Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Ιανουαρίου 13, 2015 | Permalink
"14", ένα μινιμαλιστικό αριστούργημα
Έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις ένα επικό μυθιστόρημα, αλλά στην πραγματικότητα βρίσκεσαι μπροστά σε ένα μινιμαλιστικό αριστούργημα, μόλις 100 σελίδων. Πόσο μεγάλος μπορεί να είναι ο συγγραφέας που μπορεί να επιτύχει κάτι τέτοιο; Και ο Jean Echenoz (Γαλλία, 1947), το αποδεικνύει αυτό στην υπέροχη νουβέλα του (και καλύτερο βιβλίο του), με τίτλο «14» (Εκδ.Ίκαρος, (θαυμάσια) μετάφρ. Α.Κυριακίδη, σελ.107), όπου η παγκόσμια ιστορία συμπυκνώνεται στις διαστάσεις, χωρίς να χάνεται τίποτα από την ουσία, με τον στοχασμό πάνω στα γεγονότα να προβάλλει αντί της πλοκής.

Ο Αντίμ και ο Σαρλ είναι δύο αδέρφια, 23 και 27 ετών αντίστοιχα, που δουλεύουν στο ίδιο εργοστάσιο σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Γαλλίας. Ο Αντίμ ρομαντικός και χαμηλών τόνων άνθρωπος δουλεύει στο λογιστήριο και ο Σαρλ «αιωνίως απόμακρος και υπερόπτης», έχει διευθυντική θέση εκεί. Και οι δύο αγαπούν την Μπλανς, την κόρη του ιδιοκτήτη του εργοστασίου, η οποία προτιμάει εμφανώς τον Σαρλ.
Η ιστορία ξεκινάει την 1η Αυγούστου του 1914, όταν σε μια ειδυλλιακή καλοκαιρινή μέρα ξεσπάει ο Α Παγκόσμιος πόλεμος και τα δύο αδέρφια καλούνται στα όπλα. Ο Σαρλ είναι σίγουρος (όπως οι περισσότεροι άλλωστε), ότι θα είναι μια «εκδρομή» που θα διαρκέσει το πολύ 15 ημέρες, ο Αντίμ προσπαθεί να συνηθίσει τη ζωή του στρατοπέδου. Θα κάνει παρέα με 3 συγχωριανούς του, ενώ ο Σαρλ θα αποσπαστεί κατόπιν παρέμβασης της Μπλανς στη (μόλις συσταθείσα) αεροπορία λόγω των δεξιοτήτων του στη φωτογραφία.

Τον αρχικό ενθουσιασμό διαδέχονται οι σκληρές μάχες. Οι εικόνες του Εσνόζ είναι ολοζώντανες. Το αίμα που κυλάει, οι σφαίρες, τα κομμένα μέλη, οι οβίδες των κανονιών, η μπάντα που έρχεται να παίξει ανυποψίαστη και οι μουσικοί που πέφτουν ένας, ένας, ο φόβος, ο τρόμος μπροστά στον θάνατο, η λάσπη, η συνεχής βροχή, τα αέρια, τα χαρακώματα, η αναμονή. Η μοίρα των δύο αδερφών θα είναι διαφορετική, η Μπλανς θα γεννήσει ένα παιδί, ο πόλεμος θα τελειώσει, κανείς δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος που ήταν την 1η Αυγούστου του 14.

«…Ακολούθησε η έφοδος, ενώ στο φόντο, πίσω τους, έκαναν την εμφάνισή τους καμιά εικοσαριά άνδρες, οι οποίοι, με τη μεγαλύτερη άνεση του κόσμου, παρατάχθηκαν ημικυκλικά, χωρίς να δείχνουν ότι ανησυχούσαν για τα βλήματα. Ήταν οι μουσικοί του τάγματος που ο μαέστρος τους, κραδαίνοντας τη λευκή μπαγκέτα του, πυροδότησε τον παιανισμό της Μασσαλιώτιδος, φιλοδοξώντας να υμνήσει ανδρείως την επίθεση με την ορχήστρα του. Οι εχθροί, καλά διατεταγμένοι αμυντικά μέσα στο δάσος που τους έκρυβε, στην αρχή κατάφεραν να αναχαιτίσουν την προέλαση των δικών μας, οι οποίοι, όμως, με το πυροβολικό να έρχεται από πίσω για να τους αποδυναμώσει, επιτέθηκαν, τρέχοντας σκυφτά και αδέξια κάτω απ’το βάρος της εξάρτυσής τους, καθένας με προτεταμένη την ξιφολόγχη που διατρυπούσε τον παγωμένο αέρα μπρος του.
Όμως, όχι μόνο είχαν επιτεθεί πρόωρα, αλλά είχαν διαπράξει και το σφάλμα να εμφανιστούν μαζικά στο δρόμο που διέσχιζε το θέατρο της μάχης. Ο εν λόγω δρόμος, εντελώς ακάλυπτος και έκθετος στα μάτια του αντιπάλου πυροβολικού που παραμόνευε πίσω απ’τα δέντρα, ήταν ο ευκολότερος στόχος που μπορεί να υπάρξει: στη στιγμή, μερικοί άνδρες άρχισαν να πέφτουν, όχι μακριά από τον Αντίμ, ο οποίος νόμισε ότι είχε δει να εκτινάσσονται δυο-τρεις πίδακες αίμα, αλλά τους έδιωξε αμέσως απ’ το νου του γιατί δεν ήταν καν σίγουρος, γιατί δεν είχε χρόνο να’ναι σίγουρος ότι αυτό ήταν αίμα υπό πίεση, γιατί δεν είχε δει ποτέ του αίμα ως τη μέρα εκείνη, τουλάχιστον όχι μ’αυτόν τον τρόπο, όχι μ’αυτή τη μορφή. Άλλωστε, που μυαλό να σκεφτεί τίποτ’ άλλο απ’ το να προσπαθεί να πυροβολήσει ό,τι του φαινόταν εχθρικό και, κυρίως, να βρει οπουδήποτε ένα μέρος για να προφυλαχθεί.»

Ο Εσνόζ αποτυπώνει τη φρίκη του πολέμου με χιούμορ, εμμονή στις λεπτομέρειες. Στα ρούχα, στον σάκο που κουβάλαγε ένας στρατιώτης στη διάρκεια του πολέμου (35 κιλά παρακαλώ!), στα ζώα μικρά, μεγάλα, στη γραφειοκρατία, στο φαγητό. Η ματιά του είναι κινηματογραφική και η γραφή του σαν μια κάμερα που κινείται περιστροφικά και ζουμάρει σε πρόσωπα και καταστάσεις, αποτυπώνοντας συναισθήματα και συμπεριφορές.


Το ευδιάκριτο και γνώριμο (τόσο δουλεμένο), ύφος του Εσνόζ ποτέ δεν ήταν καλύτερο. Στο «14», κεντάει κυριολεκτικά, με μια στοχαστική νουβέλα, απλή στη γλώσσα της, αλλά τόσο ουσιαστική που μπορεί να συγκριθεί με τα μεγαλύτερα αντιπολεμικά αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η φρίκη του βιαιότερου πολέμου της παγκόσμιας ιστορίας αποτυπώνεται με λιτότητα και ακρίβεια και έρχεται με τον καλύτερο τρόπο να συμπληρώσει τις γνώσεις μας γύρω από αυτήν τη παράλογη σύγκρουση ή ακόμα και να εισαγάγει κάποιους σ’αυτήν.

Το «14» είναι ένα μεγάλο, «μικρό» βιβλίο που θεωρώ ότι πρέπει να διαβαστεί απ’όλους. Όχι μόνο από αυτούς που τους αρέσουν τα ιστορικά (αποκαλούμενα) μυθιστορήματα, αλλά από όλους τους αναγνώστες, που ενδιαφέρονται για τη γραφή και το ύφος, για την έξοχη πυκνότητα και τη λιτότητα ενός κειμένου τόσο συγκλονιστικού με μια υπόγεια ένταση που σε παρασέρνει μαζί του.

«…μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι εσύ, μυρίζεις κλεισούρα ακόμα κι από μέσα σου, πίσω απ΄τα συρματοπλέγματα με τα σταυρωμένα, εξαρθρωμένα και σηπόμενα πτώματα που καμιά φορά χρησιμεύουν στους ορυκτήρες για να στερεώσουν τα τηλεφωνικά καλώδια – διόλου εύκολη δουλειά, οι ορυκτήρες γίνονται μούσκεμα στον ιδρώτα από τον κόπο και το φόβο, βγάζουν τη χλαίνη τους για να δουλέψουν πιο άνετα, την κρεμάνε σ’ένα χέρι που, όπως ξεπροβάλλει στρεβλό απ’το χώμα, τους χρησιμεύει για πορτ-μαντό.
Επειδή όλα αυτά έχουν περιγραφεί χιλιάδες φορές, ίσως είναι άσκοπο να χρονοτριβούμε κι άλλο μ αυτή τη δύσοσμη και ζοφερή όπερα. Ίσως, μάλιστα, δεν είναι και πολύ χρήσιμο, ούτε πολύ αρμόζον, να παρομοιάζουμε τον πόλεμο με μια όπερα, πός μάλλον αν δεν είμαστε και λάτρεις της όπερας, ακόμα κι αν αυτός είναι σαν εκείνη μεγαλειώδης, εμφατικός, υπερβολικός, γεμάτος με κουραστικούς πλατειασμούς και, όπως εκείνη, κάνει πολύ θόρυβο και συχνά καταλήγει να είναι αρκούντως βαρετός.»

Υ.Γ. Μυθιστορήματα υπάρχουν πολλά για τον απερίγραπτο αυτό πόλεμο («Ζωή εν Τάφω», «Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», «Η φωτιά», «Μακριά πολύ μακριά», «Οι τρείς στρατιώτες», «Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά», «Birdsong») αλλά, για την καλύτερη κατανόηση του, προτείνω προς ανάγνωση το καταπληκτικό βιβλίο του Michael Howard «Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ», εκδόσεις Θύραθεν. Είναι ότι καλύτερο και πιο συμπυκνωμένο (χωρίς να γίνεται κουραστικό) έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτόν, που ένας αιώνας από την έναρξή του συμπληρώθηκε τη χρονιά που έφυγε.