Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 01, 2014
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 01, 2014 | Permalink
Αναμνήσεις
«Εδώ που έφτασα, όλα μοιάζουν εύκολα. Τα γεγονότα εκείνης της εποχής, τώρα που τα βλέπω από μακριά, δεν είναι όπως όταν τα περίμενα, άγνωστα και απειλητικά, τότε, που αγωνιούσα περιμένοντάς τα. Ξέρω πως τελείωσε αυτή η ιστορία, και όλα πια έχουν πάρει άλλες διαστάσεις. Μπορώ να προσθέσω, χωρίς δισταγμό για τα νεανικά μου χρόνια, ότι οι τότε επιλογές δεν ήταν αποτέλεσμα μια συνειδητής και συγκεκριμένης απόφασης. Δεν είχαν να διαλέξω ανάμεσα σε πολλά. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς το χώρο όπου μπορούσα να κινηθώ, το περιβάλλον όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, την οικογένειά μου και τον κόσμο που ερχόταν στο σπίτι μας. Όλα ήταν μετρημένα.»

Ο περίφημος ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Mario Vitti (Κων/λη,1926) περιγράφει την πρώτη εικοσαετία της ζωής του, στη θαυμάσια μαρτυρία «Η ΠΟΛΗ ΟΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ, Ιστανμπούλ 1926-1946, (Εκδ.Γαβριηλίδης, μετάφρ. Λ.Καλλέργη, σελ.205), ένα βιβλίο-κόσμημα, όπου με ηρεμία και περιεκτικότητα, ο Βίτι μιλάει για τα παιδικά του χρόνια στην Πόλη, την οικογένειά του, τα πρώτα του διαβάσματα για να ολοκληρωθεί με την μετάβασή του στην Ιταλία για σπουδές.

Το χρονικό απαρτίζεται από 2 μέρη. Το πρώτο μέρος από την σελίδα 23 έως την σελίδα 142, αποτελείται από το κείμενο που δίνει τον υπότιτλο στο βιβλίο (Ιστανμπούλ, 1926-1946), το δεύτερο μέρος από την σελίδα 143 έως την σελίδα 202, έχει ως τίτλο «Πρόσωπα, τόποι, λέξεις» και έχει τη μορφή λεξικογραφήματος (όπου τηρείται η αλφαβητική σειρά) και αφορά ορισμένους ανθρώπους που γνώρισε ο Vitti στην παιδική του ηλικία, για κάποια πράγματα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα από τη ζωή του («βιβλία που δεν έβγαλα ποτέ», «Παθητική αντίσταση» και άλλα), για δρόμους και τοπωνύμια κλπ. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, βλέπουμε μια Πόλη διαφορετική, πολυπολιτισμική, κοσμοπολίτικη, με έναν άλλον αέρα, μια πόλη που δεν θυμίζει σε πολλά την σημερινή Κωνσταντινούπολη των σχεδόν 20 εκατομμυρίων κατοίκων (όπως τονίζει στην ωραία εισαγωγή του στο βιβλίο, ο Πέτρος Μάρκαρης).

Ο νεοελληνιστής διανοούμενος, δημιουργός μεταξύ άλλων σπουδαίων μελετών, του εμβληματικού βιβλίου, "Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας", με αφορμή μια επίσκεψη στην Πόλη με τα εγγόνια του, όταν συμπλήρωσε τα 80 του χρόνια, δεν έγραψε ένα βιβλίο για τη δουλειά του, αλλά μια αυτοβιογραφική μαρτυρία για τα παιδικά του χρόνια. Με γλαφυρό ύφος αναπαριστά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε. Τα καλοκαίρια στην Πρίγκηπο, το σπίτι της Τομτόμ σοκάκ όπου έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, το διαμέρισμα στη πολυκατοικία Βερνουδάκη, τα χρόνια του σχολείου. Γεννημένος το 1926 από μητέρα Ελληνικής καταγωγής (Ρωμηά) και πατέρα Χιώτη, Ιταλικής καταγωγής – οικογένειες παλιές και οι δύο, η μητέρα που κρατούσε από Φαναριώτες και Καππαδόκες προύχοντες, ενώ η οικογένεια του πατέρα, με Γενοβέζικες ρίζες που είχαν εγκατασταθεί στη Χίο αιώνες πριν – πήρε την Ιταλική υπηκοότητα χάρη σε ένα διάταγμα της Ιταλικής κυβέρνησης που έκανε πολίτη αυτής της χώρας τον πατέρα του, το ’23. Κατά τα λοιπά και πέραν της τυπικής αυτής εκκρεμότητας (που όμως καθόρισε τα νεανικά του χρόνια), ο Vitti μεγάλωσε σαν Ελληνόπουλο της Πόλης.

«Η παιδική ηλικία είναι μια ατέλειωτη βαρετή περίοδος, γεμάτη νεκρούς χρόνους, περιμένεις να περάσει ο καιρός και να γίνεις «μεγάλος».»

Η παιδική ηλικία του Vitti καθορίζεται από την υπερβολική προστατευτικότητα της μεγαλοαστικής οικογένειας (ο πατέρας του ήταν επιτυχημένος Χρηματιστής),  στην οποία μεγάλωσε. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, εκινείτο μέσα σε μια απόσταση 1-1,5 χιλιομέτρου από το σπίτι του. Σχολείο, καταστήματα, βόλτες ήταν γύρω από την περιοχή του Μπέγιογλου (Πέραν). Παιδί κλειστό και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα βιβλία, αγάπησε την ελληνική γραμματολογία μέσα από τα βιβλία που του έκαναν δώρο, τα δημοτικά τραγούδια (κλέφτικα) που του τραγουδούσε η ελληνίδα παραμάνα του, ενώ έρχεται σε επαφή με την ελληνική και ξένη λογοτεχνία μέσα από τα βιβλία που του έφερνε ο νονός του. Πέρναγε τις μέρες του κυρίως μόνος, «με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι του παράθυρού του» στα μακριά χειμωνιάτικα απογεύματα. Η ζωή του αλλάζει μόνο κάθε καλοκαίρι, που το περνάει στα Πριγκιπόννησα και στα Θεραπειά. Εκεί θα δεί έστω και εκ του μακρόθεν, τον Τρότσκι – εξόριστο τότε και τον Άουερμπαχ, θα ζήσει κοντά στη φύση ενώ θα γνωρίσει και κάποια κορίτσια τα οποία θα ερωτευτεί.

 Εξαιρετικές και ολοζώντανες είναι οι περιγραφές του Vitti, για την παιδική κατασκήνωση που τον στείλανε το 1937 στην Μουσολινική Ιταλία, με την στρατιωτική εκπαίδευση και την προπαγάνδα, για τον εκτουρκισμό που επέβαλλε το καθεστώς του Ατατούρκ, για την πολυεθνική προπολεμική Πόλη του Πέραν και των γύρω δρόμων, όπου θα μπορούσες να περάσεις όλη σου τη ζωή χωρίς να χρειαστεί να μάθεις Τούρκικα. Αφιερώνει πολλές σελίδες στην πολύγλωσση εκπαίδευση του. Πήγαινε σε Ιταλικό σχολείο, μάθαινε Τούρκικα (τα οποία έγιναν υποχρεωτικά από τότε που ήταν στο γυμνάσιο) και έκανε ιδιαίτερα μαθήματα στα Ελληνικά. Εκεί στάθηκε ιδιαίτερα τυχερός αφού ο δάσκαλός του όταν πήγαινε στο Λύκειο ήταν ένας νεαρός που παρακολουθούσε πολύ στενά την σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και του έδωσε να διαβάσει το «Ζωή εν Τάφω» του Μυριβήλη και άλλα βιβλία, ενώ τον ενθάρρυνε να γράψει και διάφορα κείμενα που δημοσιεύονταν σε περιοδικά της εποχής. Το πάθος του για τη λογοτεχνία άρχισε να βρίσκει διέξοδο καθώς, από τη μια ο δάσκαλός του και από την άλλην ο πατέρας του που του γνώρισε κάποιους Έλληνες της Πόλης που ασχολούντο μ΄αυτήν, τον διαμόρφωσαν καθοριστικά και συνέβαλλαν ουσιαστικά στην αγάπη του για τα νεοελληνικά γράμματα.

Η μαρτυρία του Vitti κλείνει με την αναχώρησή του για σπουδές στην Ιταλία. Η Τουρκία δεν επέτρεπε την άσκηση επαγγέλματος σε όποιον δεν είχε την Τούρκικη υπηκοότητα και η επιλογή του («η πρώτη φορά που έκανα πραγματική επιλογή») ήταν μονόδρομος.

«Μινιμαλισμός: (λέξη που δεν γνώριζα.) Σταμάτησα στα λίγα. Ασφαλώς επειδή τα περισσότερα με τρόμαζαν. Απαιτούσαν μεγάλη προσπάθεια και τόλμη. Εγώ ήμουν νωθρός και, δίχως άλλο, φυγόπονος.»

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, το οποίο έχει τη μορφή λεξικογραφήματος,  παρουσιάζει εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον, όπου ο Vitti κυριολεκτικά κεντάει σε κάποιες σελίδες. Γραφικές φιγούρες της Πόλης, τόποι, η συγκινητική και πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία της οικογένειας Βερνουδάκη, ο Ορχάν Παμούκ, ο Κεμάλ Ατατούρκ, ενώ με αφορμή ορισμένες λέξεις ή φράσεις, (Μεσαίωνας, Νόστος, Εξάρτηση, Ταυτότητα, Παθητική αντίσταση), η λυρικότητα του μεγάλου νεοελληνιστή διανοητή σε συνδυασμό με την σπιρτόζα αφήγηση του, κάνουν το αυτοβιογραφικό κείμενο ένα απολαυστικό ανάγνωσμα.

"Νοστος: Στη δική μου περίπτωση, δεν έχει νόημα. Να γυρίσω πού; Η Πόλη για μένα, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι του Πέρα, βρίσκονται όλα τους αλλού. Σήμερα, η ανθρώπινη μάζα που έχει μπεί στη θέση των κατοίκων ενός άλλου καιρού, κι έχουν βολευτεί, χωρίς να το καλοσκεφτούν, σ'αυτόν τον αστικό περιέκτη που έμεινε άδειος από εκείνους που τον εγκατέλειψαν για να σωθούν, είναι για μένα, ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά, ασύμβατο με την προηγούμενη πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα επέστρεφα με κανέναν τρόπο για να ζήσω στην πόλη εκείνη που διατηρώ στη μνήμη, όπου με έσπειρε η μοίρα το 1926.
Στην Πόλη επιστρέφω ευχαρίστως σήμερα ως ερασιτέχνης εξερευνητής, και ομολογώ πως αισθάνομαι πολύ όμορφα εκεί. Σήμερα, η Ιστανμπούλ είναι για μένα μια πολη γεμάτη εκπλήξεις. Παίρνω το γρήγορο τραμ, πολύ πιο εξυπηρετικό και αθόρυβο από το τραμ αριθμός οκτώ της Ρώμης, που είναι ένας εφιάλτης θορύβου, και παρατηρώ τα χίλια πρόσωπα των επιβατών. Δεν υπάρχουν ούτε τσιγγάνοι ούτε ζητιάνοι να με κάνουν να νιώσω άβολα. Τα νεαρά αγόρια και οι κοπέλλες, οι νεαρές γυναίκες, μου κάνουν νόημα για να μου δώσουν τη θέση τους να καθίσω. Ακόμα κι ένας Τούρκος ιερωμένος, με ανοιχτό γκρι καφτάνι και σκούφο στο ίδιο χρώμα, με μαύρη γενειάδα, με πρόσωπο ρουφηγμένο σαν του Μπιν Λάντεν, μου κάνει νόημα για να καθίσω."