηγεί το μικρό αγγελούδι στο οποίο αφιερώνει την ύπαρξή του και (επιτέλους) μαθαίνει να αγαπά... Πριν την άφιξη της Έπις, ο Σίλας δεν ζει, απλά επιβιώνει ως άλλος άνθρωπος των σπηλαίων, αγνοεί ακόμα και τις απλούστερες των πράξεων. Μαζί με την μικρή μαθαίνει κι’αυτός και ξαναθυμάται τα παιδικά του χρόνια, την εποχή του Λάντερν Γιαρντ και όταν σε μιά ιδιαίτερα συμβολική σκηνή προς το τέλος του βιβλίου, επισκέπτεται το μέρος όπου έζησε παλιά, προς μεγάλη του έκπληξη βλέπει ότι δεν υπάρχει πιά, έχουν χτιστεί άλλα οικήματα, κτίρια και ο κόσμος που γνώριζε έχει φύγει. Το «στοιχειωμένο παρελθόν» του έχει πεθάνει και ο Σίλας Μάρνερ είναι επιτέλους ένας ελεύθερος άνθρωπος.

Το γράψιμο της Έλιοτ είναι κέντημα πραγματικό. Ζωγραφιά απίστευτη. Χιούμορ, υπαινικτική γραφή, κοινωνικό σχόλιο, έμμεση κριτική της Εκκλησίας, διαπερνούν τις σελίδες της πυκνογραμμένης νουβέλας που αποτελεί παράδειγμα του πως μπορείς να συμπυκνώσεις αριστουργηματικά τόση πολλή δράση σε λίγες σελίδες.Εξαιρετική η έκδοση (σε πολυτονικό!) από τις εκδόσεις Μαϊστρος, με πολύ χρήσιμα επίμετρα στο τέλος, το ένα γιά την ζωή της συγγραφέως και το άλλο (του ικανότατου μεταφραστή) γιά το βιβλίο.

Το πραγματικό όνομα της Τζορτζ Έλιοτ (1819-1880), ήταν Μαίρη Αν Έβανς και θεωρείται μία εκ των μεγαλυτέρων συγγραφέων του 19ου αιώνα. Προσωπική μου άποψη είναι ότι συγκαταλέγεται στην πρώτη γραμμή, ισάξια των αδερφών Μπροντέ, καλύτερη της Τζέην Ώστιν, κοιτάζει στα μάτια τους Ντίκενς, Θάκεραιη, Κόλινς. Έζησε μιά επαναστατική (γιά τα δεδομένα της εποχής) ζωή δηλώνοντας ότι απορρίπτει τον Χριστιανισμό στον πατέρα της και φεύγοντας από το σπίτι και επιλέγοντας να συζήσει με τον μεγάλο της έρωτα, τον δημοσιογράφο Τζ.Χ.Λιούις ο οποίος ήταν παντρεμένος. Ο νόμος δεν του επέτρεπε το διαζύγιο αλλά αυτό δεν εμπόδισε το ζευγάρι να χαρεί τον έρωτά του αποκηρυγμένοι (κυρίως η Έβανς) από όλους. Η επιλογή του «ανδρικού» ονοματεπώνυμου γιά τα βιβλία της ήταν σχεδόν μονόδρομος εάν ήθελε να καθιερωθεί με την αξία της και όχι λόγω του σκανδάλου που είχε προκληθεί. Παρ’ότι τα πρώτα της βιβλία γνώρισαν επιτυχία, η καταξίωση της (κυρίως εμπορικά) έγινε με το ΣΙΛΑΣ ΜΑΡΝΕΡ. Με τα χρόνια και καθώς γνώριζε την επιτυχία, η πραγματική της ταυτότητα αποκαλύφθηκε προσθέτοντας της ακόμα περισσότερους θαυμαστές. Ήδη μετά το 1860 το κλίμα στην Αγγλία άλλαζε προς το προοδευτικότερο κυρίως μετά την δημοσίευση της ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ του Δαρβίνου. Η Έλιοτ φύλαξε το καλύτερο γιά το τέλος, αφού το τελευταίο της μυθιστόρημα, το αγαπημένο μου, MIDDLEMARCH θεωρείται (και είναι) ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα.

«Τον παλιό καιρό υπήρχαν άγγελοι που έρχονταν και έπαιρναν τους ανθρώπους από το χέρι για να τους οδηγήσουν μακριά από την καταδικασμένη πόλη. Δεν βλέπουμε πιά ολόλευκους αγγέλους σήμερα. Κι όμως, οι άνθρωποι οδηγούνται μακριά από την επικείμενη καταστροφή: ένα χέρι πιάνει το δικό τους και τους οδηγεί απαλά σ’έναν γαλήνιο και λαμπρό τόπο, ώστε να μη κοιτάζουν πίσω τους πιά. Το χέρι αυτό μπορεί να ανήκει σε ένα μικρό παιδί.»