Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19, 2014
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 19, 2014 | Permalink
Ρόζα
Τον Ιανουάριο του 1919, η ηττημένη του Α Παγκόσμιου πολέμου Γερμανία βρισκόταν σε αναταραχή. Η Σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση προσπαθούσε να ισορροπήσει μεταξύ των μιλιταριστών που αν και είχαν γνωρίσει τη συντριβή στο μέτωπο κρατούσαν ακόμα την εξουσία στα χέρια τους και της εργατικής εξέγερσης που με οδηγό το Κομμουνιστικό κόμμα των Σπαρτακιστών είχε μόλις συντριβεί. Η απογοήτευση του πληθυσμού, τα οικονομικά προβλήματα, οι στρατιώτες που γύριζαν από τα πεδία μάχης, όλα αυτά συσσωρευμένα αποτελούσαν ένα εκρηκτικό μίγμα, ένα καζάνι που βράζει, όπου κανείς δεν ήξερε τι θα του ξημερώσει η επόμενη μέρα. Η πορεία των γεγονότων έδειχνε ότι η χώρα βαδίζει προς μια καινούρια μεγαλύτερη σύγκρουση, όμως το παρακράτος είχε διαφορετική άποψη.  Οι δύο ηγέτες των Σπαρτακιστών, η δημοφιλέστατη Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπνεχτ συνελήφθησαν στο Βερολίνο, από μια παραστρατιωτική ομάδα, μεταφέρθηκαν σε ένα ξενοδοχείο, βασανίστηκαν και έπεσαν νεκροί. Η δολοφονία τους αποδόθηκε από τις επίσημες αρχές σε λυντσάρισμα από τον όχλο, αλλά παρά τις φήμες ότι η Ρόζα ήταν νεκρή, το σώμα της δεν είχε βρεθεί. Ανασύρθηκε τελικά από τον ποταμό Σπρέε μετά από τέσσερις μήνες.

Το τι ακριβώς συνέβη με το σώμα της Ρόζας,  αυτούς τους τέσσερις μήνες, από τη δολοφονία της , μέχρι την ανεύρευση του πτώματος της, έχει προκαλέσει σωρεία συζητήσεων και υποθέσεων όλα αυτά τα χρόνια, αλλά ήταν ιδιαίτερα πρωτότυπη η ιδέα του Αμερικανού συγγραφέα Jonathan Rabb (Βοστώνη,1964) να στηρίξει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, το "ΡΟΖΑ", (Εκδ.Πόλις, (ωραία) μετάφρ. Ρ.Γρηγοριάδου, σελ.559) πάνω στο γεγονός της εξαφάνισης και του μυστηρίου γύρω από το πτώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Το μυθιστόρημα που αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας (τα υπόλοιπα είναι το "Shadow and light" που εκτυλίσσεται το 1927, και το "Second Son" που εκτυλίσσεται το 1937), είναι ένα όχι τόσο κλασσικό detective story, με ήρωα τον αστυνομικό επιθεωρητή Χόφνερ, ο οποίος με τον βοηθό του Φίχτε, προσπαθεί να επιλύσει μια σειρά από τελετουργικούς φόνους με τους οποίους βρίσκεται αντιμέτωπος, σε ένα Βερολίνο εφιαλτικό μέσα σε ένα ζοφερό περιβάλλον όπου κυριαρχούν η βία και ο φόβος.


Ο επιθεωρητής Νικολάι Χόφνερ, 45άρης επιπόλαιος και άστατος αλλά ιδιαιτέρως ευφυής και επίμονος, ευαίσθητος πολιτικά και ως γόνος Ρωσοεβραίων βιώνοντας την συνεχή διόγκωση του αντισημιτικού κλίματος που έχει ακολουθήσει τα ερείπια της ήττας και την υστερική προπαγάνδα των Μέσων Ενημέρωσης για τον "προαιώνιο εχθρό" και τους Κόκκινους, προσπαθεί να εξιχνιάσει μια σειρά από φόνους - που δείχνουν ως θύτη κάποιον κατά συρροή δολοφόνο - , οι οποίοι έχουν όλοι το χαρακτηριστικό ότι τα θύματα είναι γυναίκες από λαϊκές συνοικίες του Βερολίνου και στην πλάτη τους έχουν χαραχθεί πανομοιότυπα σημάδια που θυμίζουν κέντημα. Το άλλο κοινό χαρακτηριστικό των πτωμάτων είναι ότι όλα έχουν βρεθεί στις υπόγειες στοές των υπό κατασκευή καινούριων σταθμών του υπογείου σιδηροδρόμου, οι εργασίες του οποίου είχαν παγώσει τον τελευταίο χρόνο του πολέμου. Το επόμενο πτώμα όμως που συναντάει μέσα στις λάσπες κάποιου εργοταξίου είναι αυτό της "Κόκκινης Ρόζας", η οποία αγνοείται εδώ και μέρες, το σώμα της οποίας φέρει ίδια (η σχεδόν ίδια) σημάδια με τα προηγούμενα και έχει μεταφερθεί εκεί (όπως είναι εμφανές από κάπου αλλού). Όμως προτού καλά-καλά πάει το σώμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στον ιατροδικαστή, δίνεται η εντολή να μεταφερθεί στα γραφεία της Πολιτικής Αστυνομίας και ο Χόφνερ να σταματήσει να ασχολείται άλλο με την υπόθεση, αλλά να επικεντρωθεί στην αναζήτηση του δολοφόνου.

Ο Χόφνερ που αντιμετωπίζει προβλήματα στην προσωπική του ζωή, καθώς οι σχέσεις με την σύζυγό του δεν είναι καλές και έχει αποξενωθεί από τα δύο του παιδιά, κυρίως τον μεγαλύτερο (έφηβο) γιό του που αλλάζει το όνομά του, από Σάσα (όπως τον φώναζαν) σε Αλεξάντερ και θαυμάζει τις παραστρατιωτικές οργανώσεις, εκτός των άλλων,  γνωρίζει το κορίτσι του Φίχτε, του βοηθού του και ανήμπορος να αντισταθεί στην επιθυμία του για εκείνην, αρχίζει μια ερωτική ιστορία, που ξέρει ότι θα πληγώσει πολλούς ανθρώπους.
Έμπειρος αστυνομικός όπως είναι,  διαβλέπει γρήγορα το μπλέξιμο με τους φόνους, καθώς μετά από έρευνες εντοπίζει την ταυτότητα του κατά συρροή δολοφόνου όμως βρίσκεται μπροστά σε ένα νέο αίνιγμα, καθώς ο υποτιθέμενος δολοφόνος έχει δηλωθεί νεκρός κάπου στο Βέλγιο, ενώ τα διαφορετικά σχέδια σε άλλα σώματα δείχνουν ότι οι μακελάρηδες είναι δύο. Από την άλλη στο πτώμα της Ρόζας είχε βρεί μια πηλώδη ουσία, η οποία χρησιμοποιείτο (καθώς ανακαλύπτει) για πειράματα καταψύξεως πτωμάτων στρατιωτών κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πρόσβαση στο σώμα της Ρόζας δεν μπορεί να έχει, ο πανικός του κόσμου έχει φθάσει στα ύψη, όπως και οι φήμες αλλά τότε αρχίζει να λαμβάνει επιστολές από έναν πρώην σύντροφο της Ρόζας και του Λίμπνεχτ και εραστή της πρώτης παλαιότερα, τον Λέο Γιόγκισες, ο οποίος κρύβεται για να διαφύγει τη σύλληψη. Οι επαφές του Χόφνερ με τον Γιόγκισες γίνονται γνωστές στην Πολιτική Αστυνομία, η οποία προσπαθεί να κρατήσει κρυμμένο το σώμα της Ρόζας για δικούς της σκοπούς αλλά η ιστορία που του αφηγείται ο Γιόγκισες (όπου εκεί αναμιγνύονται σαλεμένοι απόστρατοι, τα Freicorps, οι παραστρατιωτικές οργανώσεις δηλαδή που αποκτούν όλο και μεγαλύτερη θρασύτητα και ελευθερία), είναι πολύ δυνατή και αποκαλυπτική για να κάνει τον Χόφνερ να σιωπήσει. Μια επιλογή που θα έχει τεράστιο προσωπικό κόστος γι'αυτόν.

Η "ΡΟΖΑ" είναι ένα υπέροχο μυθιστόρημα που βασίζεται περισσότερο στη δημιουργία ατμόσφαιρας παρά στην ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αλλά πολύ περιπεπλεγμένη αστυνομική ιστορία. Η ανάγνωσή του δεν είναι εύκολη για κάποιον που αγνοεί βασικά στοιχεία της ιστορίας και των γεγονότων που ακολούθησαν την ήττα της Γερμανίας στον Α παγκόσμιο πόλεμο, αν και ο συγγραφέας με ικανότητα στρέφει το ενδιαφέρον περισσότερο στο θριλερίστικο στοιχείο της ιστορίας παρά στο πολιτικό (που έτσι κι αλλιώς είναι αδύνατο να το αποφύγει). Ο ήρωας της τριλογίας, ο (περισσότερο Αμερικάνικος χαρακτήρας αστυνομικών ιστοριών παρά Ευρωπαϊκός) Χόφνερ είναι ένας αμφιλεγόμενος χαρακτήρας, πολύ ζωντανός και άμεσος που γίνεται οικείος και ο αναγνώστης συμπάσχει μαζί του, στις όχι και λίγες ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει, ενώ είναι πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγιση, η μυθοπλασία γύρω από τον φόνο, αυτά που επακολούθησαν (η κατασκευασμένη ιστορία δηλαδή), αλλά και  η αφήγηση για την προσωπικότητα της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

Πρωταγωνιστής όμως του μυθιστορήματος και ίσως πιο σαγηνευτικό του στοιχείο είναι το Βερολίνο και η απεικόνιση του ζοφερού και σκοτεινού κλίματος εκείνης της εποχής. Η απογοήτευση και η κατάθλιψη του κόσμου, ο φόβος και η παρακμή σκιαγραφούνται εκπληκτικά δίνοντας έναν ελεγειακό τόνο στο βιβλίο που το απογειώνει πέρα από ένα απλό αστυνομικό θρίλερ. Οι σελίδες με τις περιγραφές των δρόμων, των σπιτιών, των ημιτελών σιδηροδρομικών σταθμών του υπογείου - που είναι ουσιαστικά μια κάθοδος στην Κόλαση, συντείνουν στην απόλαυση ενός βιβλίου που θέλει τον χρόνο του (έτσι κι αλλιώς δεν είναι κάτι που το "ξεπετάς" γρήγορα) για να μπείς στον ρυθμό  και την ατμόσφαιρά του.

"Ήταν μια "πόλη των λέξεων".
Το είχε ακούσει ή το είχε διαβάσει κάπου αυτό. Όχι μόνο στις εφημερίδες, αλλά και στις διαφημίσεις της, τι πινακίδες της, τα δρομολόγια της, και πάνω απ'όλα στα Litfassaulen της - εκείνους τους κυλινδρικούς στύλους που έβλεπε κανείς σχεδόν σε κάθε γωνιά κάθε γειτονιάς - το Βερολίνο ήταν μια μητρόπολη που ανάσαινε με λέξεις. Εκείνοι οι στύλοι ήταν κάτι το ξεχωριστό. Ήταν οι σύγχρονοι τελάληδες, φορτωμένοι με ένα χάος από αμέτρητα μηνύματα. Πουλούσες ένα κρεβάτι; Έβαζες αγγελία στη γωνία· είχε εργατική συγκέντρωση το βράδυ; Έβαζες ανακοίνωση στη γωνία· έψαχνες για κορίτσι; Έβαζες αγγελία στη γωνία. Σκεπασμένοι με τα καπέλα τους από πράσινο σφυρήλατο σίδερο, εκείνοι οι στύλοι ορθώνονταν σε ύψος δύο μέτρων, πιο ψηλά από καθετί άλλο στο δρόμο, κι έτσι τραβούσαν αμέσως την προσοχή. Ακόμα και οι φιγούρες στις αφίσες τους ήταν πιο χτυπητές απ' ό,τι άλλο έβλεπε κανείς σε μια βιτρίνα ή έναν πίνακα ανακοινώσεων. Ζευγάρια με κραυγαλέα κόκκινα ή πράσινα ρούχα και επιθετικές πόζες βροντοφώναζαν στους περαστικούς· οξείες γωνίες και αιχμηρές γραμμές που πάλευαν απεγνωσμένα να μην περάσουν απαρατήρητες. Οι στύλοι είχαν μια αταξία καταδική τους, που αντικατόπτριζε τη ζωή των δρόμων και ταυτόχρονα εξυπηρετούσε τις ανάγκες της."