Τρίτη, Μαρτίου 30, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 30, 2010 | Permalink
"Το γελοίο και εφήμερο" της παγκόσμιας ιστορίας (κατά Μπόρχες)
Ο ίδιος ο Φλωμπέρ το χαρακτήρισε «Εγκυκλοπαίδεια της ανθρώπινης βλακείας» ενώ, ο μέγας θαυμαστής του και καλός του φίλος (παρά την μεγάλη διαφορά της ηλικίας) Γκυ ντε Μωπασάν του έδωσε ως υπότιτλο «Περί της απουσίας μεθόδου στην μελέτη των ανθρώπινων γνώσεων», ο δε Μπόρχες υποκλίνεται μπροστά στην τεχνική και την ικανότητα του Φλωμπέρ να συνεχίζει ένα λογοτεχνικό έργο στο διηνεκές («…ο χρόνος του μυθιστορήματος κλίνει προς την αιωνιότητα…») διακρίνοντας στο μυθιστόρημα αυτό την αντιστροφή στο απόφθεγμα του Chesterton, «το μυθιστόρημα μπορεί κάλλιστα να πεθάνει μαζί μας» .

Ο λόγος για το κλασσικό αλλά πάντα μοντέρνο ανολοκλήρωτο αριστούργημα του μεγάλου Gustave Flaubert, «ΜΠΟΥΒΑΡ & ΠΕΚΙΣΕ» που ξανακυκλοφόρησε πριν από 2 χρόνια σε μια εξαιρετική έκδοση από τις εκδόσεις Πόλις, σε καταπληκτική μετάφραση του Α.Κυριακίδη (σελ.487), ένα (μάλλον) «αντιμυθιστόρημα» που υφολογικά ανήκει ουσιαστικά στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα (παρότι γράφτηκε τον 19ο..) και που στην γραφή του αναγνωρίζεις πόσο επηρέασε τον Οδυσσέα του Τζόυς ή τα έργα της Β.Γουλφ.

Το «Μπουβάρ & Πεκισέ» ήταν ουσιαστικά ένα «work in progress» του μεγάλου συγγραφέα. Από 9(!) ετών τον απασχολούσε η «απεικόνιση της βλακείας» («θέλω να αφηγηθώ τις βλακείες που λέει μια κυρία όταν έρχεται στον μπαμπά») – ενώ αργότερα δηλώνει «Θα εμμέσω πάνω στους συγχρόνους μου την περιφρόνηση που μου εμπνέουν.» Εμπνέεται από ένα ασήμαντο διήγημα («Οι δύο γραφιάδες» του B.Maurice, για δύο δικαστικούς υπαλλήλους που όταν συνταξιοδοτούνται αποσύρονται στην επαρχία αλλά πλήτουν με την αγροτική ζωή και στο τέλος ξαναπιάνουν το γράψιμο αφού αυτό είναι το μόνο πράγμα που τους ικανοποιεί), και δημιουργεί δύο μοναδικές φιγούρες στην ιστορία της λογοτεχνίας. Τους «ασήμαντους ήρωες» Μπουβάρ και Πεκισέ, δύο μεσήλικες (μάλλον ηλικιωμένοι για την εποχή) αντιγραφείς που εργάζονται στο Παρίσι και ζουν μια υπερβολικά μοναχική ζωή. Ο Μπουβάρ ένας χήρος και ο Πεκισέ ένας άνθρωπος που δεν είχε γνωρίσει την γυναικεία επαφή στη ζωή του. Γνωρίζονται τυχαία και αμέσως γίνονται αυτοκόλλητοι συμφωνώντας σχεδόν σε όλα. Και οι δύο ονειρεύονται να ζήσουν στην εξοχή μόλις συνταξιοδοτηθούν και το όνειρό τους πραγματοποιείται χάρις σε μία κληρονομιά που κερδίζει ο Μπουβάρ.

Τα παρατάνε όλα και μετακομίζουν σε ένα αγρόκτημα που αγοράζουν στη Νορμανδία. Αποφασίζουν να ασχοληθούν με τις γεωργικές εργασίες και προσπαθούν να επιμορφωθούν μέσα από βιβλία που παραγγέλνουν. Η κηπουρική δεν τους βγάζει πουθενά και το ένα φέρνει το άλλο οπότε προσπαθούν να μάθουν γεωγραφία, αστρολογία, χημεία, ιατρική. Η μία πληροφορία διαδέχεται την άλλη, το ένα επιστημονικό σύγγραμα το άλλο και οι δύο άμοιροι μπερδεύονται όλο και πιο πολύ με αυτά που διαβάζουν. Φιλοσοφία, ιστορία, αρχαιολογία, λογοτεχνία, καλές τέχνες, μαγεία, υπνωτισμός ακολουθούν με τραγελαφικά επεισόδια αφού οι δύο καμπαλέρος πειραματίζονται σε ζώα, σε ανθρώπους, τσακώνονται με όλο το χωριό, οι αρχές τους θεωρούν ύποπτους, οι απόψεις τους αλλάζουν από βιβλίο σε βιβλίο, από συγγραφέα σε συγγραφέα.Η «κατραπακιά» θα τους έρθει όταν αποφασίζουν να υιοθετήσουν δύο εγκαταλελειμένα αδερφάκια, τα παιδιά ενός διαβόητου εγκληματία της περιοχής. Θέλουν να τα αναθρέψουν σύμφωνα με όλες τις αρχές της Παιδαγωγικής που διαβάζουν στα εγχειρίδια. Αποτυγχάνουν οικτρά και τότε αποφασίζουν να γυρίσουν στην παλιά τους τέχνη.

Το μυθιστόρημα διακόπτεται απότομα λόγω του αιφνίδιου θανάτου του Φλωμπέρ από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο συγγραφέας καταπονημένος από την δεκαετή απασχόλησή του με το σχέδιο αυτού του μυθιστορήματος είχε αφήσει ένα σχεδίασμα του τι θα περιείχε ο δεύτερος τόμος του έργου. Οι μελετητές είναι σίγουροι ότι θα ήταν ένας «τόμος των παραθεμάτων», όπου οι δύο φίλοι θα αντέγραφαν τα κείμενα που θ αποδείκνυαν την ηλιθιότητα και την γελοιότητα της «διανόησης». Κείμενα που ο Φλωμπέρ ανθολογούσε επί δεκαετίες, και που όπως έλεγε σε κάποιον φίλο του, «θα είναι το βιβλίο των εκδικήσεων»,ενώ ο μύθος γύρω από αυτό το βιβλίο λέει ότι ο συγγραφέας διάβασε πάνω από 1500 επιστημονικά βιβλία για να μπορέσει να γράψει το μυθιστόρημα αυτό.

Το «Μπουβάρ & Πεκισέ» είναι ένα μυθιστόρημα για την ανθρώπινη αφέλεια, για το «μάταιο κυνήγι της γνώσης». Οι ήρωες του δεν είναι βλάκες, δεν είναι ηλίθιοι. Είναι δύο άνθρωποι που έχουν λειψές γνώσεις, που δεν έχουν απολαύσει τίποτα, δουλεύοντας σχεδόν όλη τους τη ζωή και που τώρα θέλουν να τα μάθουν όλα με τη μία. Εμπιστεύονται την «ανθρώπινη σοφία» που είναι συσσωρευμένη σε τόμους αιώνων. Και τι βρίσκουν εκεί μέσα; Αντικρουόμενες πληροφορίες που η μία καταργεί την άλλη. Διαβάζουν ένα βιβλίο και πείθονται από το ύφος και τα λεγόμενα του συγγραφέα. Διαβάζουν όμως το επόμενο πάνω στο ίδιο θέμα και πείθονται από τα εντελώς αντίθετα που υποστηρίζει ο άλλος συγγραφέας. Ημιμαθείς καθώς είναι προσπαθούν να εφαρμόσουν στην πράξη αυτά που διαβάζουν και κάνουν συνεχώς γκάφες προκαλώντας την οργή των αμόρφωτων χωρικών που τους δουλεύουν κανονικά, των ημιμαθών βλαχοδήμαρχων, της τοπικής εξουσίας. Προσπαθούν να «μεταλαμπαδεύσουν» τις τσαπατσούλικα αποκτημένες γνώσεις τους στην κλειστή κοινότητα του χωριού. Πέφτουν σε συνεχείς γκάφες αλλά και οι καράβλαχοι που τους περιτριγυρίζουν μέσα στην πονηριά και την κατεργαριά ευκαιρία ψάχνουν να τους την φέρουν. Οι δύο ήρωες κάποια στιγμή συνειδητοποιούν ότι αποκλείεται να μπορέσουν να επιβιώσουν υπό αυτές τις συνθήκες…

«Η ανωτερότητά τους ήταν προφανής, κι αυτό πλήγωνε. Καθώς υποστήριζαν θέσεις ανήθικες, δεν μπορεί παρά να ήταν ανήθικοι• κι άρχισαν οι συκοφαντίες.
Και τότε, μια λυπηρή ιδιότητα αναπτύχθηκε στο νου τους: αυτή του να βλέπουν τη βλακεία και να μην μπορούν να την ανεχτούν.
Ασήμαντα πράγματα τους κατέθλιβαν: οι διαφημίσεις στις εφημερίδες, το προφίλ ενός αστού, μια ηλίθια σκέψη που άκουγαν τυχαία


Ο Φλωμπέρ εκτείνει το μυθιστόρημα του πέρα από χρονικά πλαίσια . Ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Είναι ουσιαστικά ένα έργο «αχρονικό». Τα παραδείγματα επί της πλοκής πολλά. Ο Πεκισέ πραγματοποιεί την πρώτη του σεξουαλική επαφή με την πονηρή υπηρετριούλα, ενώ κανονικά πρέπει να πλησιάζει τα 70. Οι δύο φίλοι υιοθετούν τα ορφανά ενώ πρέπει να είναι 80 χρονών. Πραγματικός χρόνος δεν υπάρχει στο μυθιστόρημα ενώ τα πολιτικά γεγονότα βασίζονται σε πραγματικά περιστατικά, ουσιαστικά γύρω τους όλα εξελίσσονται αλλά αυτοί οι δύο παραμένουν στην ίδια ηλικία. Ο συγγραφέας τους φέρεται τρυφερά και με κατανόηση, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η σάτιρα της μικροαστικής τάξης, η «τυφλότητα» του κόσμου και η αφόρητη γενίκευση των πάντων.
Ο συγγραφέας αποτίει ένα φόρο τιμής στην Φιλία Οι δύο χαζούληδες ήρωες αντέχουν τα πάντα μένοντας μαζί. Ο ένας παρηγορεί και συμπονάει τον άλλον. Η διάχυτη ειρωνία που διαπερνάει τις σελίδες του μυθιστορήματος με φαρμακερό στυλ δεν απευθύνεται στους B&P, αυτοί δεν αλλάζουν σχεδόν καθόλου. Η ματιά τους παραμένει αφελής και κάποιες φορές αφόρητη αλλά δικαιολογημένη. Ο Φλωμπέρ στηλιτεύει την υποκρισία, την παγαποντιά, την «ξερολίαση», τον καθωσπρεπισμό, τα μεγαλεπήβολα σχέδια, τα φιλοσοφικά ρεύματα ενώ με ειρωνία αντιμετωπίζει την «υπερφυσική» υστερία που είχε πιάσει τον κόσμο, τις πολιτικές αντιδράσεις τύπου «όπου φυσάει ο άνεμος», την επιφανειακή «γνώση» που σου προσφέρουν συγγραφείς μίας χρήσεως.


Όπως γράφει και ο Μπόρχες στην εξαιρετική του ανάλυση του βιβλίου:
«Ο Flaubert ήταν ένθερμος αναγνώστης του Spencer, στα First Principles του οποίου διαβάζουμε ότι δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τον κόσμο, για τον σαφή και επαρκή λόγο ότι το να εξηγείς ένα γεγονός, σημαίνει να το συνδέεις μ’ένα άλλο γενικότερο, κι ότι αυτή η διαδικασία δεν έχει τέλος ή μας οδηγεί σε μια αλήθεια τόσο γενική, ώστε να μην μπορούμε να τη συνδέσουμε με καμία άλλη, δηλαδή, να την εξηγήσουμε. Η επιστήμη είναι μια πεπερασμένη σφαίρα που διαστέλλεται στον άπειρο χώρο• κάθε νέα επέκτασή της τη φέρνει να καταλαμβάνει μια όλο και μεγαλύτερη ζώνη του αγνώστου, αλλά το άγνωστο είναι ανεξάντλητο. Γράφει ο Flaubert: «Ακόμα δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα, και πολύ θα θέλαμε να μαντέψουμε αυτή την έσχατη λέξη που δε θα μας αποκαλυφθεί ποτέ. Αυτή η φρενίτιδα να καταλήξουμε σ’ένα συμπέρασμα, είναι η πιο ολέθρια και η πιο στείρα μανία.» Η τέχνη, κατ’ανάγκην, λειτουργεί μέσα από σύμβολα• η πιο μεγάλη σφαίρα είναι ένα σημείο στο άπειρο• δύο εξωφρενικοί αντιγραφείς μπορούν να εκπροσωπήσουν όχι μόνο τον Flaubert, αλλά και τον Schopenhauer ή τον Νεύτωνα.».

Το μυθιστόρημα ευτύχησε στις μεταφορές του στη γλώσσα μας.Και η παλαιότερη μετάφραση του Α.Μοσχοβάκη στην έκδοση του Ηριδανού (1982) και η καινούργια του Α.Κυριακίδη αποδίδουν άριστα το πνεύμα ενός βιβλίου που γενικώς δύσκολα μεταφράζεται σε ξένες γλώσσες και δεν είναι το ευκολότερο για τον μέσο αναγνώστη που πρέπει να έχει αρκετή υπομονή για να τα βγάλει πέρα με τις συνεχείς αναφορές σε άλλα βιβλία (μερικά επιννοημένα από τον συγγραφέα) και σε άλλους συγγραφείς, σε φιλοσοφικά ρεύματα, σε πολιτικούς που το όνομα τους σε κάποιον εκτός Γαλλίας δεν λέει πολλά. Είναι κρίμα που για την ιστορία της λογοτεχνίας αυτό το μεγαλεπήβολο σχέδιο έμεινε στη μέση και ακόμα κι αυτό δεν έτυχε κάποιας επιμέλειας από τον συγγραφέα του. Έτσι κι αλλιώς όμως η αξία του παραμένει μεγάλη , είναι ισάξιο με τα άλλα μεγάλα βιβλία του Φλωμπέρ, την Μαντάμ Μποβαρύ και την Aισθηματική Αγωγή – δυστυχώς η εύθραυστη υγεία του συγγραφέα τον πρόδωσε στο καλύτερο του σημείο.
Κλείνω με τα λόγια του Μωπασάν:

«Όμως το έργο που είχε αναλάβει, δεν ήταν απ’αυτά που τελειώνουν ποτέ. Ένα τέτοιο βιβλίο τρώει τον άνθρωπο, γιατί οι δυνάμεις μας είναι πεπερασμένες, και ο μόχθος μας δεν μπορεί να είναι άπειρος. Δυο-τρεις φορές, ο Flaubert έγραψε σε φίλους του: «Φοβάμαι μήπως το τέρμα του ανθρώπου δεν επέλθει πριν από το τέρμα του βιβλίου – τι ωραία που θα τελείωνε έτσι το κεφάλαιο!.»
Κι ένα πρωί, έτσι ακριβώς όπως το΄χε γράψει, έπεσε, κεραυνοβολημένος από τη δουλειά, σαν ένα παράτολμο Τιτάνα που ήθελε ν’ανέβει πολύ ψηλά.
Και, μια που έπιασα τις μυθολογικές παρομοιώσεις, ας πω και την εικόνα που μου εμπνέει η ιστορία του Μπουβάρ και Πεκισέ.
Βλέπω σ’αυτό τον αρχαίο μύθο του Σισύφου: πρόκειται για δύο σύγχρονους αστούς Σισύφους που πασχίζουν αδιάκοπα να αναρριχηθούν στο βουνό της επιστήμης, σπρώχνοντας μπροστά τους αυτόν το βράχο της κατανόησης που συνέχεια τους γλιστρά και ξανακυλάει κάτω.
Αυτοί, όμως στο τέλος, ξέπνοοι κι αποκαρδιωμένοι, σταματούν και, γυρίζοντας την πλάτη στο βουνό, στρογγυλοκάθονται στο βράχο τους.»