Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιουλίου 25, 2011 | Permalink
Terrible privacies
Δύσκολα μπορώ να φανταστώ βιβλίο που με έχει καταθλίψει τόσο, όσο το πρόσφατο μυθιστόρημα του καλού (και δημοφιλέστατου στην Ευρώπη), αλλά άνισου Βρετανού συγγραφέα Jonathan Coe, με τίτλο «Ο ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΑΞΟΥΕΛ ΣΙΜ» (The terrible privacy of Maxwell Sim), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Μ.Ζαχαριάδου, σελ.501). Με τα παραπάνω δεν θέλω να πω ότι δεν μ’άρεσε το μυθιστόρημα – το αντίθετο, το βρήκα πολύ καλό, ίσως από τα καλύτερα του πολυγραφότατου συγγραφέα, εξαιρετικά ενδιαφέρον ως θέμα και ως ανάπτυξη της ιστορίας και κυρίως με έναν ήρωα, τον Μάξουελ Σιμ, στον οποίον δεν μπορείς να αντισταθείς (παρ’ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας έχεις την έντονη επιθυμία να του ρίξεις μια σφαλιάρα που να είναι όλη δική του…).

Το βιβλίο είναι δύσκολο να το περιγράψεις γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να αποφύγεις να αναφέρεις βασικά στοιχεία της ιστορίας. Έτσι κι αλλιώς βέβαια το σημείωμα της αρχής σε προδιαθέτει γι’αυτό που θα επακολουθήσει. Ο Μάξουελ Σιμ βρίσκεται γυμνός σε ένα αυτοκίνητο εκ πρώτης όψεως εγκαταλελειμμένο στις εσχατιές της Σκωτικής επαρχίας. Δίπλα του δυό άδειες φιάλες ουίσκι. Ο τύπος είναι σε κατάσταση υποθερμίας και διακομίζεται στο νοσοκομείο. Από τα στοιχεία της αστυνομίας και τα δύο χαρτόκουτα με οδοντόβουρτσες που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο συνάγεται ότι ο Σιμ είναι Πωλητής μιας εταιρίας που παράγει οδοντόβουρτσες η οποία εκείνη τη μέρα είχε κηρύξει πτώχευση.

Αυτό έγινε τον Μάρτιο του 2009 και το κουβάρι της ζωής του Μάξουελ Σιμ αρχίζει να ξετυλίγεται μερικούς μήνες πριν λίγο προτού φύγει από την Αυστραλία όταν έχει πάει να επισκεφθεί τον πατέρα του, εκμεταλλευόμενος την ευγενική χειρονομία της πρώην (πλέον) συζύγου του, η οποία αφότου τον εγκατέλειψε του έστειλε ένα αεροπορικό εισιτήριο για την μακρινή χώρα, θεωρώντας ότι ένα ταξίδι θα του έκανε καλό.
Διότι ο Σιμ λίγο προτού φτάσει στην «οριακή ηλικία» των 50 χρόνων, πάσχει από κατάθλιψη. Παρατάει την σχετικά ασφαλή και άνετη δουλειά του σε ένα πολυκατάστημα, τον εγκαταλείπει η γυναίκα του και φεύγει παίρνοντας μαζί της την έφηβη κόρη τους, δεν έχει κανένα φίλο να μιλήσει παρά μόνο τους εβδομήντα εικονικούς «φίλους» του facebook. Όχι, ότι το ταξίδι του προσφέρει κάτι. Η σχέση με τον πατέρα του παραμένει προβληματική όπως ήταν μια ολόκληρη ζωή, στο δε μακρύ ταξίδι της επιστροφής, ο διπλανός του στο αεροπλάνο πεθαίνει από έμφραγμα! Μέσα βέβαια στην ατυχία του, συμβαίνει κάτι καλό, αφού στο δεύτερο κομμάτι της διαδρομής κάθεται δίπλα του μια πολύ ενδιαφέρουσα κοπέλα η οποία του δίνει να διαβάσει το γράμμα ενός θείου της που μιλάει για την περίεργη περίπτωση ενός «θαλασσοπόρου», του Ντόναλντ Κρόουχερστ που ξεκίνησε για τον περίπλου της γης το 1968 με ένα πολύ μοντέρνο σκάφος εξοπλισμένο με ότι πιο σύγχρονο υπήρχε και αφού εξαφανίστηκε από τα ραντάρ προσποιούμενος ότι πραγματοποιεί τον γύρο της γης εκείνος κρυβόταν και έστελνε ψεύτικες ανταποκρίσεις όταν κατάλαβε ότι το σκάφος δεν μπορούσε να τον πάει πουθενά. Στο τέλος μη μπορώντας να αντιμετωπίσει την «ξεφτίλα» της επιστροφής στην Αγγλία και της αποκάλυψής του αυτοκτονεί.

Ο Μάξουελ Σιμ γυρίζοντας στο Λονδίνο αποδέχεται μια προσωρινή δουλειά μιας εβδομάδας σε μια εταιρία που πουλάει «οικολογικές» οδοντόβουρτσες, με προοπτική να μονιμοποιηθεί. Πρέπει να φτάσει με ένα υπερσύγχρονο αυτοκίνητο Toyota Prius στα νησιά Σέτλαντ παίρνοντας το φέρι από το Αμπερντήν της Σκωτίας και από εκεί να βιντεοσκοπήσει τον εαυτό του που δίνει τις οδοντόβουρτσες στον μαγαζάτορα του πιο βόρειου μέρους της Βρετανίας. Έχει μπροστά του δυο-τρεις μέρες να φτάσει κι εκείνος αντί να τραβήξει ευθεία για το νησί, κάνει διαδρομές δεξιά κι αριστερά επισκεπτόμενος παλιούς φίλους, το διαμέρισμα του πατέρα του σε ένα χωριό, την πρώην σύζυγό του και την κόρη του, μια παλιά του φίλη στο Εδιμβούργο. Ψάχνει απαντήσεις, ψάχνει επαφή, ψάχνει τον εαυτό του.

Το βιβλίο έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός «road novel» (μυθιστόρημα δρόμου) αφού το μεγαλύτερο (και περισσότερο ενδιαφέρον) μέρος του εκτυλίσσεται με τον Μάξουελ Σιμ διασχίζοντας τις εθνικές και τις επαρχιακές οδούς του Ηνωμένου Βασιλείου. Με χιούμορ και ειρωνία, με ωραία και ελκυστική αφήγηση (χαρακτηριστικό ακόμα και των πλέον αδιάφορων βιβλίων του) ο Κόου πλάθει έναν αξέχαστο χαρακτήρα που βιώνει την κατάθλιψη και την μοναξιά του μιλώντας στην αυστηρή φωνή του GPS (την οποία ονομάζει Έμα) του υπερσύγχρονου οχήματος, χάνοντας επίτηδες τον δρόμο για να ξανακούσει τη φωνή της. Προσπαθώντας να καταλάβει το οικογενειακό μυστικό που ο πατέρας του δεν βρήκε τη δύναμη να του αποκαλύψει. Προσπαθώντας να επικοινωνήσει με την πρώην σύζυγό του οικειοποιούμενος μια ψεύτικη γυναικεία ταυτότητα και ανταλάσσοντας e-mails με την εκείνη μπας και καταλάβει κάποια πράγματα αλλά αυτά που διαβάζει στα mails δεν θα του αρέσουν καθόλου. Προσπαθώντας να επικοινωνήσει με την κόρη του με ελάχιστη επιτυχία. Προσπαθώντας να επανασυνδεθεί με την φίλη της εφηβείας του με τραγικά αποτελέσματα.

Η οικονομική κρίση στην Βρετανική κοινωνία, η τεχνολογική επέλαση που απομονώνει εκεί που θεωρητικά «ενώνει», δουλειές που χάνονται, νοοτροπίες που παραμένουν, μοναξιά και δυσκολία στην επικοινωνία – όλα αυτά όταν περιγράφονται με χαλαρό και χιουμοριστικό στυλ κάνουν πιο έντονη την μαυρίλα που περιβάλλει τον κόσμο του ήρωα. Ένας ήρωας ρομαντικός και ανασφαλής, χαμένος (loser) και ευγενικός, «μετρίως, μέτριος και πάντα μετρημένος», σε μια ζωή από τα παιδικά του χρόνια που τον οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην κατάθλιψη και ίσως στην αυτοκτονία. Η «αναζήτηση» που κάνει ο ήρωας είναι το πιο θαρραλέο πράγμα που έκανε στη ζωή του και οι αλήθειες που θα ανακαλύψει θα τον πονέσουν και θα «πιάσει πάτο». Ο συγγραφέας (σαν τον μάγο Μέρλιν) θα τον ανασύρει στην επιφάνεια και θα τον αφήσει να κολυμπήσει σε ένα φινάλε που προσωπικά το βρήκα ιδιοφυές λογοτεχνικά αλλά απογοητευτικό δραματουργικά.

Το μυθιστόρημα είναι από τα βιβλία που θέλεις να κουβεντιάσεις. Εξωστρεφές και εύκολο στο διάβασμα, κυλάει σαν νεράκι αλλά νιώθεις ότι ο κάθε αναγνώστης εκλαμβάνει πολλά στοιχεία του διαφορετικά. Το ένιωσα έντονα συζητώντας το με ανθρώπους που το είχαν διαβάσει και μου επισήμαναν στοιχεία που είχα αγνοήσει ή παραβλέψει. Ο «παραλογισμός» της ιστορίας που περιγράφει ο Κόου έρχεται ταμάμ με την εποχή μας, ο ελαφρώς διαφημιστικός τρόπος ορισμένων gadgets ή και του «οικολογικού» αυτοκινήτου μπορεί να ενοχλήσει κάποιους, αλλά στο τέλος κερδίζει η γοητευτική γραφή του Κόου, και αυτός ο «ταλαίπωρος» χάρτινος μεν αλλά «ολοζώντανος» ήρωας που η πένα του πανέξυπνου συγγραφέα κατασκεύασε.







Marianne Faithfull - So sad