Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2012
posted by Librofilo at Δευτέρα, Ιανουαρίου 23, 2012 | Permalink
Εκτός ελέγχου
Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο από τη λέξη «αριστούργημα» δεν μπορεί να σου έρθει στο μυαλό, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση της νουβέλας, του εξαιρετικού Βρετανού συγγραφέα J.G. Ballard (1930-2009), με τίτλο «ΕΚΤΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ» («Running wild»), (Εκδ. Άγρα, μετάφρ. Σ.Παπασταύρου, σελ.129). Χρησιμοποιώντας τεχνικές απόλυτου ρεαλισμού, ο συγγραφέας έγραψε κάποια χρόνια πριν (1988) αυτή την λιτή και αφτιασίδωτη δυστοπία – υπόδειγμα οικονομίας λόγου και ακρίβειας, απόλυτα ψυχρής σε πρώτη ματιά, όπου ηθελημένα απουσιάζει το συναίσθημα, υλοποιώντας (στο έπακρο), την αθάνατη ρήση του Φραντς Κάφκα: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι βιβλία που μας γρονθοκοπούν σαν οδυνηρή συμφορά…».

Το ηλιόλουστο πρωινό του Ιουνίου, του ’88 δεν προμήνυε την φρίκη που θα επακολουθούσε. Λίγο μετά τις 8 το πρωί, στο καλά προστατευμένο και περίκλειστο συγκρότημα πολυτελών κατοικιών στο Πάγκμπερν βίλατζ, μια περιοχή στα περίχωρα του Λονδίνου, 32 άτομα βρίσκονται νεκρά. Είναι όλα πάμπλουτοι ένοικοι του συγκροτήματος και κάποιοι νεκροί είναι μέλη του υπηρετικού τους προσωπικού όπως και οι δύο φύλακες που βρίσκονταν στις (τελευταίας τεχνολογίας) πύλες. Το πιο περίεργο αυτών των μαζικών δολοφονιών, που όλες πραγματοποιήθηκαν με διαφορετικό τρόπο (αλλά όλες βίαια), είναι ότι τα 13 παιδιά που ζούσαν στο συγκρότημα με τους γονείς τους, ηλικίας από 17 έως 8 ετών δεν βρέθηκαν πουθενά. Ο τύπος και τα τηλεοπτικά κανάλια φωνάζουν για απαγωγή, ίχνη δεν υπάρχουν, μοιάζει σαν να άνοιξε η γη να τα κατάπιε.

Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου, του δρος Ρίτσαρντ Γκρέβιλ, αναπληρωματικού ψυχιατρικού συμβούλου της Αστυνομίας του Λονδίνου, ο οποίος δύο μήνες μετά την διάπραξη των φόνων και στο φανερό αδιέξοδο των ερευνών καλείται να συμβάλλει στην επίλυση του γρίφου. Ο ψυχίατρος ξετυλίγει το κουβάρι, χρησιμοποιώντας την λογική και αναλύοντας τα στοιχεία που βρέθηκαν, μελετώντας εξονυχιστικά τα βίντεο που τράβηξε η αστυνομία δύο ώρες μετά τη διάπραξη των φόνων. Στην αναζήτηση των στοιχείων βοηθάει και ένας τοπικός αστυνόμος που μάλλον βλέπει τα πράγματα καθαρότερα και χωρίς παρωπίδες. Εξάλλου η λύση είναι μπροστά στα μάτια τους, το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να αναλύσουν κάποια πράγματα που βρέθηκαν σε ημερολόγια και κομπιούτερ και να σκεφτούν λίγο παραπάνω. Όταν όμως μετά από μήνες, αίφνης εμφανίζεται η μικρότερη των παιδιών, η οχτάχρονη Μάριον σε προφανή κατάσταση σοκ, η αστυνομία μπερδεύεται ακόμα περισσότερο.


«Ακόμα και η πιο σχολαστική έρευνα στο ιστορικό αυτών των δολοφονημένων αντρών και γυναικών απέτυχε να εντοπίσει κάποιον κοινό παράγοντα, που θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια μαζική επίθεση. Ο υπεύθυνος χαρακτήρας των γονιών και η πλουσιοπάροχη οικογενειακή ζωή πιστοποιήθηκαν από τις άφθονες καταθέσεις όσων οικιακών βοηθών είχαν την τύχη να απουσιάσουν την 25η Ιουνίου (ήταν Σάββατο, μέρα αργίας για το μεγαλύτερο μέρος του υπηρετικού προσωπικού). Όλοι κατέθεσαν ότι τα θύματα της σφαγής ήταν φωτισμένοι και και στοργικοί γονείς, με φιλελεύθερες και ανθρωπιστικές αρχές, που τις εφάρμοζαν σχεδόν σε βαθμό υπερβολής. Τα παιδιά φοιτούσαν σε πολυτελή ιδιωτικά ιδιωτικά ημερήσια σχολεία κοντά στο Ρέντιγκ και οι άριστες μαθητικές επιδόσεις τους φανερώνουν απόλυτη απουσία άγχους στην οικογενειακή τους ζωή. Οι γονείς (από τους οποίους όλοι – γεγονός ασυνήθιστο για την επαγγελματική τους τάξη – φαίνεται ότι είχαν απορρίψει την ιδέα των εσωτερικών σχολείων) αφιέρωναν πολλές ώρες στα βλαστάρια τους, σε σημείο ακόμα και να θυσιάζουν τη δική τους κοινωνική ζωή. Συνόδευαν τα παιδιά τους σε πολλές και διάφορες δραστηριότητες της ψυχαγωγικής λέσχης, οργάνωναν χορευτικά πάρτυ και αγώνες μπριτζ όπου συμμετείχαν και οι ίδιοι κανονικά, κοντολογίς οδηγούσαν με την καλύτερη έννοια τους γιούς και τις κόρες τους προς μια ζωή ολοκληρωμένη και ευτυχισμένη, από την οποία οι ίδιοι αποκόπηκαν με τόσο τραγικό τρόπο.»

Η απρόσωπη και αποστασιοποιημένη αφήγηση, ψυχρή σαν να διαβάζεις επίσημο έγγραφο τονίζει την φρίκη που ξεδιπλώνεται μέσα από τις σελίδες της συγκλονιστικής σύντομης νουβέλας του Μπάλαρντ. Νιώθεις ότι παρακολουθείς ένα ασπρόμαυρο ντοκυμαντέρ χωρίς ήχο παρά μόνο με τη άχρωμη φωνή του αφηγητή να σχολιάζει τις φρικιαστικές εικόνες που ξετυλίγονται μπροστά σου και να τονίζει τα πράγματα που πρέπει να προσέξεις. Η πολυτέλεια των επαύλεων, η πλούσια και προγραμματισμένη στο έπακρο ζωή, η απουσία οποιουδήποτε συναισθήματος, σε συνδιασμό με την βιαιότητα των φόνων (σύνθλιψη ανθρώπων από το αυτοκίνητό τους, πιστολάκια και μαχαιρώματα στην μπανιέρα, παγίδες αλά Βιετκόνγκ στο φυλάκιο, εν ψυχρώ εκτελέσεις), και την (εμφανή τουλάχιστον) απουσία λογικής πίσω από τα γεγονότα, κάνουν πιο έντονη την δυσφορία και την δυσκολία παραδοχής της απλούστατης αλήθειας για τους υπεύθυνους της τραγωδίας.

Πολυτελείς οικισμοί, με γκαζόν και πισίνες, που υπόσχονται γαλήνη και «προστασία», από ποιους όμως; Στην νουβέλα δεν υπάρχουν εξωγήινοι και ζόμπις, δεν υπάρχουν εξωτερικοί εχθροί που θέλουν να εισβάλλουν στο καλά φρουρούμενο με κάμερες παντού «χωριό», ούτε κάνας σαλεμένος θρησκευτικός ηγέτης που ονειρεύτηκε το τέλος του κόσμου. Θα μπορούσε να είναι και μια σκηνή από το μέλλον, μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας, είναι όμως ένα βιβλίο απόλυτα ρεαλιστικό με ένα μυστήριο που η λύση του αποδεικνύεται περισσότερο τρομακτική και άγρια από το ίδιο το γεγονός. Η απόρριψη της θεωρίας που αναπτύσσει ο ψυχίατρος, το επίσημο κλείσιμο του φακέλου από τις αρχές και η καταχώρηση του περιστατικού ως «ανεξιχνίαστο» τονίζει την ειρωνία αλλά και την τάση της κοινωνίας να «εξαφανίζει» κάτω από το χαλί δυσάρεστες καταστάσεις.

«Οι ιδιοκτήτες αυτών των κομψών κατοικιών είχαν φύγει από τη ζωή με τις ελάχιστες υλικές ζημιές στα σπίτια τους, λες και η βιτρίνα της επαγγελματικής και της μεγαλο-μεσοαστικής ζωής ήταν το πιο στιβαρό και μακρόβιο αγαθό τους.
Αδιαφορώντας για τις ζωές και τους θανάτους που παζαρεύονταν εντός των τειχών του, το Πάνγκμπερν Βίλλατζ θα επιβίωνε. Μόλις το μυστήριο αυτή της μαζικής δολοφονίας και απαγωγής θα λυνόταν, μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή με την οποία είχα τώρα επιφορτιστεί, ένας νέος θίασος ενοίκων θα επιστρατευόταν σύντομα, για να γεμίσει αυτά τα ήσυχα σαλόνια. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, καθώς έβγαινα από την αίθουσα προβολής και ξαναβρισκόμουν στον βραδινό θόρυβο και στο κυκλοφοριακό χάος του Ουάιτχωλ, ανατρίχιασα στη σκέψη αυτών των νέων αφίξεων.»







MGMT - Kids