Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2015
posted by Librofilo at Τετάρτη, Φεβρουαρίου 18, 2015 | Permalink
Καρυότυπος ή περί στοργικότητας
Η καθημερινότητα ενός μοναχικού ανθρώπου καταγράφεται στην εξαιρετική νουβέλα του νεότατου (Βιολόγου και Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας), Άκη Παπαντώνη (Αθήνα,1978), με τίτλο «ΚΑΡΥΟΤΥΠΟΣ», (Εκδ.Κίχλη - υπέροχη έκδοση, σελ.117), η οποία διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν έναν πρωτοεμφανιζόμενο  να ξεχωρίζει: Οικονομία λόγου, άψογη δομή, ευδιάκριτο ύφος και πλήρης έλεγχος του θέματος με το οποίο επιλέγει να ασχοληθεί.


Τι σημαίνει ο τίτλος λοιπόν; Η εξήγηση δίδεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης: «Καρυότυπος…η απεικόνιση, ανά ζεύγη και κατά φθίνουσα σειρά μεγέθους, του συνόλου των χρωμοσωμάτων ενός κυττάρου, η οποία χρησιμεύει στη διάγνωση τυχόν ανωμαλιών στη δομή ή τον αριθμό τους.»

Το βιβλίο ξεκινάει με τον τυχαίο(;) θάνατο του ήρωα στο πρώτο (εκπληκτικό) κεφάλαιο. Στα υπόλοιπα 24+2 κεφάλαια που ακολουθούν, ο συγγραφέας ξετυλίγει την καθημερινή ρουτίνα ενός μοριακού βιολόγου, ο οποίος μετακομίζει στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα στο φημισμένο πανεπιστήμιο, που έχει ως θέμα «Μελέτη συμπεριφοράς: η βιοχημεία της μνήμης της στοργικότητας». Ο 30άρης ήρωας του βιβλίου δεν κατονομάζεται. Στα mails που στέλνει, υπογράφει ως Ν. και δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τις συνθήκες τις διαμονής του στον ξένο τόπο. Νοικιάζει το πρώτο διαμέρισμα που βρίσκει – ένα ημιυπόγειο τελείως λιτό και απέριττο – διατρέφεται με τα βασικά και περνάει όλη του την ημέρα έγκλειστος σε ένα εργαστήριο κάνοντας πειράματα με ποντίκια. Κάνει την ίδια, απαράλλακτη διαδρομή κάθε μέρα, κυκλοφορεί με τα ακουστικά στ'αυτιά του, περίκλειστος στην μοναξιά του, σχεδόν αυτιστικός. Οι επαφές του με τους ανθρώπους είναι ελάχιστες, όπως και η κοινωνικότητά του. Είναι ένας «ξένος» κατ’επιλογήν.

Οι μνήμες (ομιχλώδεις και αποσπασματικές) από την παιδική του ηλικία τον συνοδεύουν, τις ψάχνει, βασανίζεται μ’αυτές. Ένα ορφανοτροφείο στην Ρουμανία, δύο έλληνες γονείς, εκείνος και η αδερφή του στο αυτοκίνητο, το παιδικό του δωμάτιο, τα πρώτα του αθλητικά παπούτσια, η αυστηρότητα του νεκρού πλέον πατέρα. Κυρίως οι μνήμες από το ορφανοτροφείο βαραίνουν ιδιαίτερα. Μια εργατική πολυκατοικία στο Ιάσιο και το ποτάμι (ο Μπαχλούι) που θυμάται, κι ένα όνομα «Νικολάε». Είναι ένα από τα "ορφανά του Τσαουσέσκου"; Ιστορία που έγινε γνωστή μετά την αποκαθήλωση του καθεστώτος στην Ρουμανία, το 1989.

«Ο χρόνος κυλάει όταν αφηγείσαι στον εαυτό σου ιστορίες που δεν θα συμβούν ποτέ. Μνήμη είναι ό,τι θυμάσαι πως έζησες, άρα ό,τι παραμένει καρφωμένο στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου, αυτό μου υπενθυμίζουν τα ποντίκια στα κλουβιά τους,  με τα κουτσουρεμένα γονίδια, τις διαταραγμένες ορμόνες, τα λειψά τελομερή – τα ποντίκια του Τσαουσέσκου. Μνήμη είναι μια ζεστή υγρασία που ξεκινά από τα νευρωνικά κέντρα του εγκεφάλου σου και αναβλύζει από τα μάτια και τα δάχτυλά σου και σου στολίζει το στήθος και την κοιλιά. Μνήμη είναι οι εικόνες ενός παραχαραγμένου παρελθόντος, κι όμως εσύ γελάς με το κεφάλι ριγμένο πίσω, γελάς ένα γέλιο σκοτεινό, εξαγνιστικό. Βλέπεις, καθώς τα χρόνια περνούν, η μνήμη της στοργής δεν απειλείται από τη λήθη, απειλείται από τις ιστορίες που επινόησες, αυτές στις οποίες πιστεύεις πιο βαθιά από οτιδήποτε. Έτσι δεν απομένει χώρος για όσα πραγματικά συνέβησαν, κι εγώ πάσχω από μνήμη. Από υπερβολική μνήμη – καταλαβαίνεις;»

Η γλώσσα του Παπαντώνη είναι μελετημένη και συγκροτημένη, αποστασιοποιημένη. Ο αφηγητής παρατηρεί εξονυχιστικά τον ήρωα, σαν μέσα από έναν καθρέφτη. Ο ήρωας βασανίζεται, ουσιαστικά το μικρό διαμέρισμα - το οποίο είναι ένας εφιαλτικός τόπος εσωτερικού μαρτυρίου - είναι το δικό του "κλουβί", μόνο που αντί για ποντίκια είναι εγκλωβισμένος ο ίδιος μέσα, πειραματόζωο του εαυτού του. Παλεύει διαρκώς με την μνήμη του ενώ είναι διάχυτη η απουσία συναισθήματος στη ζωή του.

Στο βιβλίο αιωρούνται συνεχώς ερωτήματα όπως αν είναι εγγενής ή επίκτητη η στοργή, για την γενετική καταγωγή και την προσωπική ζωή, για την σημασία της γονεϊκής στοργής και τον ρόλο της, ενώ η αναζήτηση της μνήμης και η νοσταλγία επανέρχονται συνεχώς στην ροή του κειμένου. Ο ήρωας του Παπαντώνη σ'αυτήν την αναζήτηση εαυτού, είναι ένας άνθρωπος αποξενωμένος, ανίκανος προς οποιαδήποτε επαφή ή τρυφερότητα. Τραβάει συνεχώς φωτογραφίες με το κινητό του και στέλνει κάποιες από αυτές στην αδερφή του ως μοναδικό στοιχείο επικοινωνίας, προσπαθεί να κάνει σεξ και δεν νιώθει τίποτα, αδυνατεί να επικοινωνήσει με τους συναδέλφους του, γράφει αινιγματικά στάτους στο facebook με την εξαίρεση του τελευταίου που ήταν σαν κραυγή και το οποίο δεν συγκίνησε κανέναν από τους (ελάχιστους έτσι κι αλλιώς) διαδικτυακούς του "φίλους" .

Ο Ν., είναι ένας χαρακτήρας βγαλμένος από την παγκόσμια λογοτεχνία. Απόηχοι και επιρροές από Κάφκα, Καμύ, Ντοστογιέφσκι σε συνδυασμό με την Πολανσκική (έρχεται στον νου ο υπέροχος και εφιαλτικός Ένοικος ατμόσφαιρα στις σελίδες που διαδραματίζονται εντός των τεσσάρων τοίχων του διαμερίσματος, προσδίδουν μια σκοτεινή νότα κατάθλιψης και ασφυξίας.

"Έβρισκε το τρέξιμο βαρετό. Συνήθως, καθώς έτρεχε, σκεφτόταν τι άλλο θα μπορούσε να κάνει. Σκεφτόταν διάφορα. Τα μαλλιά του πατέρα του που γκρίζαραν πριν ακόμα γίνει σαράντα. Τη μητέρα του να τραβά ασταμάτητα φωτογραφίες εκείνον και την αδερφή του - ολόκληρα σεντόνια φιλμ στιγματισμένα από το φως των παιδικών τους χρόνων. Την αδερφή του να σκοτώνει τον χρόνο - περιμένοντας να λάβει ο χρόνος όλες τις αποφάσεις για εκείνη. Και τελικά, από σκέψη σε σκέψη, φοβήθηκε πως κάποιο πρωί θα ξυπνούσε συνειδητοποιώντας πως πέρασε τη μισή του ζωή αναζητώντας απάντηση στο ερώτημα αν κληρονομείται η στοργή. Και χαμογελούσε, καθώς στο μυαλό του αναβόσβηνε μια φωτεινή επιγραφή που έλεγε: "η μόνη δική μου επιλογή"."

Η νουβέλα του Παπαντώνη φιλοσοφική και στοχαστική, σπαρακτική χωρίς να γίνεται μελοδραματική, είναι ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή. Δομημένη άψογα και προσεκτικά μελετημένη, με ρυθμό και στυλ, γίνεται σπαρακτική όσο αναπτύσσεται χωρίς να πέφτει σε μελοδραματισμό και ευκολίες. Θα προτιμούσα περισσότερο συναίσθημα - τα 2 ιντερμέδια του βιβλίου αποτελούν ένα παράδειγμα τέτοιο - το οποίο θα απογείωνε το βιβλίο αλλά θεωρώ ότι αυτό είναι θέμα συγγραφικής εμπειρίας που θα έρθει με τον χρόνο και τον καθορισμό της συγγραφικής πορείας που θα χαράξει (αυτό είναι το μόνο σίγουρο) ο συγγραφέας.