Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015
posted by Librofilo at Τρίτη, Μαρτίου 03, 2015 | Permalink
35 νεκροί
Οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον στο συναρπαστικό και υπέροχο επικό μυθιστόρημα μαθητείας, του Κολομβιανού Sergio Alvarez (Μπογκοτά,1965) με τίτλο «35 ΝΕΚΡΟΙ» (35 Muertos), (Εκδόσεις Μεταίχμιο, μετάφρ. Βασιλ.Κνήτου, σελ.591), ο οποίος «πατώντας» στην παράδοση των μεγάλων αφηγήσεων της Λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, έγραψε ένα βιβλίο με εξαιρετικό ρυθμό και πολύ προσωπικό στυλ, όπου όλα είναι διογκωμένα σε υπερθετικό βαθμό. Φόνοι, έρωτες, σεξ, μουσική είναι σε (πολύ) μεγάλες δόσεις, ουσιαστικά δεν σ’αφήνουν να ανασάνεις, καθώς τα μικρά κεφάλαια, διαδέχονται το ένα το άλλο σ’αυτό το ταξίδι χωρίς φρένα στην ιστορία της χώρας.

35 χρόνια (από το 1965 έως το 2010), διαρκεί ο μυθιστορηματικός χρόνος του βιβλίου του οποίου ο τίτλος είναι ένα λογοπαίγνιο σχετικά μ’αυτά τα χρόνια της ζωής του ήρωα που παραμένει ανώνυμος καθ’όλη την διάρκεια της ιστορίας ή μάλλον των ιστοριών της μυθιστορηματικής saga του Αλβάρες.
Ο ήρωας ζει μια ζωή γεμάτη ταλαιπωρίες, ψυχικές και υλικές. Ακόμα και η γέννησή του δεν αποτελεί «ευτυχές γεγονός» αφού η μάνα του πεθαίνει λίγο μετά την γέννα, ο δε πατέρας του, πέφτει νεκρός από τις σφαίρες ενός διαβόητου καταζητούμενου σε μια ενέδρα της αστυνομίας.

Ο ήρωας θα περάσει διάφορα στάδια ενηλικίωσης. Από την επαρχία θα βρεθεί σε μια Μαοϊκή ομάδα, όπου συμμετέχει ενεργά η θεία του που τον έχει υιοθετήσει, στο σχολείο θα μπλέξει με συμμορίες, θα κάνει μικροκλοπές, θα ερωτευτεί σφόδρα και θα τα σκατώσει όπως θα κάνει μονίμως στην συνέχεια. Στο δε πανεπιστήμιο που θα πάει να σπουδάσει φιλοσοφική, θα μπλέξει με τους αντάρτες, θα βρεθεί στον στρατό, θα τον στείλουν σε μια παραστρατιωτική οργάνωση στα βουνά της Κολομβίας, όπου θα δει σφαγές χωρικών και βιασμούς, θα βρεθεί αργότερα να πουλάει ναρκωτικά και για να γλυτώσει θα ενσωματωθεί σε μια μυστικιστική οργάνωση απ’όπου και πάλι θα την γλυτώσει την τελευταία στιγμή. Γενικώς έτσι θα πηγαίνει η ζωή του, μια ζέστη, μια κρύο, και εκεί που πιστεύει ότι όλα έχουν τελειώσει ένα γύρισμα της μοίρας, τον βρίσκει με μια καλή δουλειά σε μια επαρχιακή πόλη που ανοικοδομείται, με λεφτά των καρτέλ ναρκωτικών στον λογαριασμό του, και μια ωραία σύζυγο που περιμένει το παιδί του, αλλά και πάλι η αυτοκαταστροφική του τάση, και ο έντονος συναισθηματισμός του θα τον καταστρέψει, ενώ τα επεισόδια της ζωής του θα συνεχίζονται, στην Μπογκοτά και αργότερα στην Ισπανία.

Σεξ και ναρκωτικά, βία στους δρόμους και πολύς χορός και μουσική συνθέτουν το παζλ του μυθιστορήματος. Πολυφωνικό και κάποιες φορές χαοτικό, δεν μπερδεύει τον αναγνώστη, ο οποίος γοητεύεται από τον μουσικό ρυθμό των επεισοδίων / κεφαλαίων που όλα έχουν στην προμετωπίδα τους έναν στίχο από κάποιο μουσικό κομμάτι της Κολομβιάνικης σύγχρονης ποπ. Εξάλλου οι μουσικές αναφορές στα τραγούδια των δεκαετιών που εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα είναι συνεχείς. Μπολέρος, σάλσα, κούμπια και βαγενάτος  (χαρακτηριστικοί ρυθμοί της χώρας), ραντσέρος, μεγάλες μουσικές επιτυχίες που συνοδεύουν τα περιστατικά της ζωής του ήρωα.

Το μυθιστόρημα επικεντρώνεται περισσότερο στα χρόνια του «πολέμου των ναρκωτικών» από το 1980 έως το 2000 με μάχες μέσα στην Μπογκοτά και στην επαρχία (φέρνοντας στο νου τον εξαιρετικό «Κόκκινο Απρίλη» του Ρονκαλιόλο). Ο Άλβαρες περιγράφει την πολιτικοκοινωνική ζωή μιας χώρας που ουσιαστικά είναι υπό ένα μόνιμο καθεστώς  ανομίας. Το κράτος φαίνεται να μην έχει ουσιαστικά παρουσία παρά μόνο στις στρατιωτικές επεμβάσεις. Τα καρτέλ των ναρκωτικών να κάνουν ότι γουστάρουν, πολιτικοί να είναι καθοδηγούμενοι από τις τοπικές και όχι μόνο μαφίες, η ανισότητα να είναι χαώδης όπως και η διαφθορά σε όλους τους τομείς και τις εκφάνσεις της ζωής. Μια χώρα που οδηγεί σε αυτοεξορία τους πολίτες της, και όπου η Μπογκοτά (κυρίως οι μεγαλοαστικές της συνοικίες), δείχνει να βρίσκεται σε άλλον αιώνα και σε μια άλλη διάσταση από την ζωή της επαρχίας που είναι καθηλωμένη μεταξύ 19ου και 20ου αιώνα. Η ζωή γενικώς δεν έχει καμιά αξία, οι φόνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον για ψύλλου πήδημα και μόνο η επιθυμία για έρωτα και σεξ είναι η διαφυγή του μέσου (υπάρχει τέτοιος;) Κολομβιάνου. Οι γυναίκες στο βιβλίο περνάνε, ερωτεύσιμες και χυμώδεις, αγωνίστριες και αδιάφορες, πλούσιες, φτωχές, διανοούμενες, νοικοκυρές, χωρίς να μπορείς να ξεχωρίσεις σε τι διαφέρουν, θα μπορούσαν να είναι το ίδιο πρόσωπο.

Ο Άλβαρες έγραφε το πυκνογραμμένο magnum opus του για μια δεκαετία. Βεβαίως δεν μπορούμε να μιλάμε για "οικονομία λόγου" και "υπαινικτικό ύφος". Είναι όλα μεγεθυμένα και γκροτέσκα, όπως είναι ίσως η Κολομβιάνικη πραγματικότητα. Ο συγγραφέας δανείζεται στοιχεία από την λαϊκή κουλτούρα της χώρας, από όλες τις σχολές του Λατινοαμερικάνικου manier, επική αφήγηση, μαγικό ρεαλισμό, σουρεαλιστικό χιούμορ, παιγνιώδη διάθεση ενώ η αφήγηση του, το στυλ του είναι έξοχο χειριζόμενος άψογα την πικαρέσκα πολυφωνία καθώς οι φωνές των αφηγητών μπερδεύονται μέσα στην πλοκή.

Η μετάφραση της έμπειρης και καλής Βασ. Κνήτου είναι πολύ καλή ακολουθώντας τον ρυθμό του μυθιστορήματος και με αρκετές καίριες παρατηρήσεις στις απαραίτητες σημειώσεις - τα χαλάει βέβαια στην απόδοση ποδοσφαιρικών παιχνιδιών και όρων αλλά ας μη ζητάμε και πολλά. Οι "35 νεκροί" βιβλίο αγαπησιάρικο και σαγηνευτικό με έναν ήρωα αποπροσανατολισμένο και ταλαίπωρο, τον οποίον παρακολουθείς από την γέννησή του, και συμπάσχεις μαζί του στο άπειρο ξύλο που τρώει και στις περιπέτειές του. Ένα βιβλίο που περνάς τέλεια μαζί του και σ'ακολουθεί αρκετό καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσής του.