Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 11, 2010 | Permalink
Το παιχνίδι του Ντε Νίρο
Το βραβευμένο πρώτο βιβλίο του Λιβανέζου συγγραφέα Rawi Hage, με τον ελκυστικό τίτλο, «ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΟΥ ΝΤΕ ΝΙΡΟ» (Εκδ.Πάπυρος, μετάφρ.Θ.Γλυνάτση, σελ. 326), είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα άνισου μυθιστορήματος που σε ενθουσιάζει στα 2/3 του και σε απογοητεύει στο τελευταίο 1/3 καταστρέφοντας το σύνολο. Το «σώζει» λίγο στο τέλος αλλά οι θαυμάσιες εντυπώσεις σε συνδιασμό με την ατμόσφαιρα που έχει φτιάξει ο ικανότατος συγγραφέας, έχουν πετάξει μακριά και η αίσθηση του «ανεκπλήρωτου» είναι αυτή που μένει…

Ο ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο Μπασάμ, ένας νεαρός από Αρμένικη οικογένεια που ζει στον Χριστιανικό τομέα της ταλαιπωρημένης Βυρητού. Βρισκόμαστε στα τελευταία χρόνια του εμφυλίου, στην δεκαετία του ’80 και ο Μπασάμ μαζί με τον κολητό του φίλο, τον Ζορζ προσπαθούν να επιβιώσουν από τη μια, και ψάχνουν τρόπο διαφυγής στο εξωτερικό από την άλλη. Ο Μπασάμ σχεδιάζει να μεταναστεύσει στην Ρώμη και ο Ζορζ στο Παρίσι που ζει ο εξαφανισμένος Γάλλος πατέρας του. Για να ζήσουν κάνουν μικροδουλειές, ο μεν ήρωας στο λιμάνι στις φορτοεκφορτώσεις πλοίων,ο δε φίλος του δουλεύει σε ένα μικρό καζίνο.

Κάτω από βόμβες που πέφτουν, φόνους που γίνονται μπροστά στα μάτια τους, οι δύο νέοι αντιμετωπίζουν την κατάσταση διαφορετικά. Ο Μπασάμ αρκείται σε μικροκομπίνες και μικροκλοπές προσπαθώντας να μαζέψει κάνα φράγκο να την κάνει από την κόλαση. Ο Ζορζ (αποκαλούμενος και Ντε Νίρο) κυκλοφορεί και οπλοφορεί τρομάζοντας τους γύρω του, κάποια δε στιγμή κατατάσσεται στην εθνοφρουρά (στους Φαλαγγίτες δηλαδή) συμμετέχοντας ενεργά στην αλληλοσφαγή. Η «Ρώσικη ρουλέτα» (η αλλιώς αποκαλούμενη στο βιβλίο «το παιχνίδι του Ντε Νίρο» από την γνωστή σκηνή του «Ελαφοκυνηγού) είναι στην καθημερινή διάταξη, καταδεικνύοντας την εύθραυστη ισορροπία των νεύρων, την ασημαντότητα της ζωής μέσα στο χάος.

«Δέκα χιλιάδες βόμβες είχαν πέσει κι εγώ περίμενα το θάνατο να έρθει και να πάρει τη μερίδα του από τη γαβάθα με τα κομμένα μέλη και το αίμα. Περπατούσα στο δρόμο ανάμεσα στις βόμβες που έπεφταν. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Περπατούσα πάνω από ανθρώπους κρυμμένους στα καταφύγια σαν τους αρουραίους κάτω από το χώμα. Περπατούσα δίπλα σε φωτογραφίες νεκρών παλικαριών κολλημένες στους ξύλινους πυλώνες του ηλεκτρικού, στην είσοδο κτιρίων, με διακόσμηση που θύμιζε μικρούς ναούς.
Η Βυρητός ήταν η πιο ήρεμη απ’όλες τις πόλεις του κόσμου που βρίσκονταν στις εμπόλεμες ζώνες.
Περπατούσα στη μέση του δρόμου λες και μου ανήκε. Διέσχιζα την πιο ήρεμη πόλη, μια έρημη πόλη που μου άρεσε• όλες οι πόλεις πρέπει ν’αδειάσουν από ανθρώπους και να παραδοθούν στα σκυλιά.
Μια βόμβα έσκασε λίγο πιο πέρα. Περίμενα να δω τον καπνό, περίμενα ν’ακούσω τα μουγκρητά και τα ουρλιαχτά, αλλά τίποτα δεν συνέβη. Ίσως η βόμβα να είχε χτυπήσει εμένα. Ίσως ήμουν νεκρός στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου, το αίμα μου να εκτινάσσεται σαν συντριβάνι και να σκουπίζεται με τα ρούχα ενός αγνώστου. Το αίμα μου ρουφιέται από πολέμαρχους ή από έναν Θεό με άσβηστη δίψα, έναν ασήμαντο, ιθαγενή Θεό, έναν Θεό φθονερό που πανηγυρίζει πάνω από τα κουφάρια της φυλής του, έναν Θεό που αποφασίζει ποιος δούλος του θα πεθάνει και ποιος όχι, έναν μοναχικό, παράφρονα, φανταστικό Θεό, δηλητηριασμένο από μολύβι και ασήμι, με την προσοχή του διασπασμένη από τα θεία όργια και τα συνοικέσια, που αναμειγνύει νερό και κρασί όσο ακονίζει το σπαθί του πριν το δώσει στην πληθώρα των ρακένδυτων προφητών του, αυτούς τους ακρωτηριασμένους αγίους, τους συνωμότες ευνούχους του.
Στο μπαλκόνια μιας γριάς είδα ένα πουλί μέσα σ’ένα κλουβί• από κάτω, στο πάτωμα, μια κουλουριασμένη γάτα, και πιο πέρα έναν πεινασμένο σκύλο που έψαχνε να χώσει τα αριστοκρατικά δόντια του σε κανένα κουφάρι, ψάνχοντας ν’αρπάξει ένα απαλό χέρι ή ένα τρυφερό πόδι. Η ανθρώπινη σάρκα δεν απαγορεύεται, αυτός ο νόμος ισχύει μόνο για τους ανθρώπους, μου είπε το μαλλιαρό κανίς. Κούνησα καταφατικά το κεφάλι συμφωνώντας, και συνέχιζα να περπατάω. Άκουγα τουφεκιές και βόμβες. Αυτή τη φορά οι βόμβες έπεφταν προς την κατεύθυνση της μουσουλμανικής συνοικίας, έτοιμες να τραυματίσουν, έτοιμες ν’ανοίξουν κι άλλες πληγές στα κορμιά μικρών κοριτσιών. Οι βόμβες που εκτοξεύονται ακούγονται πιο δυνατές από αυτές που προσγειώνονται.
Στάθηκα στη μέση του δρόμου και έστριψα ένα τσιγάρο. Τράβηξα μια ρουφηξιά, έβγαλα τον καπνό που απλώθηκε σαν ασπίδα γύρω μου. ΟΙ βόμβες που έρχονταν κατά πάνω μου εξοστρακίζονταν, άλλαζαν κατεύθυνση και τινάζονταν στον ουρανό προς μακρινούς πλανήτες.»


Ο Μπασάμ έχει ερωτική σχέση με την χυμώδη γειτόνισα του την Ράνα η οποία περιμένει από αυτόν γάμους και πανηγύρια αλλά ο ήρωας το μόνο που θέλει, το μόνο που έχει στο μυαλό του είναι το πώς θα αποδράσουν από εκεί μέσα. Της φέρεται σκληρά, σχεδόν απάνθρωπα και εκείνη αρχίζει να κοιτάζει προς τη μεριά του Ζορζ που έχει «μεγαλοπιαστεί» μέσα στις παρακρατικές ομάδες που σφάζουν Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Ο Ζορζ χωμένος στα ναρκωτικά, τσαμπουκαλεύεται συνεχώς, έχει μπλέξει σε ένα περίεργο τρίγωνο με ένα ζευγάρι Γάλλων και είναι ένα ανερχόμενο στέλεχος στον στρατό των Φαλαγγιτών, εκτελώντας ριψοκίνδυνες αποστολές. Οι δύο φίλοι ακολουθούν διαφορετικές πορείες ενώ οι Ισραηλινοί μπουκάρουν στην Βυρητό και μαζί με την Εθνοφρουρά οργανώνουν τις σφαγές στους Παλαιστινιακούς προσφυγικούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα.

Ο Μπασάμ θα καταφέρει να διαφύγει στην Μασσαλία, προσφέροντας ότι χρήματα έχει καταφέρει να μαζέψει. Οι τελευταίες 100 σελίδες του μυθιστορήματος αφορούν τις προσπάθειες του να επιβιώσει στο Παρίσι. Θα μπλέξει πάλι αλλά θα τα καταφέρει να διαφύγει στον Καναδά. Με κάποιες μικροδιαφορές, αυτή είναι και η διαδρομή του συγγραφέα, οπότε μπορούμε να θεωρήσουμε το βιβλίο εν μέρει αυτοβιογραφικό. Το τι έγινε με τον Ζορζ αν και εν πολλοίς το υποψιαζόμαστε, δεν θα το μάθουμε παρά μόνο στο τέλος του μυθιστορήματος όταν ο ήρωας υπό το βάρος της τρομερής αποκάλυψης θα μιλήσει στην ετεροθαλή αδερφή του παρανοϊκού φίλου του.

Το μυθιστόρημα συγκλονίζει στο μεγαλύτερο μέρος του – αυτό που εκτυλίσσεται στην κόλαση της Βυρητού. Η μουσική υπόκρουση της ανάγνωσης είναι οι βόμβες που πέφτουν συνεχώς και όχι η θεϊκή φωνή της Φεϊρούζ. Βόμβες που ανατινάζουν σπίτια, που διαλύουν ή εξολοθρεύουν οικογένειες. Ελεύθεροι σκοπευτές να σκοτώνουν ανεξέλεγκτα. Ο Χαζ εντυπωσιακά μεταφέρει την ατμόσφαιρα διάλυσης, ηθικής και σωματικής εξάντλησης, επιβίωσης με κάθε μέσον. Η ζωή δεν έχει καμμία αξία, το ξύλο είναι η μοναδική μορφή συννενόησης και συνδιαλαγής. Οι νεαροί διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους μέσα στο χάος, στην ατμόσφαιρα γουέστερν και αναρχίας – ο συγγραφέας μεταφέρει με ωραίο στυλ και γλώσσα που εντυπωσιάζει με την λυρικότητά της, τον «κακό χαμό» και την προσπάθεια επιβίωσης των ηρώων του γι’αυτό και εκπλήσσει δυσάρεστα το κομμάτι του βιβλίου όπου ο Μπασάμ βρίσκεται στην Γαλλία. Θα μπορούσε να είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που το διαβάζεις με κομμένη την ανάσα αλλά δυστυχώς μοιάζει να ξέφυγε από τα χέρια του συγγραφέα...

Ο Ραβί Χαζ γεννήθηκε το 1964 στην Βυρητό όπου έζησε την φρίκη του εμφυλίου πολέμου. Μετά από περιπέτειες διέφυγε και ζει στον Καναδά όπου γράφει, εργάζεται ως εικαστικός καλλιτέχνης αλλά και ως οδηγός ταξί. «Το παιχνίδι του Ντε Νίρο» (2006) ήταν το πρώτο του βιβλίο και απέσπασε αρκετά βραβεία ενώ το δεύτερο «Cockroach (Η κατσαρίδα)» του 2008 εντυπωσίασε και αυτό.