Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2014
posted by Librofilo at Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2014 | Permalink
Η Δεύτερη Ευκαιρία
«Μια δεύτερη ευκαιρία – αυτή είναι η αυταπάτη. Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να υπάρξει άλλη από την πρώτη. Δουλεύουμε στα σκοτεινά – κάνουμε ότι μπορούμε, δίνουμε ό,τι έχουμε. Οι αμφιβολίες είναι το πάθος μας και το πάθος μας είναι το έργο μας. Τα υπόλοιπα είναι η τρέλα της τέχνης.»


Αυτό που απολαμβάνει κάθε συνεπής βιβλιόφιλος, διαβάζοντας κείμενα του μεγάλου Αμερικανού (αλλά πολιτογραφημένου Βρετανού) συγγραφέα Henry James (1843-1916) είναι αδύνατο να περιγραφεί με λόγια παρά μόνο με τις αισθήσεις. Αυτό μου συνέβη με τη νουβέλα (μεγάλο διήγημα ουσιαστικά) "Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ" ("The Middle Years"), (Εκδ. Μελάνι, μετάφρ.+επίμετρο Καρ.Μέρμηγκα, σελ.90). Ένα κείμενο 60 μόλις σελίδων (μικρών διαστάσεων μάλιστα), τόσο συμπυκνωμένο και περιεκτικό, που μένεις άφωνος και όπου κάθε πρόταση, κάθε λέξη είναι τόσο δουλεμένη που διαβάζεται δυο και τρείς φορές.

Η ιστορία είναι απλή αλλά γεμάτη σοφία. Ο Ντένκομπ ένας αναγνωρισμένος συγγραφέας ηλικιωμένος πλέον, ο οποίος αναρρώνει από μια ασθένεια στο παραθαλάσσιο θέρετρο του Μπόρνμουθ, κρατάει στα χέρια του, το καινούριο του μυθιστόρημα "ΜΕΣΟΙ ΧΡΟΝΟΙ", το οποίο μόλις εκδόθηκε. Το θεωρεί ότι καλύτερο έχει γράψει μέχρι τώρα και αναρωτιέται αν θα μπορούσε (αυτό το συγκεκριμένο), να αποτελέσει εφαλτήριο μιας νέας ωριμότερης και ποιοτικότερης συγγραφικής πορείας, μιας "δεύτερης ευκαιρίας". Έκπληκτος διαπιστώνει ότι ένας νεαρός, ο οποίος συνοδεύει δύο κυρίες, μιαν ευτραφή μεσήλικα και μια νεαρά κρατάει στα χέρια του, ένα αντίτυπο του ίδιου ακριβώς βιβλίου, το οποίο μάλιστα κυριολεκτικά δεν το αφήνει από τα χέρια του, κρατώντας το σαν πολύτιμο αντικείμενο.

Ο Ντένκομπ γνωρίζεται με τον νεαρό, ο οποίος αποδεικνύεται ότι είναι ο δόκτωρ Χιού, γιατρός στις υπηρεσίες μιας Κόμησσας (της ευτραφούς κυρίας) - η οποία είναι σοβαρά άρρωστη -, εργάζεται δε μαζί με την δεσποινίδα Βέρναμ, η οποία είναι εμφανές ότι ενδιαφέρεται γι'αυτόν. Ο Ντένκομπ βλέπει στο πρόσωπο του γιατρού έναν ένθερμο θαυμαστή του έργου του, ο οποίος δεν έχει χάσει βιβλίο του - συζητάνε για το νεοεκδοθέν, χωρίς ο συγγραφέας να αποκαλύψει στον θαυμαστή του, την ταυτότητά του, αλλά όταν τον καταβάλλει η συγκίνηση της γνωριμίας και της κουβέντας, ο ήλιος και η ζέστη, λιποθυμάει και ο δόκτωρ Χιού τον μεταφέρει στο ξενοδοχείο του, μαθαίνοντας ποιός πραγματικά είναι. Μετά από αυτό ο δόκτωρ Χιού αποφασίζει να περνάει τις περισσότερες (σχεδόν όλες) ώρες του με τον Ντένκομπ εξοργίζοντας την Κόμησσα και θυσιάζοντας μ'αυτόν τον τρόπο τις μελλοντικές απολαβές του. Όμως ο συγγραφέας χειροτερεύει μέρα με τη μέρα συνειδητοποιώντας ότι το τέλος του βίου του, δεν θ'αργήσει να έρθει και "δεύτερη ευκαιρία" δεν πρόκειται να του δοθεί.

«Δεν φοβόταν τον πόνο, το θάνατο· δεν ήταν καν ερωτευμένος με τη ζωή· αλλά του είχε αποκαλυφθεί ένας βαθύς πόθος. Συνειδητοποίησε καθώς κυλούσαν οι ατέλειωτες, ήσυχες ώρες ότι μόνο με τους «Μέσους Χρόνους» είχε καταφέρει να απογειωθεί· μόνο εκείνη τη μέρα, καθώς τον επισκέπτονταν σιωπηλές λιτανείες, μπόρεσε να αναγνωρίσει το βασίλειό του. Του είχε αποκαλυφθεί όλο το βάθος και το πλάτος του. Αυτό που τον τρόμαζε πιο πολύ ήταν η ιδέα ότι η φήμη του θα στηριζόταν πάνω στο ημιτελές. Γιατί δεν ήταν με το παρελθόν του, αλλά με το μέλλον του που θα έπρεπε να σχετίζεται. Η αρρώστια και τα γηρατειά ορθώθηκαν μπροστά του σαν φαντάσματα με ανάλγητα μάτια· πώς να δωροδοκήσει τέτοιες ανελέητες μοίρες για να του δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία; Του είχε δοθεί η μία ευκαιρία που έχουν όλοι οι άνθρωποι – του είχε δοθεί η ευκαιρία της ζωής.»

Μέσα από την σαγηνευτική αφήγηση του Τζέιμς, του μεγαλύτερου ίσως στυλίστα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, περνάνε έννοιες όπως η αρρώστια, ο θάνατος, η δημιουργία, το ανέφικτο και το ανικανοποίητο της, τα νιάτα, τα γηρατειά, το χρήμα, ο έρωτας – ενώ θίγονται θέματα όπως η βιβλιοκριτική, τα λάθη, οι επιλογές, η ματαιοδοξία, η ωριμότητα. Ο Ντένκομπ αισθάνεται ότι τώρα αρχίζει η πραγματική του συγγραφική καριέρα και ζητάει μια «παράταση», μια «δεύτερη ευκαιρία», στην πραγματικότητα θέλει να ξορκίσει τον θάνατο που βλέπει να πλησιάζει, τα γηρατειά, το τέλος του βίου. Πιάνεται από τον θαυμασμό του νεαρού γιατρού και θέλει να ζήσει, να δημιουργήσει – η σχέση δημιουργού και αναγνώστη περιγράφεται μέσα σε λίγες σελίδες τόσο κομψά και ιδανικά.


«Η δεύτερη ευκαιρία» είναι ένα βιβλιαράκι-κομψοτέχνημα, διαμάντι πραγματικό. Δείχνει μικρό σε μέγεθος αλλά στη πραγματικότητα όταν το τελειώσεις, νιώθεις ότι διάβασες ένα δοκίμιο. Εξαιρετικά δομημένο, με άφθαστη οικονομία λόγου, βαθιά στοχαστικό και φιλοσοφικό, συμπυκνώνει όλο το έργο του μεγάλου δημιουργού.
Γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1890 όταν ο συγγραφέας έκλεινε τα 50 του χρόνια, είναι έργο ωριμότητας και σοφίας, εξάλλου τα καλύτερα μυθιστορήματά του Τζέιμς, βγήκαν λίγο αργότερα όπως «Το στρίψιμο της βίδας», «Τα φτερά της περιστέρας», «Οι Πρεσβευτές», «Η χρυσή κούπα». Στο εξαιρετικό της επίμετρο, η μεταφράστρια του βιβλίου Κ.Μέρμηγκα με λιτό και περιεκτικό τρόπο, κάνει κατανοητό το έργο και την προσωπικότητα του σπουδαίου αυτού συγγραφέα.

«…Είχε μεν από την αρχή ακολουθήσει τη λογοτεχνία, αλλά του είχε πάρει μια ζωή για να μπορέσει να πορευτεί στο πλευρό της. Μόνο σήμερα επιτέλους είχε ξεκινήσει να βλέπει, γι’αυτό ότι είχε κάνει μέχρι τώρα ήταν κινήσεις χωρίς κατεύθυνση. Είχε αργήσει πολύ να ωριμάσει και ήταν έτσι αδέξια η φύση του, ώστε έπρεπε να μαθαίνει μόνος του, από τα λάθη του.
«Προτιμώ τα λουλούδια σας τότε από τους καρπούς των άλλων και τα λάθη σας από τις επιτυχίες των άλλων» είπε ο ευγενής δόκτωρ Χιού. «Είναι για τα λάθη σας που σας θαυμάζω».»