Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011
posted by Librofilo at Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2011 | Permalink
Το αυτοβιογραφικό "κύκνειο άσμα" ενός μεγάλου συγγραφέα
Ο πρόωρα χαμένος Πολωνός συγγραφέας Μάρεκ Χουάσκο (1934-1969) ήταν ένας κλασσικός εκπρόσωπος του είδους που αποκαλείται «καταραμένη λογοτεχνία», δημιουργώντας έργα «βλάσφημα» και «περιθωριακά» και ζώντας μια ζωή αυθεντικού μπήτνικ. Ο (και Τζέημς Ντην αποκαλούμενος λόγω της ομοιότητας του με τον διάσημο ηθοποιό) Χουάσκο, στα χρόνια της δεκαετίας του 50 θεωρείτο το «χρυσό παιδί» της Πολωνικής λογοτεχνίας, αντισυμβατικός και αναρχικός στην έκφραση, χτυπούσε το καθεστώς από μέσα και για να αντέξει τον πόλεμο που δεχόταν το’ριξε στο ποτό ενώ σύντομα αντιμετώπισε προβλήματα κατάθλιψης. Το 1958 κατέφυγε στο Παρίσι, το οποίο δεν τον σήκωσε και πήγε στο Δυτικό Βερολίνο όπου ζήτησε πολιτικό άσυλο αλλά λίγο αργότερα το μετάνιωσε και ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Την Πολωνία δεν μπορούσε να την βγάλει από τη ζωή του αλλά δεν μπορούσε και να ζήσει σ’αυτήν. Παντρεύτηκε στη Γερμανία, πήγε λίγο στο Ισραήλ, μπαινόβγαινε σε ψυχιατρικές κλινικές, ώσπου με τη βοήθεια του Ρομάν Πολάνσκι πήγε στο Λος Άντζελες για να εργαστεί ως σεναριογράφος. Απέτυχε να προσαρμοστεί κι εκεί, τριγυρίζοντας και πίνοντας, το μόνο που κατάφερε ήταν να πάρει μια άδεια πιλότου. Μετά από ένα ατύχημα λόγω του μεθυσιού με έναν Πολωνό εμιγκρέ μουσικό που κατέληξε στον θάνατο του δεύτερου, ο Χουάσκο γύρισε στη Γερμανία το 1969, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στο Βισμπάντεν από άγνωστους λόγους, μάλλον ένα κοκτέηλ ποτού και ναρκωτικών ουσιών ήταν ο λόγος, εκτός κι αν αυτοκτόνησε.

Τα είδωλά του ήταν ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ και ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Η ζωή του θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα ενός σπαρακτικού μυθιστορήματος. Μετά το θάνατό του όμως κυκλοφόρησε μια εξαιρετική νουβέλα, καθαρά αυτοβιογραφική, που πρόσφατα εκδόθηκε στην Ελλάδα με τίτλο «ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΠΥΡΠΟΛΗΣΑΝ ΤΟ ΡΥΖΙ» (Palcie ryż każdego dnia), «Εκδ. Μελάνι, μετάφρ. Δ.Χουλιαράκης, σελ.245), όπου παίρνουμε μια γερή γεύση της ζωής και του μεγάλου ταλέντου αυτού του ιδιόμορφου συγγραφέα κι ανθρώπου.

«Βλέπεις αυτόν τον σκύλο, Έλεν;» «Ναι» «Ξέρεις ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σ’εμένα και σ’εκείνον;» ρώτησε. Εκείνη δεν απάντησε κι έτσι της είπε: «Μόνο ότι εγώ έχω χρέη ενώ αυτός όχι, αν και σε τούτη τη χώρα αυτό μπορεί ν’αλλάξει από τη μια στιγμή στην άλλη. Αν όμως σήμερα υπάρχει ακόμη μια διαφορά ανάμεσα σ’εμένα και σ’εκείνον το σκύλο, είναι πως εγώ πρέπει να πληρώσω τα χρέη που έχω σε κάτι μπινέδες.»

Το ακροτελεύτιο μυθιστόρημα του Χουάσκο (και πρώτο που εκδίδεται στη χώρα μας), η Αμερική και ο (πολυδιαφημισμένος) τρόπος ζωής της περιγράφεται με ζοφερά χρώματα.Βρισκόμαστε στη δεκαετία του ’60 και ο ήρωας βρίσκεται στην Δυτική Ακτή, στην Καλιφόρνια, κάπου κοντά στο Λος Άντζελες και κινείται πέριξ μιας αερολέσχης. Έχει οικειοποιηθεί ένα όνομα που υποδηλώνει μετανάστη, Τζέικομπ Άντερσον, μιλάει με βαριά ανατολικοευρωπαϊκή προφορά, είναι «βαρύς και μόνος» - πράγμα που φροντίζει να το δείχνει. Ψάχνει για το μεροκάμματο, χωρίς όμως να κάνει εκπτώσεις στη συμπεριφορά του με αποτέλεσμα να τον διώχνουν από παντού. Τα μόνα πράγματα που γουστάρει πραγματικά είναι να πετάει με το αεροπλάνο – και εκεί σπαταλάει ότι βγάζει, νοικιάζοντας ένα μικρό αεροσκάφος με την ώρα - , και η Έστερ, μια αινιγματική γυναίκα με την οποία τον ενώνει ένα κοινό παρελθόν και μια (παρελθούσα αλλά ακόμα ζωντανή) ερωτική σχέση. Η Έστερ όμως είναι δεσμευμένη με έναν πλούσιο Αμερικανό, τον οποίο έχει βάλει να μάθει να πετάει, ξανθό και πανέμορφο, με μια υπέροχη έπαυλη στην ακτή.

Αυτό το ιδιότυπο τρίγωνο, οι δύο άνδρες, ο ένας το αντίθετο του άλλου, που τους ενώνουν τα πράγματα που τους χωρίζουν και η Έστερ, μονίμως παρούσα ακόμα κι όταν είναι απούσα, αισθησιακή και προκλητική. Υπάρχει και η Έλεν, μια σχιζοφρενής γυναίκα, αλκοολική που έχει μονίμως δίπλα της μια ξεφτισμένη κούκλα στη θέση του νεκρού πλέον παιδιού της, για την φύλαξη της οποίας, ο Άντερσον λαμβάνει ένα μηνιαίο τσεκ από τους συγγενείς της.

Ο Άντερσον κινείται σε μια no mans’ land, μια «έρημη χώρα», όπου τα δέντρα έχουν διαφορετικό χρώμα και η θάλασσα δεν μυρίζει. Όπου αν δεν έχεις αυτοκίνητο δεν πας πουθενά και οι άνθρωποι μόνο στο ποτό μπορούν να βρουν ανακούφιση. Όπου πίσω από τη βιτρίνα της πολυτέλειας και της εκζήτησης υπάρχουν τα μεροκάματα της ξεφτίλας και οι εργατικές σχέσεις ενός σύγχρονου δουλεμπορίου. Αυτοί που «πυρπολούν το ρύζι» στο Βιετνάμ δεν ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους παρά μόνο για το χρήμα και ο Άντερσον αρνείται να τους κοιτάξει, ξαπλώνει και κοιτάει μόνο τον ήλιο.

«Και γιατί πιστεύεις ότι η χώρα αυτή είναι καλή, Έλεν» είπε• τώρα μίλαγε σιγανά, ήσυχα, σαν να διηγιόταν σε ένα παιδί κάποιο παραμύθι. «Όλοι το περιμένουν αυτό για κάποιο λόγο που ούτε και οι ίδιοι ξέρουν. Είναι μια χώρα όπως κάθε άλλη. Και οι άνθρωποι είναι όπως όλοι οι άλλοι, έχουν τα ίδια σώματα με τους άλλους, και το ξέρουν. Γι’αυτό τους κάψανε το ρύζι, Έλεν. Ακριβώς γιατί και οι άλλοι, που μπορούσαν να πάρουν το ρύζι, έχουν τα ίδια στομάχια, τις ίδιες καρδιές, τα ίδια νεφρά και θα ψοφήσουν της πείνας αν δεν βρουν ρύζι. Αλλά υπάρχουν κι αυτές οι μανάδες κι αυτά τα παιδιά που επίσης θα ψοφήσουν και που ψοφάνε κάθε μέρα γιατί τους καίνε το ρύζι. Και ξέρεις πόσο κάνει αυτό το ρύζι, Έλεν; Μπορεί πέντε, μπορεί δέκα δολλάρια. Και ξέρεις πόσα γαλόνια βενζίνη, έχουν ρίξει για να το κάψουν; Το χωριό αυτό θα μπορούσε να ζήσει μισό χρόνο από τη βενζίνη που χρησιμοποίησαν ώστε να μη μείνει ούτε ένα σπυρί ρύζι. Και τώρα Έλεν έλα στα συγκαλά σου και πες μου: Τι θα έκανε αυτήν τη χώρα να ενδιαφερθεί για μια άρρωστη, φτωχιά γυναίκα, που το παιδί της το σκότωσαν είκοσι χρόνια πριν; Τίποτα, Έλεν. Απλώς αστειευόσουν. Κι αυτό το ξέρουμε και οι δυό μας.»

Βαθιά συμβολικό, με έναν δυναμισμό στην αφήγηση που εκπλήσσει, με έξοχο στυλ, κατάμαυρο και απελπισμένο αλλά με πολλή ανθρωπιά, το έξοχο μυθιστόρημα του Χουάσκο. Βυθίζεσαι στον κόσμο του, της απογοήτευσης και της ήττας ενός ανθρώπου στιβαρού και ακέραιου, αμετακίνητου και μπρουτάλ αλλά που υπερασπίζεται τη φιλοσοφία του μέχρι θανάτου. Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο ψευδεπίγραφος Άντερσον συγκινεί και προβληματίζει, αντιφατικός και σαγηνευτικός, όπως κάθε «καταραμένος» ήρωας της λογοτεχνίας, ξέρει ότι δεν θα βρει πουθενά την ηρεμία του και θα παλεύει με τους δαίμονές του στο διηνεκές, άπατρις και ερημοσπίτης, ένας «μοναχικός και μόνος κάουμποϊ» που πορεύεται σ’αυτή τη ζωή παρέα με τους εφιάλτες του.




Hosted by kiwi6.com file hosting.
Download mp3 - Free File Hosting.

TINDERSTICKS - Dying slowly