Τρίτη, Μαρτίου 02, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 02, 2010 | Permalink
Nocturnes
Οτιδήποτε κι αν γράψει ο περίφημος ΑγγλοΙάπωνας Kazuo Ishiguro, είναι πάντα καλοδεχούμενο, οπότε και η πλέον πρόσφατη (2009) συλλογή διηγημάτων του «ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ» (“Nocturnes”), (Εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ.Τ.Κοβαλένκο, σελ.200) έστω κι αν δεν προσθέτει κάτι ιδιαίτερο στην βιβλιογραφία του, δεν παύει να είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα της εξαιρετικής γραφής του.

Τα «Νυχτερινά» είναι μια συλλογή 5 διηγημάτων που έχουν ως κοινό παρονομαστή την μουσική αφού οι 4 ιστορίες έχουν ως ήρωες μουσικούς και στην μοναδική ιστορία που δεν υπάρχουν οι μουσικοί ως ιδιότητα/επάγγελμα, οι ήρωες έχουν ως μοναδικό κοινό στοιχείο που τους ενώνει την αγάπη τους για το ίδιο στυλ μουσικής. Σε όλα όμως τα διηγήματα κυριαρχεί η μοναξιά, η πικρία για τα «όνειρα που πήγαν χαμένα», για φιλοδοξίες που διαψεύστηκαν από την ίδια τη ζωή, για άτυχους έρωτες, για ανθρώπους που η ζωή τους καλύπτεται από καταχνιά.

Η πρώτη ιστορία (Ο τροβαδούρος της αγάπης), περιγράφει τη συνάντηση ενός μουσικού στην πλατεία του Αγίου Μάρκου της Βενετίας που συναντάει το είδωλό του, έναν «κρούνερ» τραγουδιστή, τον Τόνι Γκάρντνερ που βρίσκεται εκεί με την σύζυγό του Λίντι για διακοπές. Ο Γκάρντνερ ζητάει από τον μουσικό να τον συνοδεύσει σε μια ξαφνική καντάδα που θέλει να κάνει στη σύζυγό του, η οποία αποδεικνύεται κυριολεκτικά το «κύκνειο άσμα» στο χρονικό ενός προαναγγελθέντος διαζυγίου.

Η δεύτερη ιστορία (Με ήλιο ή με βροχή-Come rain or come shine), αφορά την συνάντηση τριών παλιών φίλων στο Λονδίνο. Ο Ρέι επισκέπτεται για λίγες ημέρες το ζευγάρι του Τσάρλι και της Έμιλι που ήταν οι κολλητοί του στο πανεπιστήμιο πολλά χρόνια πριν και διαπιστώνει πως όχι μόνο δεν είναι ευπρόσδεκτος από την Έμιλι που κάποτε μοιραζόντουσαν την αγάπη τους για τα μιούζικαλς αλλά και ότι το ζευγάρι έχει ουσιαστικά χωρίσει και προσπαθούν να μη συναντήσει ο ένας τον άλλον μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Μια ευφυής ιστορία για το χαμένο παρελθόν, γεμάτη χιούμορ και ανατροπές.

Στο τρίτο διήγημα (Μάλβερν Χιλς), ο Ισιγκούρο περιγράφει την απογοήτευση που νιώθει ένας νεαρός μουσικός που δεν μπορεί να βρει ανταπόκριση στη μουσική που γράφει, και την ανασφάλεια που νιώθει η οποία τον οδηγεί στο εξοχικό καφέ-ρεστωράν που διατηρεί η αδερφή του με τον άνδρα της σε μια υπέροχη τοποθεσία κάπου στο Γουορσεστερσάιρ της Αγγλίας. Εκεί καθώς σερβίρει τουρίστες βοηθώντας το ζευγάρι και γρατζουνάει την κιθάρα του τα βράδια εισπράττοντας την απόρριψη από τον γαμπρό του γνωρίζει δύο μεσήλικες Ελβετούς μουσικούς που κάνουν τουρισμό και οι οποίοι ακούνε τη μουσική του, ενθουσιάζονται και τον ενθαρρύνουν να κυνηγήσει το όνειρό του και όπου τον βγάλει. Ο συγγραφέας απεικονίζει με τρυφερότητα την απογοήτευση του νεαρού μουσικού που βρίσκει διέξοδο μέσα από την ενθάρρυνση των δύο γηραλέων μουσικών που καταπίεσαν τα όνειρά τους «καταντώντας» περιοδεύοντες μουσικοί ξενοδοχείων.

Το μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής είναι το «Νυχτερινό» που είναι και το πιο έξυπνο αλλά που η ωραία αρχική του ιδέα εξαντλείται δυστυχώς γρήγορα. Ένας ταλαντούχος μουσικός της τζαζ ψάχνει χρόνια την ευκαιρία να κάνει επιτυχία αλλά το άσχημο παρουσιαστικό του αποτελεί εμπόδιο στην καριέρα του. Όταν η σύζυγος του τον εγκαταλείπει για κάποιον πλούσιο, αποφασίζει να πραγματοποιήσει την πλαστική επέμβαση στο πρόσωπό του που ο ατζέντης του τον πιέζει χρόνια να κάνει. Η σύζυγός του αισθανόμενη ενοχές για την εγκατάλειψη πείθει τον εραστή της να πληρώσει όλα τα έξοδα στην πιο διάσημη κλινική του Λ.Α. Ο μουσικός πραγματοποιεί την επέμβαση και στο διπλανό δωμάτιο της σούπερ λουξ κλινικής που πάνε μόνο επώνυμοι, βρίσκεται η Λίντι Γκάρντνερ, η χωρισμένη πλέον σύζυγος του κρούνερ τραγουδιστή Τόνι Γκάρντνερ του πρώτου διηγήματος της συλλογής. Διάφορα ευτράπελα επεισόδια θα στιγματίσουν την παραμονή τους στην κλινική καθώς αναρρώνουν από τις επεμβάσεις. Ένα διήγημα που μιλάει για την δύναμη της εμφάνισης στην show business, για τα νιάτα που δεν ξαναγυρνάνε ότι κι αν κάνεις, για το εύθραυστο των σχέσεων. Θα μπορούσε να μια έξοχη ιστορία αλλά παρασύρεται σε ένα ξέφρενο σλάπστικ ρυθμό παλιών κωμωδιών καταστάσεων που είναι πολύ δύσκολο να τραβήξει τον αναγνώστη.

Η συλλογή κλείνει με το διήγημα «Βιολοντσελίστες» που είναι ίσως το καλύτερο της συλλογής. Είναι η ιστορία ενός νεαρού Ούγγρου βιολοντσελίστα, του Τίμπορ που παρότι είχε καλές σπουδές στο Λονδίνο και στην Βιένη βρίσκεται χωρίς χρήματα να παίζει στις ορχήστρες των υπαίθριων καφέ της Βενετίας. Μια Αμερικανίδα που του συστήνεται ως διάσημη τσελίστρια διακρίνει το ταλέντο του και του παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα στο δωμάτιο της. Η φιλική σχέση που θα αναπτυχθεί μεταξύ των δύο θα δυναμώσει μετά την αποκάλυψη του ιδιόμορφου μυστικού της Αμερικάνας, η σχέση τους θα τελειώσει το ίδιο περίεργα όπως άρχισε όταν η Αμερικανίδα φίλη θα επιλέξει να γυρίσει στην επαρχιακή πόλη που ζει.

Συνηθισμένοι και καλοί άνθρωποι που κάνουν περίεργα πράγματα, αυτός είναι ο κόσμος στα διηγήματα του Ισιγκούρο. Απογοητευμένοι και ηττημένοι της ζωής, ήσυχοι και νοήμονες τύποι που έχουν παραδεχθεί πλέον ότι δύσκολα θα αλλάξει η ζωή τους. Μοναξιά και χαμηλότονα συναισθήματα που τα συνοδεύει η μουσική που είναι διαρκώς παρούσα πίσω από τις λέξεις του μεγάλου συγγραφέα.

Ίσως μια αποφόρτιση να χρειαζόταν ο Ισιγκούρο μετά το μεγαλειώδες αριστούργημά του «Μη μ’αφήσεις ποτέ». Τα «Νυχτερινά» κινούνται σε πιο χαμηλότονο στυλ θυμίζοντας αμυδρά ένα παλαιότερο μυθιστόρημα του, τον «Απαρηγόρητο», που περιγράφει τη ζωή ενός μουσικού που κυνηγάει το όνειρό του. Ο έξοχος λυρισμός της γραφής του Ισιγκούρο, εκπληκτικός συνδιασμός του Βρετανικού understatement που χειρίζεται άψογα με την εξαιρετική λιτότητα του Ιαπωνικού DNA που ρέει στις φλέβες του (ο συγγραφέας ζει από τα 5 του στην Αγγλία) και το οποίο βρήκε διέξοδο και δημιουργικότητα κυρίως στα «Απομεινάρια μιας μέρας» ακόμα και όταν δεν είναι στα καλύτερα του (όπως στην τωρινή συλλογή), είναι ικανός να μας χαρίζει σελίδες ύψιστης λογοτεχνικής «κομψότητας» και απόλαυσης, γεγονός που καθιστά τα βιβλία του κυριολεκτικά ακαταμάχητα.