Τρίτη, Μαΐου 18, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 18, 2010 | Permalink
Δύο (σχεδόν) αυτοβιογραφικές νουβέλες
Η αξία του πολύ καλού Αμερικανού συγγραφέα Tobias Wolff φαίνεται στην ικανότητά του να μετατρέπει απλές, καθημερινές ιστορίες σε λογοτεχνικό γεγονός, σε κομψοτεχνήματα που μένουν στο μυαλό σου αρκετές μέρες ή και μήνες από τη στιγμή που τελείωσες το βιβλίο. Αυτό το συναίσθημα ήταν πολύ έντονο στο πρώτο μυθιστόρημα του συγγραφέα που διάβασα στα ελληνικά, το υπέροχο «Παλιό Σχολείο», το ξανασυνάντησα και τώρα (το συναίσθημα) στην νουβέλα με τον προβοκατόρικο τίτλο «Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ» (Εκδ.Πόλις, μετάφρ.Χ.Οικονόμου, σελ.118).

Η ιστορία δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο. Ένας νεαρός από μια δυσλειτουργική οικογένεια κατατάσσεται στο στρατό με σκοπό να πάει να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Βρισκόμαστε στο 1967 και ο στρατός αποτελεί μια διέξοδο για τους έφηβους που ασφυκτιούν στο στενό περιβάλλον της επαρχιακής πόλης που ζουν, δεν ξέρουν τι τους περιμένει απλά ψάχνουν αυτοεπιβεβαίωση και μια ευκαιρία να ζήσουν κάτι διαφορετικό. Το μεγαλύτερο μέρος της νουβέλας εξελίσσεται κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής εκπαίδευσης σε μια πόλη χαμένη στο πουθενά, όπου δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Ακόμα κι αυτή η εκπαίδευση είναι τόσο μονότονη που σού’ρχεται να τα σπάσεις όλα και να φύγεις. Τα καψόνια πάνε σύννεφο κυρίως στους νεοσύλλεκτους όπως ο ήρωας της ιστορίας,ο Φίλιπ Μπίσοπ. Ένα τυχαίο γεγονός κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου καψονιού θα τον φέρει κοντά σε άλλους δύο μπουρτζόβλαχους, τον Λιούις και τον Χάμπαρντ. Μετά από αυτή τη μέρα γίνονται κολλητοί και μοιράζονται τις εμπειρίες τους. Το τέλος της ιστορίας θα τους βρει σκορπισμένους, με τον έναν να στιγματίζεται για όλη του τη ζωή ως κλέφτης, τον άλλον να λιποτακτεί στον Καναδά και τον Φίλιπ να πηγαίνει στο Βιετνάμ.

Μια ιστορία «ανδρική», αναζήτησης του νοήματος στη ζωή, διαμόρφωσης της προσωπικότητας. Οι τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες που η ζωή τους φέρνει πολύ κοντά μοιράζονται την αγωνία για το αύριο, τον φόβο για το άγνωστο που τους περιμένει. Ο καθένας τους αντιδράει διαφορετικά στις καθημερινές προκλήσεις, τα νεύρα είναι στο κόκκινο και η αδρεναλίνη ψάχνει διέξοδο ανά πάσα στιγμή.

Είναι εκπληκτική η ικανότητα κάποιων Αμερικανών συγγραφέων να φτιάχνουν ιστορίες από το τίποτα. Ο Φώκνερ, ο Κάρβερ, ο Τομπάιας Γουλφ στην περίπτωση μας είναι ένας από αυτούς, της μεγάλης σχολής. Η ιστορία του είναι (όπως έχει δηλώσει ο ίδιος) αυτοβιογραφική – εξάλλου κατατάχθηκε και πήγε στο Βιετνάμ για να βαδίσει στα βήματα των Χεμινγουέϊ και Μέϊλερ.Νιώθεις ότι κάπου το έχεις ξαναδιαβάσει, το έχεις δει στο σινεμά αλλά σε κρατάει και στο τέλος αισθάνεσαι ότι αυτά τα χιλιοειπωμένα πράγματα τα διαβάζεις για πρώτη φορά στη ζωή σου.

Αυτοβιογραφική αλλά σε τελείως διαφορετικό ύφος και πλαίσιο είναι και η νουβέλα του ταξιδευτή συγγραφέα Paul Morand (1888-1976), με τον ωραίο τίτλο «ΟΙ ΕΚΚΕΝΤΡΙΚΟΙ», (Εκδ.Ολκός, μετάφρ. Φ.Βλαχοπούλου, σελ.215), ένα κείμενο, πρωτόλειο γραμμένο το 1910 που έμεινε στα συρτάρια του συγγραφέα και διπλωμάτη μέχρι τον θάνατό του, και ανακαλύφθηκε στο τέλος της δεκαετίας του 70.

Ο Μοράν ήταν ένας κοσμοπολίτης συγγραφέας που έγινε περισσότερο γνωστός από τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις, τα δύο βιβλία του, ΒΕΝΕΤΙΕΣ και ΤΑΞΙΔΙΑ που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ολκός είναι τα πλέον ενδεικτικά του έργου του. Στην πρώτη του λογοτεχνική απόπειρα φαίνεται το ύφος που θα υιοθετήσει στη συνέχεια, είναι έντονος ο κοσμοπολιτισμός του, η λατρεία (σχεδόν εμμονή) για τα ταξίδια, η αγάπη για την «καλή ζωή».

Οι δύο ήρωες του βιβλίου, ο μυστηριώδης Ανκετίλ και ο ονειροπόλος Σιμόν που κάνει τα πρώτα του βήματα στον έξω κόσμο, μετακινούνται συνεχώς. Από τα σαλόνια του Παρισιού, στους χορούς και τις συγκεντρώσεις της Αγγλικής αριστοκρατίας στο Λονδίνο, το Ντερμπυσάιρ, την Οξφόρδη για να καταλήξουν στην Βενετία και πάλι σε δεξιώσεις και βραδιές όπερας. Γύρω τους κινούνται ωραίες και μοιραίες γυναίκες, που ερωτοτροπούν με τον αγνό και όμορφο Σιμόν, ενώ ο Ανκετίλ φροντίζει να του ανοίγει όλες τις πόρτες. Ο Σιμόν θα πέσει στα δίχτυα μιάς εξαίσιας Αγγλοινδής αλλά θα ερωτευτεί ως εκεί που δεν παίρνει μια νεαρά ιδιότροπη Αγγλοπολωνή πριγκίπισσα που κυκλοφορεί συντροφιά με ένα χαριτωμένο πιθηκάκι.

Οι ήρωες είναι μποέμ, αυτοχαρακτηρίζονται εκκεντρικοί, για την πλειονότητα του κόσμου θεωρούνται «άχρηστοι». Είναι ο κόσμος που θαυμάζει ο συγγραφέας και ο τρόπος ζωής που φρόντισε να ακολουθήσει σε όλη του τη ζωή. Ενδεικτική η συζήτηση που παραθέτει σε κάποιο σημείο της νουβέλας του:

«…Καθώς ο Σαβελιέ-Λεβί σχολίαζε ότι οι κοσμοπολίτες δεν διαφέρουν από τους σνομπ, ο Ανκετίλ φούντωσε και έχασε την ψυχραιμία του.
Τους θεωρούσαν, πράγματι, λάτρεις της «μεγάλης ζωής’, επιφανειακούς και ανάξιους ηδονιστές, στείρους ντιλετάντηδες, κοσμικούς που περιφέρουν την πλήξη και την αχρηστία τους στα στέκια του συρμού. Δίπλα τους, γύρω από τα μεγάλα κέντρα τέχνης, τα μουσεία, τα πανεπιστήμια, τις ξακουστές βιβλιοθήκες, υπήρχε μια μεγάλη τάξη ανδρών και γυναικών, έξυπνων και μορφωμένων, που αντάλλασσαν συνεχώς σκέψεις και φιλοφρονήσεις. Δεν ήταν απλώς μπλαζέ τύποι που έψαχναν διαρκώς, από βαριεστημάρα, για νέα θεάματα, αλλά ενθουσιώδεις άνθρωποι οι οποίοι περιπλανιούνταν αδιάκοπα, αναζητώντας μια πιο έντονη πνευματική ζωή, γυρεύοντας να ανακινήσουν νέες ιδέες, να γνωρίσουν περίεργα και γοητευτικά πλάσματα, και οι οποίοι συναιρούσαν σε ένα κοινό ιδεώδες, τον ασυμβίβαστο τρόπο ζωής τους, τη διαφορετική γλώσσα και κοινωνική τάξη τους, τις αλλιώτικες συνήθειές τους.
-Κάτι σαν μποέμικος κοσμοπολιτισμός;ρώτησε η κυρία ντε Μπιεβίλ.
-Ναι, αλλά ο δικός μας – και λέω ο δικός μας, γιατί τον ασπάζομαι και είμαι υπερήφανος γι’αυτό-, απάντησε ο Ανκετίλ, είναι τελείως διαφορετικός από τον ιταλικό. Είναι εξίσου ζωντανός, χαρούμενος, νεανικός, αλλά χωρίς τα έκλυτα ήθη του τελευταίου. Θέατρό του είναι ο απέραντος κόσμος, και όχι το αίθριο ενός καφενείου. Έχει, επίσης, πολύ περισσότερο χρώμα, πολύ περισσότερη σκέψη. Μη νομίζετε ότι πρόκειται για μια κάστα αντισυμβατικών• είναι μια ολόκληρη γενιά που επιζητά περισσότερη ελευθερία και ομορφιά…Η μόνη λέξη που βρήκα, συνέχισε ο Ανκετίλ, έπειτα από μια μικρή παύση, για να περιγράψω αυτή τη νέα τάση, είναι μια παμπάλαιη λέξη που, τον Μεσαίωνα, χαρακτήριζε όλους τους περιπλανώμενους, όλους τους νομάδες – σοφούς, σαλτιμπάγκους, ποιητές, καλλιτέχνες -, οι οποίοι ταξίδευαν, όπως εμείς, από επαρχία σε επαρχία, από χώρα σε χώρα, από Δύση σε Ανατολή. Τους έλεγαν εκκεντρικούς, δηλαδή πλάνητες. Δεν νομίζετε πως μας έρχεται γάντι;
-Έκτοτε, είπε χαριτολογώντας ο κύριςο Σαβελιέ-Λεβί, η λέξη εξελίχθηκε και πήρε άλλη σημασία, νεαρέ μου. Δηλώνει τους απροσάρμοστους και τους ιδιόρρυθμους. Παραδεχτείτε το, ακόμη κι έτσι, σας ταιριάζει μια χαρά.»


Ειρωνία και υποδόριο χιούμορ, φλυαρία και αυταρέσκεια, διατρέχουν τις σελίδες της νουβέλας, που ως κείμενο είναι μάλλον άνισο και κουραστικό. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο ως διήγημα 50-60 σελίδων. Στον αναγνώστη μένουν κάποιες ωραίες συζητήσεις, ωραίες περιγραφές των πόλεων, κυρίως της Βενετίας (ως προάγγελος του έξοχου ταξιδιωτικού κειμένου του ίδιου συγγραφέα).

Η νουβέλα είναι περισσότερο μια «αισθηματική αγωγή» και ένας απόηχος μιας άλλης εποχής που θα έσβηνε μετά από πολύ λίγα χρόνια κάτω από την κόλαση του Α Παγκόσμιου πολέμου. Ο Πωλ Μοράν με τα χρόνια θα εξελιχθεί σε έναν κοσμοπολίτη και ντιλετάντη συγγραφέα με ωραίο στυλ, θα «πετύχει» την πριγκίπισσα που οραματιζόταν στους «Εκκεντρικούς» αφού παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής πριγκίπισσα Ε.Σούτσου, αλλά ο έντονος εθνικισμός και φιλοναζισμός του (κοινό σημείο με πολλούς Γάλλους διαννοούμενους της εποχής), θα του δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στο μέλλον «αποκαθηλώνοντας» το όνομά του. Αποκαταστάθηκε (εν μέρει) το 1968 όταν έγινε δεκτός ως μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας αν και συνέχιζε να προκαλεί με τις ρατσιστικές του θέσεις.