Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2009
posted by Librofilo at Παρασκευή, Μαρτίου 06, 2009 | Permalink
Satellites of love
«Όλοι μας έχουμε ένα ξεχωριστό κάτι που μπορούμε να το προσεγγίσουμε σε κάποια συγκεκριμένη φάση της ζωής μας. Σαν μιά μικρή φλόγα. Λίγοι προσεκτικοί και τυχεροί νοιάζονται γι’αυτή τη φλόγα, τη φροντίζουν, την έχουν σαν πυρσό να φωτίζει το δρόμο τους. Αν όμως η φλόγα σβήσει, δεν ξανανάβει. Αυτό που είχα χάσει δεν ήταν μόνο η Σουμίρε. Ήταν κι αυτή η πολύτιμη φλόγα.»

Ο νεαρός δάσκαλος Κ. είναι ερωτευμένος με την Σουμίρε, αυτή όμως ερωτεύεται την Μίου μιά πλούσια εισαγωγέα κρασιών που την προσλαμβάνει ως γραμματέα στην επιχείρησή της. Η Μίου παρ’ότι φέρεται τρυφερά στην Σουμίρε δεν δείχνει να ανταποκρίνεται (κατ’αρχήν) στις προθέσεις της δεύτερης. Το ιδιότυπο αυτό ερωτικό τρίγωνο θα μπλεχτεί περισσότερο όταν η Σουμίρε εξαφανίζεται μυστηριωδώς κατά την διάρκεια των διακοπών των δύο γυναικών σε κάποιο ελληνικό νησί και ο Κ. θα κληθεί από την Μίου να βοηθήσει.

Δύσκολοι και αδιέξοδοι έρωτες απασχολούν τον πολυαγαπημένο Χαρούκι Μουρακάμι σχεδόν σε όλα του τα βιβλία. Το γνώριμο του ύφος και οι ιστορίες σαν μπάμπουσκες που αποκαλύπτουν η μία την άλλη τις συναντάμε σε όλο του το έργο. Εξάλλου σε όλα του τα έργα ο συγγραφέας περιγράφει τις ζωές καθημερινών ανθρώπων που κάτω από την επιφάνεια τους συμβαίνουν περίεργα (και συνήθως γοητευτικά) πράγματα. Το μυθιστόρημα «ΣΠΟΥΤΝΙΚ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» (Εκδ.Ωκεανίδα, μετάφρ.(από τα Αγγλικά) Λεων.Καρατζάς, σελ.292), δεν διαφέρει ως προς αυτό από τα υπόλοιπα. Η πλοκή εξελίσσεται στυλάτα και (σχεδόν) υπνωτιστικά, ο αναγνώστης «αιχμαλωτίζεται» και δεν μπορεί να ξεφύγει. Αισθάνεσαι δε ότι δεν μπορείς να περιγράψεις ακριβώς τι νιώθεις γιατί σε γοητεύει τόσο πολύ που το ξέρεις ότι δεν μπορείς να μεταδώσεις το συναίσθημα του συγγραφέα.

Οι τρεις πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι μοναχικοί άνθρωποι. Ο Κ. που το όνομά του δεν θα το μάθουμε ποτέ (υποθέτω ότι εδώ ο Μουρακάμι κλείνει το μάτι στον Κάφκα), ζεί μιά πολύ μοναχική και περιχαραγμένη – συμβιβασμένη ζωή. Με την Σουμίρε έχουν μιά άνετη φιλική σχέση, οπου ο Κ. προσπαθεί να την συμβουλεύει και να την βοηθάει με διακριτικό τρόπο, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί μιά καθαρά σεξουαλική σχέση με την μητέρα ενός μαθητή του. Η Σουμίρε είναι μπερδεμένη, θέλει να γίνει συγγραφέας θέλει να γράψει μιά «μεγάλη» νουβέλα αλλά δεν της αρέσει αυτό που παράγει με τη γραφή της, δεν ξέρει να κάνει τίποτα στη ζωή και ζεί σχεδόν παρασιτικά. Όταν γνωρίζει τυχαία την πανέμορφη Μίου κάτι γίνεται μέσα της. Δέχεται να δουλέψει γι’αυτήν, να «συμβιβαστεί» με τον αστικό τρόπο ζωής και να τηρεί κάποιο ωράριο. Την ερωτεύεται αλλά φροντίζει να μη της το δείχνει. Όταν φεύγουν γιά επαγγελματικό ταξίδι στην Ευρώπη,η Σουμίρε είναι ευτυχισμένη γιά πρώτη φορά στη ζωή της αλλά είναι και το μόνο διάστημα που δεν μπορεί να γράψει ούτε γραμμή. Λίγο προτού γυρίσουν στην Ιαπωνία επισκέπτονται γιά λίγες ημέρες ένα μικρό ελληνικό νησί (την Κάλυμνο;) γιά ξεκούραση. Εκεί στο ειδυλιακό περιβάλλον και κάτω από το έντονο ελληνικό φως η Σουμίρε δεν μπορεί να συγκρατήσει τα συναισθήματά της άλλο, και κάνει την αποφασιστική κίνηση προς την Μίου, η οποία δεν ανταποκρίνεται. Η Μίου βλέπει την Σουμίρε ως «συνοδοιπόρο»,ως «Σπούτνικ»,εξάλλου την είχε προειδοποιήσει περιγράφοντας της, την μοιραία νύχτα της ζωής της όταν ξαφνικά τα μαλλιά της άσπρισαν, «αυτό που βλέπεις δεν είναι ο πραγματικός μου εαυτός.Είναι η σκιά αυτού που ήμουν κάποτε». Ο διχασμός της Μίου συγκλονίζει την Σουμίρε, ποιά είναι πραγματικά η φίλη της και ποιά είναι αυτή; Δύο «διχασμένοι» άνθρωποι μπορούν να συναντηθούν; Μήπως στην άλλη «μεριά του καθρέφτη»;

«Με φίλησε στο μέτωπο και μου είπε ότι λυπόταν. «Είναι που μου αρέσεις πάρα πολύ»,είπε. «Με βασάνιζε πολύ καιρό κι έπρεπε να προσπαθήσω». «Μου αρέσεις κι εσύ», είπα στη Σουμίρε, «γι’αυτό μη δίνεις ιδιαίτερη σημασία. Εξακολουθώ να θέλω να είσαι μαζί μου».
Σαν να είχε σπάσει ένα φράγμα, η Σουμίρε έβαλε τα κλάμματα και συνέχισε να κλαίει στο μαξιλάρι της για πάρα πολύ ώρα. Της χάιδεψα τη γυμνή πλάτη ενόσω έκλαιγε, από τους ώμους μέχρι τη μέση, νιώθοντας στα χέρια μου όλα της τα κόκκαλα. Ήθελα να κλάψω μαζί της, αλλά δεν μπορούσα.
Και τότε κατάλαβα κάτι. Ότι είμαστε δύο υπέροχοι συνοδοιπόροι που όμως, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι παρά δύο μοναχικές πλάκες μετάλλου η καθεμιά στη δική της τροχιά. Από μακριά φαίνονται σαν όμορφοι διάττοντες αστέρες, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά φυλακές, όπου η καθεμιά μας είναι κλεισμένη μόνη και δεν πηγαίνει πουθενά. Όταν οι τροχιές αυτών των δύο δορυφόρων συμβεί να διασταυρωθούν, μπορούμε να είμαστε μαζί. Μπορούμε ίσως ν’ανοίξουμε την καρδιά μας η μια στην άλλη. Όμως αυτό θα συμβεί για μια ελάχιστη στιγμή. Την επόμενη ακριβώς στιγμή θα πλέουμε μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Μέχρι να καούμε και να γίνουμε στάχτη.»


Η Σουμίρε την επόμενη μέρα εξαφανίζεται. Η Μίου καλεί τον Κ. να πάει να βοηθήσει στην έρευνα. Ο Κ. συνειδητοποιώντας την σοβαρότητα της κατάστασης φτάνει εκεί αμέσως αλλά δεν υπάρχει αποτέλεσμα. Λες και άνοιξε η γη να την καταπιεί ή μήπως η Σουμίρε έκανε το βήμα και πέρασε στην άλλη μεριά του καθρέφτη; Ο ίδιος ο Κ. γυρνώντας στο Τόκυο θα είναι ένας διαφορετικός άνθρωπος,περισσότερο ώριμος, αλλά και ήρεμος, το ελληνικό φως τον επηρρέασε κι αυτόν. Το διφορούμενο και ανοιχτό φινάλε του μυθιστορήματος μέσα από τις 10 τελευταίες αριστουργηματικές σελίδες του βιβλίου ολοκληρώνει(;) ακόμα και τις ψιλομπερδεμένες καταστάσεις με έναν «μαγικό» τρόπο αφού ο ικανότατος (και πανέξυπνος) Μουρακάμι φροντίζει να «δέσει» την ιστορία έτσι που ο αναγνώστης να κλείσει τις σελίδες γοητευμένος και με ένα χαμόγελο στα χείλη.

Οι ερωτικές σχέσεις του βιβλίου είτε βρίσκουν διέξοδο ή δεν ολοκληρώνονται – ο έρωτας του Κ γιά την Σουμίρε και της Σουμίρε γιά την Μίου «βρίσκουν τοίχο», είτε είναι αγχώδεις όπως του Κ γιά την μητέρα του μαθητή του, ή δυστυχισμένες όπως ο συζυγικός βίος της Μίου. Έχουν όλοι καλές και φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, αλλά πάντα κάτι λείπει, κάτι ανολοκλήρωτο υπάρχει σε όλους και καταλήγουν να είναι «συνοδοιπόροι». Δορυφόροι του έρωτα απομακρυσμένοι από τους εαυτούς μας, τις περισσότερες φορές ελκόμαστε από κάποιον «συνοδοιπόρο» ευρισκόμενοι συνήθως σε σύγχυση, ψάχνοντας να βρούμε τι έχουμε χάσει στην πορεία.
Το «Σπούτνικ...» όπως και το «Νορβηγικό δάσος» είναι ένα μυθιστόρημα μαθητείας γραμμένο με τον συνήθη σουρεαλιστικό και ονειρώδη τρόπο του μεγάλου Ιάπωνα. Καλύτερο από το Νορβηγικό Δάσος, του λείπει η επική πνοή και η εξαιρετική ιστορία του Κουρδιστού Πουλιού, έχει αρκετές κλισέ φράσεις και καταστάσεις, ενώ κάποιες στιγμές παρασύρεται από τον φολκλορισμό περιγράφοντας το ελληνικό νησί. Από την άλλη όμως σε κερδίζει με το συναίσθημα και την ψυχή του(όπως λέει και η Alef στην δική της παρουσίαση του βιβλίου), σε παρασέρνει στον λαβύρινθό του και σε κρατάει με την πλοκή του και την μαγεία του.

«Γιατί πρέπει οι άνθρωποι να είναι τόσο μόνοι; Τι νόημα έχει αυτό; Εκατομμύρια άνθρωποι σ’αυτό τον κόσμο, και όλοι προσβλέπουν με λαχτάρα στους άλλους γιά να ικανοποιήσουν τις ανάγκες του, ενώ ταυτόχρονα απομονώνονται.Γιατί; Να φτιάχτηκε άραγε η Γη μόνο και μόνο για να τρέφει την ανθρώπινη μοναξιά;»