Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012
posted by Librofilo at Παρασκευή, Ιανουαρίου 27, 2012 | Permalink
Περί "Ελευθερίας"
Δεν θα πρωτοτυπήσω λέγοντας ότι η «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» («Freedom») του Jonathan Franzen, (Εκδ. Ωκεανίδα, (βιαστική και μάλλον προχειρη) μετάφρ. Ρ.Χατχούτ, σελ.786), είναι ένα συγκλονιστικό επικό μυθιστόρημα. Ούτε θα ξαφνιάσω κανέναν από αυτούς που διαβάζουν τις απόψεις μου συστηματικά, εάν ισχυρισθώ ότι ο λόγος που κυρίως μου άρεσε (παρά την προκατάληψή μου λόγω της τρομερής διαφημιστικής εκστρατείας) ήταν ότι μου θύμισε βιβλία του 19ου αιώνα, που έχω αγαπήσει από συγγραφείς όπως ο Ντίκενς, ο Τολστόϊ, η Γουώρτον. Ο Φράνζεν κατάφερε κάτι σπουδαίο, «συνομίλησε» με το κλασσικό μυθιστόρημα προσθέτοντας πινελιές μεταμοντερνισμού σε μια ιστορία που σε παρασύρει με τη δύναμή της και την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα.

Τα «έργα και οι ημέρες» της «αντιπροσωπευτικής» οικογένειας των Μπέργκλαντ περιγράφονται εκτενώς στο μυθιστόρημα. Μια οικογένεια μεσοαστική, σχεδόν υποδειγματική, με οικολογικές ανησυχίες, με το ωραίο και συμμαζεμένο τους σπίτι η οποία γίνεται κομμάτια και θρύψαλα. Εξάλλου, ο συγγραφέας φροντίζει να το ξεκαθαρίσει αυτό από την πρώτη παράγραφο του βιβλίου:

«Τα νέα για τον Γουόλτερ Μπέργκλαντ δεν μεταδόθηκαν τοπικά – εκείνος και η Πάτι είχαν μετακομίσει στην Ουάσινγκτον πριν από δύο χρόνια και δεν έπαιζαν πια κανένα ρόλο στην κοινωνία του Σέιντ Πολ-, όμως η αστική αριστοκρατία του Ράμζεϊ Χιλ δεν έτρεφε και τόσο μεγάλη αφοσίωση στην πόλη της ώστε να μη διαβάζει τους «New York Times». Σύμφωνα μ’ένα μακροσκελές και καθόλου κολακευτικό άρθρο στους «Times», ο Γουόλτερ τα είχε κάνει θάλασσα στην επαγγελματική του ζωή στην πρωτεύουσα της χώρας. Οι παλιοί του γείτονες δυσκολεύτηκαν κάπως να ταιριάξουν την περιγραφή τους στους «Times» («επηρμένος», «αγέρωχος», ηθικά εκτεθειμένος») με τον καλόκαρδο, χαμογελαστό, ροδαλό υπάλληλο της 3Μ που θυμούνταν να πηγαίνει στο γραφείο του με το ποδήλατό του, ανηφορίζοντας την Σάμιτ Άβενιου μέσα στο φλεβαριάτικο χιόνι• φαινόταν παράξενο ότι ο Γουόλτερ, πιο πράσινος κι από την Greenpeace και με ρίζες αγροτικές, τώρα θα είχε προβλήματα επειδή τα είχε κάνει πλακάκια με τη βιομηχανία άνθρακα κι είχε φερθεί άσχημα σε ανθρώπους της επαρχίας. Από την άλλη μεριά, βέβαια, πάντα υπήρχε κάτι που δεν πήγαινε καλά με τους Μπέργκλαντ.»

Ο Φράνζεν με χειρουργική ακρίβεια ανατέμνει τους χαρακτήρες του ενώ ένα από τα πλέον εντυπωσιακά στοιχεία του βιβλίου είναι η αρχιτεκτονική του κατασκευή. Μοιρασμένο σε (σχεδόν) αυτόνομα μέρη εξετάζει πολλές φορές τα ίδια γεγονότα από δύο ή και τρείς πλευρές. Ουσιαστικά το πρώτο μέρος, που απαρτίζεται από μόνο 47 σελίδες και επιγράφεται ως «Καλοί γείτονες» καλύπτει το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής των Μπέργκλαντ στο Σέιντ Πολ έως την μετακόμισή τους στην Ουάσινγκτον. Το δεύτερο (και ίσως καλύτερο) μέρος, με παραπάνω από 200 σελίδες είναι ένα είδος αυτοβιογραφίας της Πάτι, «γραμμένη καθ’υπόδειξη του ψυχοθεραπευτή της», επιγραφόμενο ως «Έγιναν λάθη» και εκεί περιγράφονται τα προβλήματικά παιδικά και εφηβικά της χρόνια, οι επιτυχίες της στο μπάσκετ, τα χρόνια του Κολλεγίου, η γνωριμία του ζεύγους, η ερωτική επιθυμία της Πάτι για τον κολλητό του Γουόλτερ, τον αναρχικό και ερωτύλο πανκ τραγουδιστή Ρίτσαρντ, τα γεγονότα που οδήγησαν στον γάμο της με τον Γουόλτερ, τα προβλήματα στη σχέση τους, η απομάκρυνση των δύο παιδιών τους (για διαφορετικούς λόγους το καθένα), του Τζόι και της Τζέσικα. Το τρίτο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καλύπτοντας 400 και, σελίδες έχει τίτλο «2004» και εξετάζει πανοραμικά την ιστορία, δίνοντας περισσότερο βάρος στον Γουόλτερ και στον Τζόϊ, ενώ η Τζέσικα (περιέργως) είναι τελείως «χλωμή» ως χαρακτήρας στην πλοκή του έργου. Τα δύο μικρά τελευταία μέρη, σχεδόν 30 σελίδες το καθένα, η συνέχεια και το τέλος της «αυτοβιογραφίας» της Πάτι, με τίτλο «Έγιναν λάθη (συμπέρασμα)» και το φινάλε με τίτλο «Λίμνη Συγκροτήματος Κάντερμπριτζ» κλείνουν το βιβλίο με εξαιρετικό και ιδιοφυέστατο τρόπο καλύπτοντας τα κενά και φροντίζοντας για ένα αριστουργηματικό τέλος που δεν μπορεί να αφήσει ασυγκίνητο κανένα.

Οι οικογενειακές σχέσεις είναι το στοιχείο που κυριαρχεί στο μυθιστόρημα. Σχέσεις καθορισμένες αλλά σε συνεχή διαπραγμάτευση, σχέσεις μεταξύ του ζευγαριού, μεταξύ των γονιών και των παιδιών τους, που καθορίζουν τις πορείες που ακολουθούν στη ζωή τους, ενώ οι δυσλειτουργικές οικογένειες στις οποίες μεγάλωσαν ο Γουόλτερ και η Πάτι καθορίζουν τις κινήσεις τους ως γονείς.

Οι δύο βασικοί ήρωες του μυθιστορήματος, είναι ο Γουόλτερ και η Πάτι Μπέργκλαντ. Ένα ζευγάρι που εξωτερικά φαίνεται συνηθισμένο, αυτός είναι τόσο καλός που φτάνει στα όρια της αφέλειας και εκείνη που κουβαλάει έναν επώδυνο βιασμό στην εφηβεία της και μια ολοφάνερη έλλειψη τρυφερότητας και στοργής από τους απόμακρους γονείς της, ενώνουν τις ζωές τους χωρίς να το καλοσκεφτούν και χωρίς κάποιον μεγάλο έρωτα. Η Πάτι ουσιαστικά γούσταρε τον sexy τραγουδιστή Ρίτσαρντ, αλλά την ερωτεύθηκε ο συγκάτοικός του (και τελείως διαφορετικός από αυτόν) Γουόλτερ. Όταν η Πάτι βλέπει ότι πλησιάζει κοντά στον Ρίτσαρντ, φοβάται, κάνει πίσω και πέφτει στην αγκαλιά του υπομονετικού και επίμονου Γουόλτερ. Η ζωή τους στην αρχή, αρμονική και ανέφελη. Κάνουν δύο παιδιά την Τζέσικα, ανεξάρτητη φύση και παιδί που δεν τους προβληματίζει και τον Τζόϊ, που είναι ο αγαπημένος της Πάτι, ιδιοφυής και κακομαθημένος και που κάνει την επανάστασή του φεύγοντας από το σπίτι να συγκατοικήσει στην απέναντι οικογένεια, με της οποίας την κόρη, την χαμηλότονη και ήρεμη Κόνι, έχει συνάψει δεσμό από τα παιδικά του χρόνια. Το γεγονός αυτό οδηγεί την Πάτι σε κατάθλιψη, την σχέση της με τον Γουόλτερ σε ρήξη και το ξαναφούντωμα του έρωτά της για τον επιπόλαιο και σε συνεχή κίνηση Ρίτσαρντ σε (επιτέλους) έντονη σεξουαλική κατάληξη.

Τότε όμως η επαγγελματική πορεία του Γουόλτερ θα αλλάξει και αυτός ο φανατικός οικολόγος, ο ιδεαλιστής, θα δουλέψει για έναν πάμπλουτο Τεξανό, της παρέας του G.W.Bush Jr, του Cheney και των άλλων «γερακιών». Ένα «Μεφιστοφελικό» πλάνο, αριστοτεχνικά κατασκευασμένο από τον Γουόλτερ με τα λεφτά του Τεξανού, όπου ένα ίδρυμα (με φορολογικές και άλλου είδους απαλλαγές), για την προστασία ενός σπάνιου πουλιού, του γαλάζιου κουφαηδονιού, με το πρόσχημα της δημιουργίας ζώνης για την διάσωσή του, θα καταστρέψει εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα δασών για εξόρυξη άνθρακα προσφέροντας δουλειά στους χωρικούς της περιοχής. Το κόλπο δηλαδή είναι, ότι μας παραχωρείτε το βουνό σας, εμείς το καταστρέφουμε, έχετε εσείς δουλειά εγγυημένη για το υπόλοιπο της ζωής σας, ωραία σπίτια και «μοντέρνα» διαβίωση και ως αντάλλαγμα για να μη φωνάζουν οι οικολόγοι κλπ, διαθέτουμε και μια τεράστια έκταση για προστασία της πανίδας της περιοχής.

Οι ήρωες του βιβλίου βρίσκονται σε συνεχή σύγχιση από την οποία δεν μπορούν να ξεμπλέξουν. Ο Γουόλτερ κάνει συνεχώς συμβιβασμούς και «κοπτοραπτική» στις θεωρίες του για να μπορέσει να δικαιολογήσει εντός του, τα αδικαιολόγητα. Κάποια στιγμή θα σπάσει και τότε η έκρηξη θα είναι ηχηρή. Η Πάτι σε ένα συνεχή συμβιβασμό από την αρχή της ζωής της. Να μπορέσει να αναπτύξει την προσωπικότητά της σε μια μεγαλοαστική οικογένεια που ελάχιστα ενδιαφέρεται γι’αυτήν και τις αθλητικές της επιδόσεις, να τα καταφέρει ως μητέρα και σύντροφος καταπνίγοντας την ερωτική της επιθυμία για τον Ρίτσαρντ. Ο Ρίτσαρντ που κάνει έναν μοναχικό αγώνα με τη μουσική που παίζει και ξαφνικά γνωρίζει επιτυχία γυρίζοντας το στυλ του σε κάντρι. Αντιφατικός σε όλα του, στη ζωή του, στις σχέσεις του, ταλαιπωρεί και ταλαιπωρείται από την Πάτι, ενώ με μια κίνησή του ουσιαστικά διαλύει τον γάμο της με τον κολλητό του. Ο γιός της οικογένειας Μπέργκλαντ, ο Τζόι, το «καμάρι της μαμάς», που το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι πως θα πλουτίσει – δουλεύοντας ενώ σπουδάζει για εμπόρους όπλων και διάφορα λαμόγια που αναλαμβάνουν υπεργολαβίες στρατιωτικού υλικού με αδιαφανείς τρόπους. Όταν βρεθεί όμως με πολλά χρήματα στα χέρια του, τότε θα καταλάβει τι κάνει και θα προσπαθήσει ν’αλλάξει τη ζωή του ενεργώντας καταλυτικά στο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Γουόλτερ.

Συμβιβασμοί, λάθη, αντιφάσεις, ερωτικά στραβοπατήματα, τα δεσμά και οι συμβάσεις που μας κρατάνε δέσμιους. Οι ήρωες του βιβλίου έχουν «ελευθερία», αγωνίζονται γι’αυτήν αλλά δεν ξέρουν τι να την κάνουν. Όπως ο ήρωας του «Δράκου», της ταινίας του Ν.Κούνδουρου (που πηγαίνει στο πρώτο τους ραντεβού, ο «ψαγμένος» Γουόλτερ, την άβγαλτη Πάτι), που θέλει να γίνει ένας άλλος, οικειοποιούμενος κάτι που δεν είναι (αλλά που νομίζει ο κόσμος ότι είναι), έτσι και ο Γουόλτερ, θέλει να κάνει μια επανάσταση από μέσα, εκμεταλλευόμενος τους αδίστακτους καπιταλιστές, για να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Η συντριβή είναι αναπόφευκτη. Οι ΗΠΑ της περιόδου Bush, ήταν ένα κράτος, ορισμός της διαπλοκής, ο πόλεμος στο Ιράκ ένας πόλεμος για να βγάλουν λεφτά οι κολλητοί του G.W., του αδίστακτου Cheney και της Halliburton, τύπους σαν τον Γουόλτερ, τους αντιμετωπίζουν σαν γραφικούς. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ο Φράνζεν με υποδόρειο χιούμορ και συνεχή ειρωνία, καταγράφει το κλίμα μιας εποχής προ και μετά την 11/9 (το ίδιο το γεγονός περνάει σχεδόν απαρατήρητο στην πλοκή του έργου), το μυθιστόρημα του σταματάει λίγο καιρό μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Ομπάμα και ενώ τα πρώτα σημάδια της οικονομικής κρίσης αρχίζουν να διαφαίνονται.

Ο Φράνζεν δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με περιττά στολίδια. Ακολουθώντας το ύφος των μεγάλων κλασσικών, της αγγλοσαξονικής παράδοσης (και όχι μόνο αφού όπως προανέφερα, υπάρχει ένα Τολστοϊκό «άρωμα» στο βιβλίο), φτιάχνει μια οικογενειακή σάγκα με ένα ερωτικό τρίγωνο χαρακτήρων που ο αναγνώστης θα κατανοήσει (και θα αγαπήσει ή θα μισήσει ανάλογα), θα τσαντιστεί με τα λάθη και τις βλακείες τους, θα συγκινηθεί με το στραπατσάρισμά τους. Κάποιες φορές κουράζει με την φλυαρία και την επανάληψη, οι σεξουαλικές σκηνές είναι αμήχανες, ο χαρακτήρας της Τζέσικα παραμένει ομιχλώδης, αλλά αυτό που σου χαρίζει με το μεγαλειώδες φινάλε ο συγγραφέας είναι ανεπανάληπτο. Δεν φθάνει στο ύψος των αριστουργηματικών «Διορθώσεων» (του προηγούμενου του έπους) αλλά η «Ελευθερία» είναι ένα εξαιρετικό (και πολύ χορταστικό) μυθιστόρημα, που διαβάζοντάς το, ο αναγνώστης του μακρινού μέλλοντος θα μπορέσει να κατανοήσει την κοινωνία των αρχών του 21ου αιώνα.

«Τα μάτια της δεν ανοιγόκλειναν. Υπήρχε ακόμα κάτι σχεδόν νεκρό μέσα τους, κάτι πολύ μακρινό. Φαινόταν να βλέπει μέσ’απ’αυτόν, ως πίσω του κι ακόμα παραπέρα, στον κρύο χώρο όπου σύντομα θα ήταν κι οι δυο νεκροί, στο τίποτα όπου είχαν ήδη περάσει η Λαλίθα, η μητέρα του κι ο πατέρας του, κι ωστόσο τον κοίταζε κατάματα, και την ένιωθε να ζεσταίνεται κάθε λεπτό που περνούσε. Κι έτσι σταμάτησε να την κοιτάζει στα μάτια κι άρχισε να κοιτάζει μέσα τους, επιστρέφοντας το βλέμμα όσο υπήρχε ακόμα καιρός, προτού χαθεί αυτή η σύνδεση ανάμεσα στη ζωή και σ’αυτό που ερχόταν αφού χανόταν η ζωή, και την άφησε να δει όλη την αθλιότητα μέσα του, όλα τα μίση δύο χιλιάδων μοναχικών νυχτών, ενώ οι δυο τους ήταν ακόμα σ’επαφή με το κενό στο οποίο όλα όσα είχαν πει ή κάνει, όλοι οι πόνοι που είχαν προκαλέσει, όλες οι χαρές που είχαν μοιραστεί, θα ζύγιζαν λιγότερο κι απ’το πιο μικρό φτερό στον άνεμο.
«Εγώ είμαι», του είπε. «Μόνο εγώ».
«Το ξέρω», είπε και τη φίλησε.»







SUPERTRAMP – Casual conversations