Παρασκευή, Ιουνίου 04, 2010
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιουνίου 04, 2010 | Permalink
Χειμώνας (The Housekeeper)
Ομολογώ ότι δεν περίμενα να με εντυπωσιάσει τόσο πολύ το μυθιστόρημα της Αμερικανίδας (εγκατεστημένης στην Ελλάδα) συγγραφέως Melanie Wallace με τον χαρακτηριστικό τίτλο «ΧΕΙΜΩΝΑΣ» (The Housekeeper), (Εκδ.Πόλις, (ωραία) μετάφρ. Γ.Ι.Μπαμπασάκη, σελ. 276). Είναι από αυτά τα βιβλία που τα επιλέγεις περισσότερο από προαίσθημα (όταν δεν γνωρίζεις τίποτα για τον δημιουργό τους,όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση), μπορεί και να είχα διαβάσει κάτι στον τύπο (δεν θυμάμαι), αλλά που στο τέλος χαίρεσαι που το διάβασες και ανακάλυψες μία συγγραφέα με εξαιρετική ποιότητα γραφής, ικανότητα στη δημιουργία χαρακτήρων και στέρεας πλοκής.

Συνήθως κάποιες αυθόρμητες και ενστικτώδεις πράξεις (ενέργειες) καθορίζουν το μέλλον μας. Έτσι συνέβη και με την ηρωίδα του «Χειμώνα», την έφηβη δεκαεφτάρα Τζέιμι που παρέα με τον σκύλο της έχει καταφύγει σε μια πόλη χαμένη στο πουθενά. Η Γωνιά των Βαφιάδων (The Dyers Corner) είναι ένα χωριό κάπου στα βουνά της βόρειας Ανατολικής Ακτής των Η.Π.Α. που χτυπήθηκε από την οικονομική ύφεση της δεκαετίας του ’30 και από τη δημιουργία μιας τεχνητής λίμνης που υποχρέωσε τους περισσότερους κατοίκους να χάσουν τα σπίτια τους και να φύγουν μακριά. Η μητέρα της Τζέιμι που γεννήθηκε εκεί έφυγε με τους γονείς της και συνέχισαν αλλού τη ζωή τους. Τώρα έχουν πεθάνει όλοι και η Τζέιμι (που μεγάλωσε χωρίς πατέρα) θυμάται αυτό το μέρος από την μοναδική εκδρομή της ζωής της κάποτε εκεί και από τις οικογενειακές διηγήσεις.

Βρισκόμαστε στο 1976, οι νέοι συνήθιζαν να περιπλανιούνται κάνοντας ωτοστόπ, οπότε το θέαμα μιας όμορφης νεαρής που ζητούσε στέγη και τροφή δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τους ορεσίβιους χωριανούς. Στους παλαιότερους, το βάδισμα και η κορμοστασιά της Τζέιμι κάτι θύμιζε και όταν έμαθαν ποια είναι, έπαθαν σοκ παρατηρώντας την ομοιότητα με τη γιαγιά της. Η Τζέιμι πιάνει δουλειά ως φύλακας του σπιτιού της Μάργκαρετ, μιας γηραιάς διανοούμενης που επισκέπτεται το μέρος μερικούς μήνες το χρόνο και χρειάζεται κάποιον να προσέχει το γεμάτο βιβλιοθήκες σπίτι. Έχει συνάψει μια θλιβερή σχέση με έναν μέθυσο παντρεμένο που της παρέχει στέγη αλλά νιώθει εγκλωβισμένη. Το μέρος είναι σαν φυλακή. Κρύο τρομερό, άγρια φύση, άνθρωποι σε ημιάγρια κατάσταση, φτώχεια και σκληρότητα, πολλή σκληρότητα...

Ο Γκέιλεν από την άλλη είναι ένας «παγιδευτής ζώων». Βάζει παγίδες, πιάνει ελάφια, αλεπούδες και έτσι ψιλοπορεύεται. Βασανισμένος τριανταπεντάρης με πολλούς «σκελετούς στη ντουλάπα του», απελπισμένος από τη ζωή του και την ηθελημένη απομόνωσή του, ερωτεύεται την μικρή κοπέλα αλλά είναι πολύ δειλός (ή μάλλον ανίκανος συναισθηματικά) για να το εκφράσει. Θα είναι ο μόνος που θα σταθεί δίπλα της όταν εκείνη ανοίξει άθελά της, τον «ασκό του Αιόλου».

Το τυχαίο εισβάλλει στη ζωή της όταν βλέπει ένα αγοράκι δεμένο σε ένα στύλο. Τι θα έκανε ο καθένας στη θέση της; Ποια είναι η φυσιολογική κίνηση; Το λύνει, εκείνο φεύγει – οι γύρω, αδιάφοροι, το συγκεκριμένο παιδί το δένουν οι γονείς του συχνά, την προειδοποιούν, ότι «το παιδάκι δεν στέκει καλά στα μυαλά του». Αυτή της η ενέργεια θα αναστατώσει τη ζωή της διότι το αγοράκι αυτό, είναι η προσωποποίηση του Κακού. Ζει με τους γονείς του σε ένα τροχόσπιτο, και είναι μια μηχανή θανάτου. Αφού δολοφονεί τα αδερφάκια του, γίνεται η σκιά της Τζέιμι κρυμμένος μέσα στο δάσος, μια αδιόρατη σκιά, ένας stalker. Οι γονείς του με τη βοήθεια του βίαιου και απάνθρωπου Χάρλαν, ενός φίλου τους κυνηγού, τον ψάχνουν παντού αλλά δεν μπορούν να τον βρουν. Υποψιάζονται ότι τον κρύβει η Τζέιμι, ο εφιάλτης της έχει αρχίσει και η δράση γίνεται ιλιγγιώδης.

Η Wallace καταφέρνει να μεταδώσει στον αναγνώστη το αίσθημα ασφυξίας και μοναξιάς που αισθάνεται η ηρωίδα της. Ένας στιβαρός μυθιστορηματικός χαρακτήρας, η Τζέιμι αισθάνεται παγιδευμένη σ’αυτόν τον άγριο και αφιλόξενο τόπο, όμορφο μεν αλλά τόσο μακριά από τον πολιτισμό. Οι ντόπιοι σκληροί και βίαιοι έχουν συνηθίσει να ζουν με τα τερτίπια της φύσης. Η αγριάδα του τόπου τους, έχει καθορίσει τη ζωή τους. Η Τζέιμι το νιώθει ότι δεν ανήκει εκεί, αλλά αυτός ο τόπος είναι το μοναδικό σημείο αναφοράς που έχει από το παρελθόν, είναι το μέρος που γεννήθηκε η μάνα της, που είναι θαμμένοι οι παππούδες της, ψάχνει κι αυτή ένα «αραξοβόλι» αλλά το Dyers Corner, ίσως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, δεν είναι και το πιο φιλόξενο μέρος.

Το μυθιστόρημα είναι αγωνιώδες και βίαιο. Το χιονισμένο τοπίο παίζει ρόλο στην δράση και στην εξέλιξη καθώς και η μοιραία τεχνητή λίμνη που η δημιουργία της καθόρισε την μοίρα αυτού του τόπου. Οι διάλογοι είναι ελάχιστοι, το παιδί – δαίμονας δεν ξέρουμε μέχρι το τέλος αν μπορεί να μιλήσει ή αν καταλαβαίνει τι του λένε, ο Γκέιλεν που είναι η άλλη πλευρά του τριγώνου, είναι ένας άνθρωπος που ενσαρκώνει το απόλυτο Καλό, ένας άνθρωπος που καταδιώκεται από τις πράξεις του παρελθόντος και που στην Τζέιμι βλέπει τον άγγελο του. Γύρω τους απίθανες μυθιστορηματικές φιγούρες, ο διώκτης του μικρού και της Τζέιμι, Χάρλαν που από τα παιδικά τους χρόνια μπλέκει τον Γκέιλεν σε φασαρίες, ο ανώνυμος Κυνηγός που κι αυτός ενστικτωδώς προσφέρει στέγη στον μικρό σατανά και ο οποίος καταγράφει τα συναισθήματά του και τις αλλαγές του καιρού σε ένα ημερολόγιο, ο διευθυντής του Ταχυδρομείου που ονειροπολεί όποτε βλέπει την Τζέιμι νομίζοντας ότι βλέπει την γιαγιά της, δίνει έναν λυρικό τόνο στο μυθιστόρημα καθώς μέσα από τις αναμνήσεις του (όπως και από τις φωτογραφίες που έχει στο σπίτι η Μάργκαρετ), περνάει η ιστορία του τόπου.

Το φινάλε του μυθιστορήματος απογοητεύει με την ευκολία του αλλά το συναίσθημα αναγνωστικής πληρότητας παραμένει. Η Wallace δεν είναι Proulx αλλά έχει την δικιά της μεστή φωνή, «αιχμαλωτίζει» τον αναγνώστη και τον τυλίγει στην ατμόσφαιρα του ιδιότυπου και μάλλον ασυνήθιστου bildungsroman (μυθιστόρημα μαθητείας / ενηλικίωσης), μέσα σε ένα κόσμο βίας και αγριότητας.