Τρίτη, Απριλίου 27, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Απριλίου 27, 2010 | Permalink
"Ότι θυμάμαι πάντως είναι πράγματα τρομερά και ανείπωτα..."
Ο εξαιρετικός SEBASTIAN BARRY είναι ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους Ιρλανδούς λογοτέχνες και το αποδεικνύει με κάθε μυθιστόρημά του. Η δύναμη της γραφής του σε συνδιασμό με την ποιητικότητα που χαρακτηρίζει την μυθοπλασία του, η εξαιρετική χρήση των ιστορικών γεγονότων είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν όλα του τα βιβλία. Με το πλέον πρόσφατο μυθιστόρημά του, «Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ» (The secret scripture, 2008) – (Εκδ.Καστανιώτη, μετάφρ.Ά.Κορτώ, σελ.327) απέσπασε το σημαντικό βραβείο Costa, ενώ για μια ακόμα φορά ήταν στην short list του βραβείου Booker.

Το παρελθόν στοιχειώνει τις δημιουργίες του Μπάρυ, η ιστορία της Ιρλανδίας αποτελεί το πλαίσιο που εκτυλλίσονται τα μυθιστορήματα του, και δεν υπάρχει εξαίρεση ούτε στην «Μυστική γραφή» ενώ με πολύ δημιουργικό τρόπο συνδέει το πρώτο του βιβλίο, το εκπληκτικό «Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΟΥ ΙΝΙΑΣ ΜΑΚΝΑΛΤΥ» με το τελευταίο του, θίγοντας ξανά τα αγαπημένα του θέματα, τον αδερφοκτόνο εμφύλιο, τις θρησκευτικές διαμάχες, την εξουσία του κλήρου, την μοίρα των αδύναμων ανθρώπων. Και εάν στην «Οδύσσεια…» και στο «ΜΑΚΡΙΑ,ΠΟΛΥ ΜΑΚΡΙΑ», οι «άτυχοι» ήρωες ήταν άνδρες, στην «Μυστική γραφή» ο κεντρικός χαρακτήρας είναι μία άτυχη γυναίκα, η Ροσίν Κλίαρ-ΜακΝάλτυ, η οποία αφηγείται την ζωή της και έμμεσα τη ιστορία του τόπου της λίγο προτού πεθάνει.

«Το Σλάιγκο μ’έκανε ότι είμαι και το Σλάιγκο με ξέκανε κατόπιν, μα ακόμα κι έτσι θα έπρεπε να είχα πάψει προ πολλού να εξαρτώ την ολοκλήρωσή μου και τη διάλυσή μου από τη συνάφεια των ανθρώπων και να φρόντιζα τον εαυτό μου μοναχή μου. Ο τρόμος και η οδύνη σημάδεψαν την ιστορία της ζωής μου γιατί όταν ήμουνα μικρή θεωρούσα πως άλλοι άνθρωποι όριζαν σαν γραφτό την ευτυχία ή την κακοτυχία μου – δεν γνώριζα πως ο άνθρωπος μπορεί να υψώσει ένα τείχος από νοερά σοβαντισμένα τούβλα ενάντια στη φρίκη και στα απάνθρωπα, τα σκοτεινά κόλπα του χρόνου που μας βάλλει, και ως εκ τούτου να χαράξει μόνο του την ιστορία του.»

Η Ροσίν είναι περίπου 100 χρονών και πάνω από 6 δεκαετίες ζει στο ψυχιατρείο του Ροσκόμον το οποίο είναι έτοιμο προς κατεδάφιση. Οι ασθενείς πρέπει να μεταφερθούν σε σύγχρονες εγκαταστάσεις και ο ψυχίατρος Δρ Γκρεν πρέπει να φροντίσει για την ομαλή τους μετακόμιση ή εάν εκείνος κρίνει γιά την απελευθέρωση τους. Η Ροσίν έχει μείνει μόνη στο ίδρυμα με την φροντίδα ενός ιδιόμορφου νοσοκόμου, του Τζον Κέιν και η περίπτωσή της είναι ιδιάζουσα και θέλει λεπτούς χειρισμούς.

Η Ροσίν ενώ φαίνεται να υποφέρει από προβλήματα μνήμης, γράφει κρυφά από όλους την ιστορία της ζωής της, την οποία την κρύβει επιμελώς κάτω από το πάτωμα του δωματίου της. Ο Δρ Γκρεν από την άλλη κρατάει κι αυτός σημειώσεις από το τι του λέει η Ροσίν στις κατ’ιδίαν συζητήσεις τους ενώ ψάχνοντας την αιτία του εγκλεισμού της αιωνόβιας ασθενούς στο ίδρυμα, βρίσκει μετά από ψάξιμο αρχείων μία αναφορά ενός ιερωμένου, του Πατέρα Γκοντ που παρουσιάζει την ιστορία της γηραιάς έγκλειστης λίγο διαφορετικά απ’ότι φαίνεται να θυμάται η ίδια.

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με δύο διαφορετικές αφηγήσεις. Την πιο προσωπική της Ροσίν και την αρχικά αποστασιοποιημένη, αλλά καθώς εξελίσσεται το βιβλίο αρκετά συναισθηματική του Δρ Γκρεν. Η αφήγηση της ασθενούς είναι συγκλονιστική. Μπροστά μας ξετυλίγεται μία ζωή που η μοίρα την σημάδεψε από μικρή. Οι ταλαιπωρίες του πατέρα της, που υπηρέτησε ως Πολιτοφύλακας στον Αγγλικό στρατό κατοχής σημάδεψε τη ζωή τους και κατέληξε στον θάνατό του - αυτοκτονία κατά την Ροσίν, δολοφονία κατά τον Πατέρα Γκοντ. Πανέμορφη και αντικείμενο πόθου για όλο το Σλάιγκο και τα περίχωρα η νεαρή Ιρλανδέζα τίθεται υπό την «προστασία» του ιερωμένου, ο οποίος ουσιαστικά της καθορίζει τη ζωή. Όταν εκείνη ερωτεύεται τον περιζήτητο γαμπρό της περιοχής, τον μουσικό Τομ ΜακΝάλτυ και παντρεύονται, η οικογένεια του που ήδη τραβάει τα ζόρια της με τον Ενίας τον άλλο τους γιό (ήρωα του πρώτου μυθιστορήματος του Μπάρυ),διαφωνώντας για την επιλογή του Τομ να επιλέξει μία Πρεσβυτεριανή για νύφη, όντας αυτοί φανατικοί Καθολικοί, τους βάζει στο περιθώριο και ζουν απομονωμένοι σε μια αγροικία στα περίχωρα του Σλάιγκο. Η κόλαση της Ροσίν αρχίζει μ’αυτόν τον γάμο και δεν θα τελειώσει ποτέ. Σε μια συγκινητική και ταυτόχρονα βίαιη και απάνθρωπη ιστορία θα καταλήξει να εγκλεισθεί χωρίς να φταίει στο ψυχιατρικό ίδρυμα πληρώνοντας τα θρησκευτικά πάθη, τον συντηρητισμό της τοπικής κοινωνίας, την σχιζοφρένεια της εποχής. Ο Δρ. Γκρεν από την άλλη, βιώνοντας από τη μια τον χαμό της συζύγου του και από την άλλη την έλξη που του ασκεί αυτή η γηραιά άγνωστή του εμπλέκεται όλο και περισσότερο στην ιστορία που τον τραβάει μέσα της και δεν μπορεί να την αφήσει αν δεν ξεδιαλύνει τα περιστατικά που οδήγησαν την Ροσίν στον εγκλεισμό. Η ιστορία θα του αποκαλύψει περισσότερα απ’όσα περιμένει…

Η οικογένεια της Ροσίν ήταν εξ’αρχής στο περιθώριο του Σλάιγκο. Μιας πόλης μικρής στο βορειοδυτικό άκρο της Ιρλανδίας, σκοτεινή και με σκληραγωγημένους κατοίκους στην πλειοψηφία τους Καθολικούς. Η οικογένεια Κλίαρ ήταν Πρεσβυτεριανοί, άρα πιο κοντά στην Προτεσταντική – Αγγλική επίδραση, συν το γεγονός ότι ο πατέρας της ηρωίδας υπηρέτησε στην Πολιτοφυλακή, αυτόματα τους έφερε στο έλεος του αυστηρού και φανατικού ιερέα, ο οποίος Καθολικός ων, εξουσίαζε ουσιαστικά την μικρή πόλη. Η Ροσίν είχε την ατυχία να πέσει και σε μια άκρως μητριαρχική οικογένεια, όπου η μητέρα του Τομ, εκδήλωσε την απέχθειά της προς αυτήν από την αρχή και της την είχε στημένη. Η καλωσύνη της ηρωίδας, η ευγένειά της και η διακριτική της συμπεριφορά αποτέλεσαν επιβαρυντικά στοιχεία που συνετέλεσαν στην ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίησή της όταν συνελήφθη από τον ιερέα απλώς να συνομιλεί με έναν νεαρό πρώην αντάρτη. Το στιγμιαίο λάθος που ακολούθησε της σημάδεψε τη ζωή και συνέβαλε στον ήδη προδιαγεγραμμένο εγκλεισμό της στο ίδρυμα για το υπόλοιπο του βίου της.

Πέραν των ευκολιών που χρησιμοποίησε ο συγγραφέας στην μυθοπλασία του – ο ιερέας λέγεται Γκοντ (Θεός) και εξουσιάζει τον μικρόκοσμο του Σλάιγκο, ο πατέρας της Ροσίν στην αρχή του βιβλίου δουλεύει ως νεκροθάφτης και η Ροσίν περνάει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της ουσιαστικά μέσα σε ένα τάφο ή το άκρως μελοδραματικό φινάλε που κάπως χαλάει την συνολική εικόνα, έχουμε να κάνουμε με ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που συναρπάζει και συγκινεί ακόμα και τον πιο αδιάφορο ή αδαή αναγνώστη. Μπορεί οι συγγένειες με τα υπόλοιπα έργα του συγγραφέα να είναι εμφανείς αλλά δεν ενοχλεί αν κάποιος δεν έχει διαβάσει κανένα από τα προηγούμενα, απλά θα το απολαύσει περισσότερο αν ξέρει την ιστορία του Ενίας που ως άλλος Οδυσσέας ή ως άλλος Αινείας (του Βιργίλιου) μονίμως περιπλανιέται, ζώντας κι αυτός συνεχώς στο περιθώριο. Η μοίρα της Ροσίν και του Ενίας ενώνονται με έναν παράλογο (και καταλυτικό για την εξέλιξη του μυθιστορήματος) τρόπο, ο οποίος όμως δεν προξενεί εντύπωση διότι η ζωή της ηρωίδας και η καταδίκη της είναι η αποθέωση του παραλογισμού.

Υπέροχες και ολοζώντανες εικόνες από την ζωή στην προπολεμική-μετεμφυλιακή Ιρλανδία, άγρια ομορφιά του τοπίου σε συνδιασμό με βίαια και απάνθρωπα γεγονότα. Το γραπτό της Ροσίν αποκτά την υφή του ιερού κειμένου, και με την λυρική και φινετσάτη γλώσσα του Μπάρυ είναι ένα κείμενο υπέροχο και πανέμορφο που δεν μπορεί σαν το αφήσεις από τη χέρια σου.

«Ότι θυμάμαι πάντως είναι πράγματα τρομερά και ανείπωτα και θάνατο πολύ, και σαματά, μα όλο μαζί μου μοιάζει σαν αυτές τις αγριευτικές ζωγραφιές που κρεμάνε στις εκκλησίες. Κύριος οίδε γιατί, αφού σ’αυτές κατά κανόνα δεν διακρίνεις τίποτε απολύτως.»

Είναι ένα ταξίδι στην ιστορία της πανέμορφης και ταλαίπωρης χώρας, από τον Εμφύλιο στον βομβαρδισμό του Μπέλφαστ από την Λουφτβάφε, από τα νεοφασιστικά τάγματα του αυτοαποκαλούμενου Στρατηγού μέχρι την ντροπιαστική ημέρα που οι αρχές του τόπου κάλεσαν Άγγλο δήμιο να εκτελεί τις θανατικές εκτελέσεις. Ο συγγραφέας ανατέμνει τις παραδοσιακές αρχές των Ιρλανδέζικων οικογενειών με τις αδυσώπητες και τρομακτικές μέσα στον άκρατο συντηρητισμό τους συνήθειες, τον ύπουλο ρόλο της Καθολικής εκκλησίας, το αδιέξοδο των ψυχιατρικών ιδρυμάτων με τις απαράδεκτες συνθήκες που επικρατούσαν. Αυτοί που ξεχώριζαν είτε με την εξωτερική του εμφάνιση, είτε με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, είτε με τις αντισυμβατικές τους συμπεριφορές έπρεπε να μείνουν στο περιθώριο – αν τα συνδύαζαν δε όλα αυτά η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη.

«…Έζησα κι εγώ κάποτε με τους ανθρώπους και έμαθα πως κατά κανόνα είναι παγεροί και απάνθρωποι, και όμως θα μπορούσα να μνημονεύσω τρεις ή τέσσερις που υπήρξαν άγγελοι.
Φαντάζομαι ότι η σημασία του βίου μας μετριέται μ’αυτούς τους λιγοστούς αγγέλους που ξετρυπώνουμε από το πλήθος μας, χωρίς βέβαια να τους μοιάζουμε.»