Τρίτη, Μαΐου 25, 2010
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαΐου 25, 2010 | Permalink
Έτος Μηδέν
«Κανείς δεν είναι αυτός που λέει ότι είναι…»

Σκοτεινό και δυσάρεστο αλλά ταυτόχρονα, τόσο σαγηνευτικό το μυθιστόρημα «ΤΟΚΙΟ ΕΤΟΣ ΜΗΔΕΝ», του πολύ καλού Βρετανού συγγραφέα David Peace (Εκδ.Τόπος, μετάφρ. Μ.Σαρατσιώτη, σελ.479), που εκτυλίσσεται στο μεταπολεμικό και ταπεινωμένο Τόκιο του 1946, ένα χρόνο ακριβώς από την (αναγκαστική) συνθηκολόγηση μετά τη ρίψη της δεύτερης ατομικής βόμβας στο Ναγκασάκι. Το βιβλίο τυπικά είναι μια αστυνομική ιστορία, με πολλούς φόνους, με έναν κλασσικό serial-killer, και με ήρωα ένα ντετέκτιβ αλλά ουσιαστικά είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ με τρομακτικό (στην κυριολεξία) ρυθμό με πολλά κοινωνικοπολιτικά στοιχεία, μια έξοχη αναπαράσταση των ταραγμένων ημερών της παραπαίουσας (πρώην) αυτοκρατορίας και κυρίως μια ανατομία της κοινωνίας δοσμένη με τέτοια ένταση και πάθος που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα.

Ο ντετέκτιβ Μινάμι είναι ένας κατεστραμμένος άνθρωπος. Υπηρετεί στην αστυνομία του Τόκιο, δεν βλέπει την οικογένειά του από την πολλή δουλειά, κοιμάται μόνο με ισχυρή δόση χαπιών, βλέπει παραισθήσεις, χρηματίζεται από έναν ισχυρό παράγοντα της τοπικής μαφίας (ο οποίος του προμηθεύει τα χάπια σε μεγάλες ποσότητες), φοβάται και τη σκιά του διότι το αστυνομικό σώμα περνάει από μεγάλες εκκαθαρίσεις καθώς οι Αμερικάνοι κατακτητές θέλουν να ελέγχουν τα πάντα. Το σκηνικό είναι το Τόκιο μετά τη ντροπιαστική – για τα δεδομένα της φυλής – παράδοση στους γιάνκηδες. Ένα Τόκιο τελείως διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε. Η κατάσταση μοιάζει ίδια με αυτή του Βερολίνου μετά την συνθηκολόγηση της Γερμανίας, εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει ευθέως στο φιλμ του Ροσελίνι «Γερμανία, έτος μηδέν». Την εξουσία την έχουν ουσιαστικά οι Αμερικάνοι, ο κόσμος πεινάει, οι γυναίκες εκδίδονται για να ζήσουνε, συμμορίες λυμαίνονται την πόλη, φόβος και παράνοια παντού.

Μέσα σ’αυτό το χάος ανακαλύπτονται σε ένα πάρκο δύο παραμορφωμένα πτώματα κοριτσιών, τα οποία έχουν βιασθεί και πεθάνει σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο. Οι αρχές συλλαμβάνουν έναν ύποπτο που δουλεύει για τις δυνάμεις κατοχής και έχει πρόσβαση σε τροφή και ρουχισμό. Εκείνος, ο Κοντάϊρα δεν αργεί να ομολογήσει τον ένα φόνο. Ο ντετέκτιβ Μινάμι προσπαθώντας να του φορτώσει και το δεύτερο πτώμα, διαπιστώνει ότι οι δολοφονίες αυτές είναι όμοιες με μία που διαπράχτηκε πριν από ακριβώς ένα χρόνο, την ημέρα της συνθηκολόγησης, όταν ανακάλυψε το πτώμα μιας εργάτριας εξαφανισμένης από καιρό. Καθώς προχωράει η ανάκριση και άλλα πτώματα ανακαλύπτονται σε περιοχές που σχετίζονται με τον Κοντάϊρα. Οι φόνοι αυτοί μοιάζουν μεταξύ τους, ενώ η αναγνώριση των πτωμάτων είναι πάντα δύσκολη. Η προσπάθεια του ντετέκτιβ Μινάμι είναι να κάνει τον Κοντάϊρα να ομολογήσει όλους τους φόνους. Η προσπάθειά του συναντάει δυσκολίες καθώς έχει πέσει σε δυσμένεια μέσα στην ίδια του την υπηρεσία και καθώς νιώθει να ολισθαίνει προς την παράνοια ο ίδιος. Η θέα των πτωμάτων του φέρνει στο νου τις σφαγές του Ιαπωνικού στρατού στην Μαντζουρία, στις οποίες συμμετείχε ο ίδιος καθώς και ο serial-killer Κοντάϊρα, ο οποίος τον έχει αναγνωρίσει και φροντίζει να του το επαναφέρει στη μνήμη όποτε τον βλέπει.

Η αστυνομική ιστορία δεν έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η ίντριγκα περιορίζεται στην παραδοχή του ύποπτου για τα εγκλήματα που είναι (σχεδόν) σίγουρο ότι έχει διαπράξει. Η διαφθορά είναι παρούσα συνεχώς και παντού. Τα χτυπήματα μέσα στο αστυνομικό σώμα είναι πισώπλατα και οι Αμερικανοί ελέγχουν τα πάντα. Το μόνο μέλημα όλων είναι να επιβιώσουν πάση θυσία. Ο συγγραφέας εστιάζει περισσότερο στην ατμόσφαιρα των ημερών, στο χάος που επικρατεί στους δρόμους, στο εφιαλτικό σκηνικό της πόλης μέσα στη ζέστη του Αυγούστου. Έτσι κι αλλιώς υπάρχουν πολλοί τρόποι να διηγηθεί κανείς μια αστυνομική ιστορία, όπως και να περιγράψεις έναν δολοφόνο. Το πώς θα το πεις μετράει, ακόμα και το πιο συνηθισμένο ή κοινότοπο έγκλημα θέλει τον δικό του τρόπο αφήγησης.

Εκεί είναι που εστιάζει ο Πις. Με ένα μοναδικό, ασθματικό και αγχώδη τρόπο, υποβάλλει τον αναγνώστη σε ένα βασανιστικό ψυχολογικό παιχνίδι. Οι φανατικοί του Ελρόι θα βρουν ομοιότητες. Οι οπαδοί των κόμικς θα χαμογελάσουν συνωμοτικά. Η γραφή του Peace απογειώνει μια (κατά τα φαινόμενα) συνηθισμένη ιστορία σε μια εμπειρία άνευ προηγουμένου. Σου παίρνει καμιά 50αριά σελίδες να το συνηθίσεις ακόμα κι αν έχεις διαβάσει το εξαιρετικό 1974 του ίδιου. Οι περιγραφές της φρίκης στην Μαντζουρία φέρνουν στο μυαλό τις αντίστοιχες υπέροχες σελίδες του «Κουρδιστού Πουλιού» του Μουρακάμι, μόνο που στο «Τόκιο…» τα παίζεις τελείως. Οι λάτρεις της «Καρδιάς του σκοταδιού» θα βρουν πάλι την «φρίκη» που αντίκρυσε ο Κουρτς ενώ οι οπαδοί της νουάρ αστυνομικής λογοτεχνίας θα μείνουν έκπληκτοι μπροστά στην εμφανή ποιητικότητα και χορογραφία του κειμένου. Το τέλος του εκπληκτικού μυθιστορήματος δεν εκπλήσσει κανέναν, εξάλλου ο προσεκτικός αναγνώστης το έχει ψυχανεμισθεί πολλές σελίδες πριν, το έχει εμπεδώσει ότι «κανείς δεν είναι αυτός που λέει ότι είναι…».

«…Το ζευγάρι των Κινέζων μέσα στη βρόμα, τα πρόσωπά τους ανέκφραστα. Ο διερμηνέας φτύνει το σπίρτο και φωνάζει στον άντρα. Το σκόρδο βρομάει, οι λέξεις άγριες. Η γυναίκα απαντάει στις ερωτήσεις. Ο διερμηνέας τη χτυπά. Η γυναίκα παραπατά. Ο διερμηνέας γνέφει. Ο Κασαχάρα κι εγώ οδηγούμε το ζευγάρι στην άκρη του χωριού, εκεί που ο κόκκινος ουρανός καθρεφτίζεται στο ρυάκι με τις ιτιές. Τα δέντρα απόψε είναι ακίνητα, τα αγροτόσπιτα έρημα. Το ζευγάρι κοιτάζει το νερό στο ρυάκι, τις συστάδες από τα άγρια χρυσάνθεμα, το κουφάρι ενός αλόγου, η σέλα μπλεγμένη στα χορτάρια. Ο Κασαχάρα τραβά το σπαθί του κι εγώ το δικό μου. Ο άντρας και η γυναίκα πέφτουν στα γόνατα. Τα δυο του χέρια σφιγμένα το ένα μέσα στ’άλλο. Η φωνή της τρελαμένη, ικετεύει. Η λεπίδα και μετά πάλι τίποτα. Αίμα τρέχει στους ώμους τους, αλλά κανένα κεφάλι δεν πέφτει. Το σώμα του άντρα γέρνει δεξιά και κατρακυλά στα άγρια χρυσάνθεμα. Μασάκι, μπαντζάι! Σπρώχνω το σώμα της γυναίκας να πέσει στο ρυάκι, οι λασπωμένες σόλες της κοιτούν στον ουρανό. Μπαμπά, μπαντζάι! Στο χωριό, κοντά στην ακροποταμιά με τις ιτιές, μια ομάδα από αρτιμελείς άντρες ποζάρουν μπορστά από ένα μισογκρεμισμένο σπίτι. Ο επικεφαλής μας στη μέση ακουμπά τα χέρια του στα κεφάλια δύο μικρών παιδιών. Καθόλου δάκρυα για τα ποτάμια και τα βουνά της γής τους, καμία λύπηση για τον πατέρα και τη μητέρα που δεν είναι πια εδώ. Σε βλέπω, μικρούλα, να κουνάς μια μικρή σημαία στο χεράκι σου. Το σώμα της μέσα στα χρυσάνθεμα, τα πόδια της κοιτούν τον ουρανό. Ο μπαμπάς θα κρατάει αυτή την εικόνα για πάντα στο μυαλό του. Στην ακροποταμιά με τις ιτιές. Στο μισογκρεμισμένο σπίτι κείτομαι ανάμεσα στα πτώματα. Χιλιάδες, εκατομμύρια. Εκατόν τριάντα Calmotin, εκατόν τριάντα ένα. Ο ήλιος περνά μέσα από τα παράθυρα του βαγονιού, γκέτες κρέμονται από το διχτυωτό των αποσκευών. Ένα παιδί βγάζει από τη θήκη ένα σπαθί – παιχνίδι. Μπαντζάι! Εκατόν σαράντα Calmotin, εκατόν σαράντα ένα. Στο Σπίτι της Λήθης δεν υπάρχουν σημαίες…»

Ο David Peace γεννήθηκε το 1967 στο Γιορκσάϊρ της Αγγλίας και πάνω από μια δεκαετία ζει στο Τόκιο με την οικογένειά του. Το «ΤΟΚΙΟ ΕΤΟΣ ΜΗΔΕΝ» βασίζεται σε μια πραγματική ιστορία και αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας βιβλίων για το Τόκιο. Περισσότερα στοιχεία για τον συγγραφέα και τα βιβλία του στην ιστοσελίδα των εκδόσεων ΤΟΠΟΣ.