Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010 | Permalink
Από τη μεριά του οπαδού

Στο καινούργιο τεύχος του περιοδικού «ΔΙΑΒΑΖΩ» υπάρχει ένα μίνι-αφιέρωμα με θέμα «Ποδόσφαιρο και Λογοτεχνία» στο οποίο συμμετέχω με το παρακάτω κείμενο, που φέρει τον τίτλο του σημερινού post. Το κείμενο δημοσιεύεται στο blog χωρίς τις (απαραίτητες λόγω οικονομίας ύλης) περικοπές του περιοδικού.

--------------------------------------------------------------

Υπάρχει ένα καταπληκτικό κεφάλαιο* στο βιβλίο του Ουρουγουανού συγγραφέα Eduardo Galeano με τίτλο, «ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ» (El futbol a sol y sombra), όπου ο γνωστός Αργεντίνος συγγραφέας Οσβάλντο Σοριάνο αφηγείται μια επίσκεψή του στο σουπερμάρκετ Carrefour το οποίο χτίστηκε εκεί που ήταν το παλιό γήπεδο της Σαν Λορένσο. Ο Σοριάνο περπατάει ανάμεσα στα ράφια με τα προϊόντα μαζί με έναν παιδικό του ήρωα παλιό ποδοσφαιριστή της ομάδας, όταν εκείνος θυμάται ότι σ’εκείνο ακριβώς το σημείο του μαγαζιού έβαλε το πιο γρήγορο γκολ που μπήκε ποτέ…Διαβάζοντας το συγκεκριμένο κεφάλαιο σ’αυτό το απολαυστικό βιβλίο που είναι γεμάτο από αναμνήσεις, περιστατικά κυρίως του Λατινοαμερικάνικου ποδοσφαίρου δεν μπορείς να μη μελαγχολήσεις και να μην αναρωτηθείς εαν το ποδόσφαιρο γι’αυτούς που το αγαπάνε δεν είναι παρόμοιο με την μαντλέν του Προυστ. Μια ανάμνηση των παιδικών τους χρόνων, στιγμές απόλαυσης, στιγμές ξεγνοιασιάς, στιγμές όπου ο άνθρωπος ξαναγίνεται παιδί. Κι αν μια μαντλέν ήταν αρκετή στον Προυστ για να τον βυθίσει στην παιδική του ηλικία, η θύμηση ενός αριστερού βολέ (πάντα αριστερού, διότι οι αριστεροπόδαροι ποδοσφαιριστές είναι οι μεγαλύτεροι αρτίστες), είναι ικανή να προκαλέσει τέτοια ποιητικά συναισθήματα που όποιος δεν παρακολουθεί ή δεν του αρέσει το συγκεκριμένο άθλημα αδυνατεί να κατανοήσει.

Έχω διαβάσει υπέροχα βιβλία γραμμένα για το ποδόσφαιρο. Κείμενα θεωρητικά όπως το προαναφερθέν βιβλίο του Γκαλεάνο, το διεισδυτικό και τόσο επαρκές «FUTEBOL» του δημοσιογράφου και ερευνητή του ποδοσφαίρου, Άλεξ Μπέλος που περιγράφει την περιπέτεια του Βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου ανατέμνοντας τον τρόπο ζωής αυτής της χώρας, το εξαιρετικό «Πόλεμος του ποδοσφαίρου» του Ρ.Καπισίνσκι. Έχω διαβάσει και μερικά ενδιαφέροντα ποιήματα που έχουν γραφτεί για το ποδόσφαιρο (και πολύ περισσότερα παντελώς ανούσια). Αλλά ελάχιστα μυθιστορήματα γύρω ή για το άθλημα αυτό με έχουν συγκινήσει, είναι μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού αυτά που βρίσκω πραγματικά ενδιαφέροντα. Δυστυχώς δεν μου λένε τίποτα οι ιστορίες για λαϊκά παλληκάρια που γίνονται διάσημοι λόγω της ποδοσφαιρικής τους ικανότητας, με το «θεϊκό κορμί» που γδύνεται ιδρωμένο, ούτε η επίδειξη ψευτομαγκιάς, ενώ η αναπόφευκτη (μυθοπλαστικά) πτώση στα χρέη ή τα ναρκωτικά ή στον τζόγο μου προκαλεί απέραντη πλήξη. Μόνο από Βρετανούς συγγραφείς έχω νιώσει πραγματική απόλαυση και την ρεαλιστική απεικόνιση του κόσμου του ποδοσφαίρου. Ίσως είναι θέμα παράδοσης, λαϊκής κουλτούρας, άθλημα ριζωμένο στο συλλογικό υποσυνείδητο – ας μη λησμονούμε ότι το ποδόσφαιρο για τον Βρετανό αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητάς του και τα γήπεδα όλων των κατηγοριών γεμίζουν κόσμο ανεξάρτητα της βαθμολογικής θέσης των ομάδων ή του επιπέδου ποδοσφαίρου που παίζουν.

Ως φανατικός οπαδός κι εγώ και μεγαλωμένος σε ποδοσφαιρικές εξέδρες από 3 χρονών (που είναι και η πρώτη μου ποδοσφαιρική ανάμνηση), με συγκινούν περισσότερο τα μυθιστορήματα που είναι γραμμένα από τη μεριά του οπαδού. Διότι όσο υπέροχη και συναρπαστική κι αν βρίσκω την εξαιρετική αναπαράσταση των 40 ημερών του μεγαλοφυή μανιακού Μπράιαν Κλαφ όπως την περιέγραψε τόσο λογοτεχνικά ο David Peace στο χρονικό με μυθιστορηματική υφή που έχει ως (ευδιάκριτο) τίτλο «Καταραμένη ομάδα», κάπου νιώθω ότι δεν μ’αγγίζει τόσο πολύ όσο τα δύο μυθιστορήματα που διάβασα εδώ και μερικά χρόνια και με τα οποία θα ασχοληθώ εκτενέστερα.


Το «ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ»(The football factory), του Άγγλου συγγραφέα John King (εκδ. ΟΞΥ, μετάφρ.Δ.Αγγελίδη, σελ.326), εκδόθηκε το 1996 και «έσκασε σαν βόμβα» στο λογοτεχνικό στερέωμα γνωρίζοντας κριτική αλλά και εμπορική αποδοχή. Είναι ένα μυθιστόρημα όχι τόσο για αλλά κυρίως γύρω από το ποδόσφαιρο, όχι τόσο για την λατρεία του οπαδού για την ομάδα του αλλά κυρίως για το φαινόμενο του χουλιγκανισμού, εκεί όπου το ποδόσφαιρο αποτελεί απλώς το πρόσχημα και όχι την αιτία.

Με επιρροές από Burgess (ΚΟΥΡΔΙΣΤΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ) αλλά και I.Welsh (TRAINSPOTTING), το «ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ» είναι ο μονόλογος ενός φανατικού οπαδού της Τσέλσι, του Τομ Τζόνσον. Ενός καλοντυμένου σκληρά εργαζόμενου αστού, ο οποίος εμφανισιακά απέχει πολύ από τα πρότυπα που οι περισσότεροι έχουν στο μυαλό τους για τον συνηθισμένο χουλιγκάνο. Ο Τομ ζει για το Σάββατο, όχι για να δει το παιχνίδι όσο για να έρθει η ώρα που αυτός και η παρέα του θα πλακωθούν στο ξύλο με τους αντίπαλους οπαδούς σε προκαθορισμένες περιοχές κοντά στο γήπεδο που θα γίνει ο αγώνας. Ξύλο και των γονέων, βία χωρίς σκοπό, απεριόριστη έκκριση αδρεναλίνης, σε βαθμό που σοκάρει.

Το μυθιστόρημα είναι ένας μονόλογος του Τομ γεμάτος σεξιστικές αναφορές, απέραντο ρατσισμό, μίσος για την εξουσία – η Βρετανία περιγράφεται ως το απόλυτο αστυνομικό κράτος, οι κάμερες υπάρχουν παντού και ελέγχουν τα πάντα. Η δράση εκτυλίσσεται σε «αυτόνομες ζώνες» όπου οι ομάδες των «οπαδών» προσπαθούν να βρίσκονται πάντα ένα βήμα μπροστά από την αστυνομία. Οι σκηνές βίας είναι «χορογραφημένες», η γραφή του Κινγκ, κυνική και ρεαλιστική (σε σημείο εξάντλησης) εισχωρεί μέσα στο μυαλό του αναγνώστη και ουσιαστικά το ανατινάζει.

Το ποδόσφαιρο ως άθλημα δεν απασχολεί ιδιαίτερα τους ήρωες του μυθιστορήματος, μεγάλωσαν μ’αυτό στις λαϊκές συνοικίες του Λονδίνου, δεν αναρωτιούνται, δεν τους ενδιαφέρει η ποιότητα της ομάδας που υποστηρίζουν απλώς θέλουν να ανήκουν κάπου. Στην βία της εξουσίας αντιτάσσουν την δικιά τους βία ξορκίζοντας τον φόβο και την καταπίεση, την εργασιακή εκμετάλευση και την αποξένωση των πόλεων. Το Λονδίνο είναι εφιαλτικό και απεικονίζει τον μεταμοντέρνο κόσμο. Πλούσιοι και φτωχοί, άσπροι και μαύροι, Εδουαρδιανά κτίρια υψηλής αισθητικής δίπλα σε απρόσωπες μοντέρνες πολυκατοικίες – κόσμος φοβισμένος, πρόβατα που τους καθοδηγεί η τηλεόραση, ο τύπος, η εξουσία σε διάφορες μορφές. Η γλώσσα του Κινγκ δυναμική και κυνική δεν αφήνει τίποτα όρθιο, κάνοντας με τα κρεμμυδάκια δεκάδες κοινωνιολογικές αναλύσεις για το φαινόμενο της ποδοσφαιρικής βίας.

«Κατά κάποιο τρόπο είμαστε αράπηδες. Λευκοί αράπηδες. Λευκά σκουπίδια. Λευκά σκατά. Είμαστε μειοψηφία επειδή δεν ανοιγόμαστε. Λίγοι σε αριθμό. Πιστοί κι αφοσιωμένοι. Το ποδόσφαιρο μας γεμίζει. Αν και η διαφορετικότητά μας στηρίζεται στο μίσος και στο φόβο, είμαστε κομμάτι αυτής της κοινωνίας και γι’αυτό οι καριόλες που μας έχουν κάτσει στο σβέρκο δεν μπορούν να βγάλουν άκρη με την πάρτη μας. Έχουμε κοινή φιλοσοφία, μα εμείς την έχουμε πατεντάρει για να μας ταιριάζει. Είμαστε λίγο απ’όλα. Δεν έχουμε ταμπέλα. Τ’αρχίδια οι πλούσιοι μας μισούν και οι φτωχοπεινάλες σοσιαλιστές δεν μπορούν να μας δεχτούν. Είμαστε ευτυχισμένοι με τη ζωή μας, δε χρειαζόμαστε κοινωνικούς λειτουργούς. Κανείς μας δεν ξεπαγιάζει θλιμμένος και μόνος τις νύχτες, γαμημένος απ’ τα ναρκωτικά, το αλκοόλ, το σεξ ή οτιδήποτε άλλο μας την έχει στημένη για να μας στείλει. Το κεφάλι μας είναι στη θέση του. Είμαστε τρία κανονικά παιδιά και κουλτούρα μας είναι το ποδόσφαιρο γιατί είναι μέρος της ζωής μας. Τα πρόβατα και οι λύκοι πάνε στο στρατό, τα γουρούνια γίνονται μπάτσοι, άλλοι προτιμούν να σκοτώνουν τους ανθρώπους με την πολιτική κι άλλοι με το χρήμα.»

Εντελώς διαφορετική είναι η προσέγγιση στο άθλημα από τον ήρωα του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, «Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣ» (FEVER PITCH), του 1992, από τον άνισο Βρετανό συγγραφέα Nick Hornby (Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μετάφρ.Β.Αδραχτά, σελ.389). Στο βιβλίο αυτό που από πολλούς θεωρείται το καλύτερο λογοτεχνικό έργο που έχει γραφτεί για το ποδόσφαιρο, ο Χόρνμπυ περιγράφει την ζωή του φανατικού, του παθιασμένου οπαδού μίας ομάδας (εν προκειμένω της Άρσεναλ – αλλά θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε ομάδα) και πως αυτή η λατρεία αντανακλάται στην καθημερινότητά του.

«Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣ» είναι το ευαγγέλιο του οπαδού, του ανθρώπου που σε άσχετες στιγμές της ημέρας σκέφτεται το προηγούμενο ή το επόμενο ματς της ομάδας του. Του τύπου που θα σπαταλήσει ένα υπέροχο απόγευμα ή ένα βράδυ για να δει έναν αγώνα χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον απλά για να βρεθεί στην αγαπημένη του θέση στο γήπεδο, για να δει την ομάδα – σε όποια βαθμολογική θέση κι αν βρίσκεται αυτή, σε οποιαδήποτε κατηγορία κι αν αγωνίζεται, ότι είδους ποδόσφαιρο κι αν παίζει. Είναι το ευαγγέλιο του οπαδού-πελάτη, που οι διοικούντες την ομάδα ξέρουν ότι μπορούν να βασιστούν επάνω του, διότι εκείνος θα αγοράσει την καινούρια φανέλα, θα αγοράσει το εισιτήριο διαρκείας της επόμενης σεζόν, θα συνδράμει στο περιοδικό της ομάδας ασχέτως εάν έχει κάνει μεταγραφές, έχει βγει στην Ευρώπη, έχει καλούς ή κακούς παίκτες. Είναι το ευαγγέλιο του οπαδού που ζει για το μάτς του Σαββατοκύριακου, που ζει με τις αναμνήσεις των αγώνων και των στιγμών που σημάδεψαν την παιδική και εφηβική του ηλικία, του ανθρώπου όπως λέει και ο συγγραφέας «για ανησυχητικά μεγάλα διαστήματα μιας κανονικής ημέρας, είναι ένας άνθρωπος με μειωμένη νοημοσύνη».

Το βιβλίο του Χόρνμπυ καλύπτει μια μεγάλη περίοδο της ζωής του, από την πρώτη γηπεδική εμπειρία που θυμάται το 1968, έως το 1992. Τα κεφάλαια αναφέρονται ως επί το πλείστον σε αγώνες ή σε ποδοσφαιριστές της Άρσεναλ, αλλά υπάρχουν και αρκετά κεφάλαια που αφορούν αγώνες μικρότερων κατηγοριών ή αγώνες της ομάδας του Κέμπριτζ, της πόλης που φοίτησε ο συγγραφέας. Επεισόδια σπαρταριστά για υπέροχους τύπους (μούρες) των επαρχιακών γηπέδων, των γηπέδων των μικρών πόλεων όπου όλοι αισθάνονται συγγενείς, με πλέον χαρακτηριστικό (και ξεκαρδιστικό) αυτό, του οπαδού της Μέιντενχεντ Γιουνάιτεντ (ομάδας μάλλον ανεξάρτητης κατηγορίας) Χάρι Τέιλορ ενός πολύ ηλικιωμένου ανθρώπου που δεν μπορούσε να μείνει μέχρι το τέλος των αγώνων που γίνονταν Τρίτη, επειδή η Τρίτη ήταν η ημέρα που έκανε το μπάνιο του!!!

Σε ένα καταπληκτικό κεφάλαιο κάπου στη μέση του αυτοβιογραφικού μυθιστορήματος, ο Χόρνμπυ εξηγεί πως καταπολέμησε την κατάθλιψη με το ποδόσφαιρο. Η κατάθλιψη που τον συνόδευε τα χρόνια της δεκαετίας του 80 και τον είχε φέρει στο κατώτερο επίπεδο αυτοσεβασμού, σε σημείο να μη μπορεί να βρει μια δουλειά της προκοπής, να μη μπορεί να γράψει ούτε μια γραμμή θεραπεύεται εν μία νυκτί (κυριολεκτικά) με αφορμή μία νίκη της Άρσεναλ επί της Τότεναμ στον ημιτελικό του Littlewoods cup το 1987 με ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό. Είναι η πιο χαρακτηριστική (και αληθινή) εικόνα του πως το ποδόσφαιρο μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή:


«Παρ’όλα αυτά, η μόνη πειστική εξήγηση που μπορώ να σκεφτώ είναι ότι εκείνη τη νύχτα σταμάτησα να αισθάνομαι άτυχος κι ότι το μπούκωμα που είχε προκαλέσει εδώ κι ένα χρόνο τόση απόγνωση είχε ξεμπουκώσει, όχι από μένα, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά από την Άρσεναλ. Έτσι λοιπόν πήδησα πάνω στους ώμους της ομάδας και με μετέφεραν στο φως που μας είχε ξαφνικά φωτίσει όλους. Αλλά η ανύψωση που μου πρόσφεραν με απομάκρυνε κατά κάποιον τρόπο από κοντά τους: παρότι είμαι ακόμα ένας από τους πιο αφοσιωμένους οπαδούς και πηγαίνω σε κάθε εντός έδρας αγώνα και αισθάνομαι τις ίδιες εντάσεις, εξάρσεις και θλίψεις που αισθανόμουν πάντα, καταλαβαίνω πια ότι έχουν μια εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα της οποίας η επιτυχία ή η αποτυχία δεν έχει καμιά σχέση με τη δική μου. Τη νύχτα εκείνη σταμάτησα να είμαι ένας τρελαμένος-με-την-Άρσεναλ κι έμαθα ξανά τι σημαίνει να είσαι οπαδός, τρελούτσικος, ακόμα και κάπως επικίνδυνα ιδεοληπτικός, αλλά κατά τ’άλλα ένας απλός οπαδός.»

Η τεράστια εμπορική επιτυχία του βιβλίου, δημιούργησε έναν καινούριο όρο στο μάρκετινγκ του ποδοσφαίρου. Οι οπαδοί με τα χαρακτηριστικά αυτών όπως είναι ο συγγραφέας αποκαλούνται από τους θεωρητικούς του χώρου «Hornbyists» και αποτελούν την καλύτερη πελατειακή βάση των μεγάλων ποδοσφαιρικών εταιριών όπως αναφέρουν στην εξαιρετική τους μελέτη για τα οικονομικά του ποδοσφαίρου (και όχι μόνο) οι S.Kuper και S.Szymanski στο βιβλίο που κυκλοφόρησε πέρσι στην Βρετανία με (τον προβοκατόρικο) τίτλο «Why England lose and other curious football phenomena». Επίσης «Ο ΠΥΡΕΤΟΣ ΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣ» γυρίστηκε 2 φορές ταινία μία στην Αγγλία σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα κα μία στην Αμερική από τους αδελφούς Φαρέλι μεταφέροντας την δράση στον χώρο του Μπέιζμπολ, καταστρέφοντας (κατά την άποψή μου) τελείως το πνεύμα του βιβλίου.

«Τελικά ο «Πυρετός της μπάλας» ασχολείται με το φαινόμενο του να είναι κανείς οπαδός. Έχω διαβάσει βιβλία γραμμένα από ανθρώπους που προφανώς αγαπούν το ποδόσφαιρο, αλλά εδώ πρόκειται για κάτι εντελώς διαφορετικό• κι έχω διαβάσει βιβλία γραμμένα – ελλείψει καλύτερης λέξης – από χούλιγκανς, παρόλο που τουλάχιστον το 95% των εκατομμυρίων που παρακολουθούν παιχνίδια κάθε χρόνο δεν έχουν χτυπήσει ποτέ στη ζωή τους έστω κι έναν άνθρωπο. Έτσι μένουν οι υπόλοιποι από μας κι όλοι εκείνοι που έχουν αναρωτηθεί τι ενδεχομένως σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος του ποδοσφαίρου. Αν και οι λεπτομέρειες είναι μοναδικές για μένα, ελπίζω ότι θα αγγίξουν κάποια ευαίσθητη χορδή σ’οποιονδήποτε έπιασε τον εαυτό του πριν από δέκα, δεκαπέντε ή και είκοσι πέντε χρόνια ν’αφαιρείται, στη μέση μιας εργάσιμης μέρας, μιας ταινίας ή μιας συζήτησης, μπροστά σ’ένα αριστερό βολέ που καρφώνεται στην πάνω δεξιά γωνία…»

--------------------------------------------------------------------------------

*Το απόσπασμα από το βιβλίο του Γκαλεάνο…

Ένα γκολ του Σανφιλίππο

Αγαπητέ Εντουάρντο

Τις προάλλες ήμουν στο «Carrefour», εκεί που άλλοτε ήταν το γήπεδο της Σαν Λορένσο. Ήμουν μαζί με τον Χοσέ Σανφιλίππο, τον ήρωα των παιδικών μου χρόνων, που υπήρξε πρώτος σκόρερ της Σαν Λορένσο επί τέσσερις συνεχείς αγωνιστικές περιόδους. Περπατούσαμε ανάμεσα στις γόνδολες, περιτριγυρισμένοι από κατσαρόλες, τυριά και πλεξούδες από λουκάνικα. Ξαφνικά, ενώ πλησιάζαμε στα ταμεία, ο Σανφιλίππο ανοίγει τα χέρια του και μου λέει: «Φαντάσου, εδώ κάρφωσα τον Ρόμα, σ’εκείνον τον αγώνα με την Μπόκα». Προσπερνάει μια χοντρή, που σέρνει ένα καροτσάκι γεμάτο με μπριζόλες, κονσέρβες και λαχανικά, και λέει: «Ήταν το πιο γρήγορο γκολ που μπήκε ποτέ».

Συγκεντρωμένος, σαν να περίμενε την εκτέλεση ενός κόρνερ, μου διηγείται: «Είπα στο νούμερο πέντε, που εκείνη τη μέρα έπαιζε για πρώτη φορά στην πρώτη ομάδα: «Μόλις αρχίσει ο αγώνας, στείλε μου μια μπαλιά μέσα στην περιοχή. Μη θυμώνεις, δεν πρόκειται να σε εκθέσω». Εγώ ήμουν μεγάλος κι αυτός πιτσιρικάς. Καντερβίγια ονομαζόταν, φοβήθηκε και σκέφτηκε: να δούμε αν θα τα καταφέρω». Και αμέσως ο Σανφιλίππο μου δείχνει ένα σωρό από βαζάκια μαγιονέζας και φωνάζει: «Εκεί την έστειλε!». Ο κόσμος μας κοίταζε αμήχανα. «Η μπάλα έπεσε πίσω από τους κεντρικούς αμυντικούς, έτρεξα, μου ξέφυγε προς στιγμή προς τα εκεί, εκεί που είναι το ρύζι, βλέπεις;» και μου δείχνει την κάτω σειρά ραφιών, και ξαφνικά τρέχει σαν λαγός, παρά το μπλε κουστούμι και τα λουστρίνια που φορούσε. «Την τσίμπησα και μπουμ!» Εκείνη τη στιγμή έκανε ένα αριστερό σουτ. Όλοι στραφήκαμε προς τα ταμεία, εκεί όπου τριάντα χρόνια πριν ήταν η εστία, και νομίσαμε ότι η μπάλα πήρε ύψος και μπήκε γκολ, εκεί ακριβώς που είναι οι μπαταρίες ραδιοφώνου και τα ξυραφάκια. Οι πελάτες και οι κοπέλες των ταμείων ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Εγώ είμαι έτοιμος να κλάψω. Ο Νενέ Σανφιλίππο είχε ξαναβάλει εκείνο το γκολ του 1962, μονάχα για να μπορέσω να το δω.

Οσβάλντο Σοριάνο