Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 20, 2015 | Permalink
Γκιακ
Γκιακ αρσ. <gak> (εν. με οριστ. άρθρο γκιάκου)
1.αίμα
2.(νομ.)δεσμός συγγένειας που προκύπτει από κοινή καταγωγή, συγγένεια εξ αίματος, συγγενής εξ αίματος (αντιθ. εξ αγχιστείας)
3.Φόνος που γίνεται για λόγους εκδίκησης, εκδίκηση, αντεκδίκηση
4.Φυλή


Λίγα χρόνια μετά την αίσθηση που προκάλεσε με την υπέροχη συλλογή διηγημάτων του "ΜεταΠοίηση", ο νεότατος Δημοσθένης Παπαμάρκος (Μαλεσσίνα Λοκρίδας,1983), επανέρχεται δυναμικότερα και πιο συγκροτημένα με το "ΓΚΙΑΚ" (Εκδ. Αντίποδες, σελ.123), μια καινούργια συλλογή αφηγήσεων/διηγημάτων ιδιαίτερα εντυπωσιακών που δείχνουν ότι έχουμε μπροστά ένα μεγάλο ταλέντο που δουλεύει σκληρά και εξελίσσεται γλωσσικά και υφολογικά.

Το "Γκιακ" αποτελείται από 8 διηγήματα ανισομερούς μεγέθους και 1 πεζοποίημα, τα περισσότερα με πολλή βία. Οι ήρωες των ιστοριών του Παπαμάρκου είναι παλιοί πολεμιστές του Μικρασιατικού μετώπου που όλοι κατάγονται από τα Αρβανιτοχώρια της Λοκρίδας. Ο αφηγητής είναι ένας άνθρωπος που έχει γυρίσει από την Κόλαση της Μικρασιατικής εκστρατείας και λέει την ιστορία του σε έναν σιωπηλό και αφανή ακροατή, σαν να εξομολογείται και να βγάζει από μέσα του αυτά που τον πνίγουν. Ο πόλεμος, οι μάχες είναι το background, δεν γίνονται ποτέ το επίκεντρο.Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, προσδίδοντας δύναμη και φρεσκάδα στην ιστορία, βάζοντας τον αναγνώστη μέσα στα γεγονότα.

"Μα ο Χάρος είν' ωκεανός, ο Χάρος είν' αγέρας
κι ως εύκολα ανταριάζεται, τόσ' εύκολα κοπάζει
γιατί είτε με τα κυματα είτε και με τα χάδια
τους βράχους τρίβει χώματα και τα βουνά χαλίκια.
Κι ως κάνει πάλι για πει, βαθειάν αναστενάζει
με λύπη τάχα το θυμό για να τον κουκουλώσει."

Ιστορίες σκληρές με βία, αίμα και θυμό. Οι ήρωες του Παπαμάρκου είναι άνθρωποι σκληροί, τραχείς, αγρότες που πηγαίνουν να πολεμήσουν σε άγνωστα μέρη χωρίς να έχουν την παραμικρή υποψία του τι θα συναντήσουν εκεί. Ο λόγος τους είναι αφτιασίδωτος και μπρούτος αλλά με έντονο συναισθηματισμό. Οι περισσότεροι (μάλλον όλοι) βγαίνουν πρώτη φορά από την ευρύτερη περιοχή τους και αφηγούνται με ψυχραιμία και χωρίς εντάσεις εγκλήματα (που τα περισσότερα είναι κανονικά "εγκλήματα πολέμου) και σφαγές αμάχων και μη. Οι ενοχές και η ντροπή για όλα αυτά που διέπραξαν τους συνοδεύουν για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, γυρνάνε ξένοι (διαφορετικοί άνθρωποι) στον τόπο τους και νιώθουν εκτός κοινωνικού συνόλου μη μπορώντας να πούνε αυτά που έκαναν.

"Και να, μας λέει, κοιμόμασταν μια φορά έξω από'να χωριό πάλι κοντά στη Σμύρνη. Μέναν Τούρκοι εκεί. Πρωί, αχάραγα, μας ξυπνάει ο χότζας, ιμπί-αλά-μπιμπί. Λέω, ντάξ', θα σταματήσει. Αλλά δώσ'του ο πούστης όλο και δυνάμωνε. Ιμπί-αλά-μπιμπί και ιμπί-αλά-μπιμπί. Έτσι είσαι; λέω. Όπως ήμουν ξαπλωτός, γυρνάω, πιάνω το όπλο και μπαμ του ρίχνω μία. Και τον βλέπεις, Γιωργάκη, πάρ'τον κάτω σαν πουλάκι. Έτσι ε, δίχως να σηκωθώ καθόλου, καλά, ήμουνα σκοπευτής από τους πρώτους.
Τον ρώτησα τότες. Του λέω έτσι να τον πειράξω, ρε μπαρμπα-Κώτσο, όλο γι'αυτά μιλάς. Τόσο πολύ σου λείπουνε; Τόσο τα λαχταράς; Έσκυψε και μου λέει: Πιο κι από γυναίκα."


Σε κάποιες από τις ιστορίες θίγεται το θέμα της εκδίκησης. Οι ήρωες υπακούουν στον "Κανούν", τον αρβανίτικο "Κανόνα", την υποχρέωση για εκδίκηση, για αίμα. Τα διηγήματα "Ντο τ'α πρες κοτσσίδετε", "Ο αρραβώνας" διέπονται από αυτή την αρχετυπική κατάσταση, όπου έχουμε ανθρώπους που ζητάνε να εκδικηθούν για γεγονότα που έγιναν, τους στιγμάτισαν και δεν θα ησυχάσουν αν δεν βρούν ικανοποίηση.

Στο εκπληκτικό πεζοποίημα (9 σελίδων!) "Παραλογή", φαίνεται η μεγάλη ικανότητα του Παπαμάρκου να δοκιμάζει τα όρια της γλώσσας και του ύφους του. Θυμίζοντας παλιό δημώδες άσμα, εξιστορεί την μάχη μιας γυναίκας με τον Χάρο. Μια μάχη από την οποία θα βγει νικήτρια, υποχρεώνοντας τον ανίκητο Χάρο σε υποχώρηση, όπου κι εδώ έχουμε ένα είδος εκδίκησης, αφού η γυναίκα κατηγορεί τον Χάρο ότι δεν της έφερε πίσω τον άνδρα της όπως της είχε υποσχεθεί.

"-Το'ξερες Χάρε, το'ξερες, μα λόγο δε μου είπες.
Γιατί της δόλιας την καρδιά δύο φορές ραγίζεις;
-Γιατί είμ'ο Χάρος λυγερή, του σκιώματος ο ρήσος.
Έτσι με θέλει ο Θεός, έτσι μ'ορίζει η πλάση
το θρήνο να'χω μουσική, το κλάμα για τραγούδι
και νυχτοπούλια θλιβερά να μου κρατάν τα ίσια.
Τα δάχτυλα απ'τους γέροντες σκαλίζω για ζουρνάδες
και των παιδιών τα κόκκαλα βίτσα για το νταούλι.
Κι αν βρω και νιο καλόθρεφτο τον πιάνω και τον γδέρνω
το δέρμ' απλώνω νταγιρέ, τα δόντια κάνω σείστρο.
Σε κάστρο μαύρο κάθομαι που'χει για τοίχους πλάκες
και στα περβόλια ολόγυρα φυτρώνουν ασφοδέλια.
Σ'αυτή τη γη ειμαι βασιλιάς, σ'αυτά τα μέρη ρήγας
μ'αυτά γελώ και χαίρουμαι, μ'αυτά γλεντοκοπάω,
γιατί αγάπη δε γρικώ, συμπόνια δεν κατέχω
παρά όπου βλέπω ομορφιές περνώ και τις μαραίνω."

Ο Παπαμάρκος δεν εξωραΐζει τίποτα. Οι στρατιώτες του Μικρασιατικού μετώπου εμφανίζονται διαφορετικοί, βιαιότεροι και σκληρότεροι από το συνηθισμένο ρομαντικό βλέμμα των περισσότερων βιβλίων που γράφονται για εκείνη την εποχή. Με αφήγηση που θυμίζει το "Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη" του Βαλτινού, η καθημερινότητα του μετώπου παρουσιάζεται γυμνή και αφτιασίδωτη, γεμάτη αίμα και πόνο, φόνους, βιασμούς και πυρκαϊές.

"Το να σκοτώνεις έχει κι αυτό ομορφιά.  Αλλά είναι όμορφο μοναχά όταν είναι χρήσιμο. Πρέπει να το κάνεις χωρίς άχτι, χωρίς μίσος. Ο φονιάς δεν είναι ανάγκη να'ναι και μπρούτος. Γι'αυτό σου είπα δεν κάνεις για τη δικιά μ' τη δουλειά. Δε θέλει μόνο μπράτσα. Θέλει να καταλαβαίνεις κι αυτό που σου'πα."

Ο λόγος του συγγραφέα στα διηγήματα αυτά είναι λαϊκός, με πολλές αρβανίτικες εκφράσεις και ιδιωματισμούς, λόγος προφορικός με ρυθμό ο οποίος πάλλεται από πάθος και ζωντάνια. Το ύφος του Παπαμάρκου είναι αισθητά βελτιωμένο και με μεγαλύτερη οικονομία από το προηγούμενο βιβλίο του, κάτι που αντιλαμβάνεται κανείς αμέσως από το πρώτο και ένα από τα καλύτερα διηγήματα της συλλογής ("Ντο τ'α πρες κοτσσίδετε") και που ρέει γάργαρος και φρέσκος ακόμα και σε ένα-δυο διηγήματα που δεν είναι στο ύψος όλων των υπολοίπων ("Τα μπουκουμπάρδια","Ταραραρούρα"). Γενικότερα όμως υπάρχουν 4-5 ιστορίες που βρίσκονται σε πολύ υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο.

"Τι; Ε, είναι δυνατόν, ρε χαμένε, να πέθανα και να σου μιλάω τώρα δα; Δεν ξέρω γιατί. Έχασα τη πίστη μ' κείθε πέρα. Μπορεί γι'αυτό. Έκαμα και είδα πράματα και κατάλαβα ότι οι χειρότεροι δαιμόνοι είναι οι αθρώποι."

Το "Γκιάκ" είναι μια εξαιρετική συλλογή διηγημάτων (σε μια θαυμάσια έκδοση από τον καινούργιο εκδοτικό οίκο Αντίποδες), που συγκινούν και συναρπάζουν, σαγηνεύουν και μαγεύουν. Ο Παπαμάρκος ανεβάζει τον πήχη πολύ ψηλά και οι απαιτήσεις μεγαλώνουν, αλλά όλα δείχνουν ότι έχουμε μπροστά μας έναν διηγηματογράφο ολκής και μεγάλης ποιότητας που (καλά να είναι) θα μας χαρίσει μεγάλες λογοτεχνικές στιγμές στο μέλλον.

_____________________________________________


Η συζήτηση για το ΓΚΙΑΚ με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο, στα πλαίσια της εκπομπής Booktalks@Amagi radio του Σαββάτου 17/1 είναι εδώ. Μπορείτε να την ακούσετε μετά την πρώτη ώρα της εκπομπής, όπως και ένα από τα διηγήματα. Καλή ακρόαση