Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 03, 2015 | Permalink
«Δεν θα ζήσω ανάμεσά σας»
Εκεί που η «Έρημος των Ταρτάρων» συναντάει το «Άλαμο», βρίσκεται το εκπληκτικό μυθιστόρημα «ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ» («Blue horse dreaming»), της πολύ αξιόλογης Αμερικανίδας συγγραφέως Melanie Wallace (New Hampshire,1949), (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Κρ.Γλυνιαδάκη, σελ.328) σε ένα ιδιότυπο γουέστερν, στοχαστικό και βίαιο, σαγηνευτικό και μυστηριώδες, το οποίο αποτέλεσε και το ντεμπούτο της στην λογοτεχνική σκηνή, το 2003.

Το σκηνικό είναι ένα οχυρό χαμένο στα βάθη της ερήμου, κάπου στη Δύση ξεχασμένο απ'όλους. Θα μπορούσε να ήταν μια αποστολή στο μακρινό διάστημα, σε έναν πλανήτη, που περιμένει δεκαετίες για μια βοήθεια…Στο μυθιστόρημα της Γουάλας βρισκόμαστε λίγο μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο στο οχυρό 2881 και ο ταγματάρχης Ρόμπερτ Κάτερ που το διοικεί, έχοντας περιπέσει σε δυσμένεια από τις Στρατιωτικές αρχές μετά το τέλος του Εμφυλίου, καταθλιπτικός και σε κατάσταση παράνοιας, απομονωμένος από την οικογένειά του καθώς έχει χρόνια επικοινωνήσει μαζί τους, έχει χάσει κάθε ελπίδα βοήθειας. Οι μερίδες φαγητού όλο και μικραίνουν, οι μικρές αποστολές με το ταχυδρομείο όπου απεγνωσμένα ζητάει βοήθεια, δεν γυρίζουν πίσω, ουδείς γνωρίζει τι απέγιναν, και ούτε κάτι έρχεται, όποια αποστολή φεύγει δεν ξαναγυρίζει. Ούτε τα καραβάνια για την Δύση δεν περνάνε πια από εκεί, καθώς έχουν χαραχτεί καινούριες διαδρομές περισσότερο ασφαλείς, πιο προστατευμένες από τις επιθέσεις των Ινδιάνων («αγρίων» όπως αποκαλούνται στο βιβλίο).

«Τι τρομερό μέρος, σκέφτεται ο Κάτερ, αδυνατώντας να βγάλει από το μυαλό του την αίσθηση ότι αυτός κι οι άνδρες του είναι ναυαγοί σε μια θάλασσα νήνεμη, δίχως δυνατότητα επιστροφής, δίχως να μπορούν να θυμηθούν ποια ρεύματα τους έφεραν ως εδώ, τους άφησαν να επιπλέουν στ’ ανοιχτά, ανήμποροι και χαμένοι σ’ένα τοπίο επικίνδυνο, απέραντο κι αφιλόξενο σαν τη θάλασσα. Πέρα από τους φράχτες του οχυρού ο κόσμος, τρομακτικά και ακατανόητα αχανής, στροβιλίζεται αδιάκοπα προς την αιωνιότητα, σαν τις εκτάσεις των ωκεανών. Τι τρομερό μέρος, ξανασκέφτεται ο Κάτερ, καταπίνει τη χολή που του καίει το λαιμό, και παίρνει μια βαθιά ανάσα. Τρομερό σαν τον πόλεμο που, αφού τραβήχτηκε σαν την παλίρροια, τους παράτησε εκεί – αυτόν και το στράτευμά του – σαν επιπλέοντα συντρίμμια βγαλμένα από τον βαθύ και σκοτεινό του βυθό. Εκείνοι, εμείς, τούτο εδώ το μέρος, συλλογίζεται ο Κάτερ, είμαστε τα αποκαΐδια του πολέμου. Μια υποσημείωση.»

Κάτι αλλάζει όμως, όταν καταφθάνει στο Οχυρό, το αναγνωριστικό απόσπασμα που είχε αποσταλεί για να βρει δύο γυναίκες που είχαν απαχθεί πριν από 4 χρόνια από μια ομάδα Ινδιάνων και που ο κουνιάδος της μιας και ο σύζυγος της άλλης είχαν πιέσει τον Κάτερ να στείλει απόσπασμα για να τις ψάξουν καθώς είχαν επαρκή στοιχεία για το που βρίσκονταν. Η αποστολή επιτυγχάνει μετά από διαπραγματεύσεις (που ακολούθησαν την σφαγή των Ινδιάνων), και μαζί τους φέρνουν τις δύο γυναίκες (τις οποίες ανταλλάσσουν με 3 αιχμάλωτους Ινδιάνους), την Κόνστανς Σμιθ, η οποία έχει παραφρονήσει από τη χαρά της που διεσώθη (ώσπου τρώει μια δυνατή σφαλιάρα από τον σύζυγό της), και την Άμπιγκέιλ Μπιούελ, η οποία είναι καθισμένη πάνω σε ένα επιβλητικό γαλάζιο άλογο, είναι σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και στέκεται αμίλητη και συνοφρυωμένη κοιτάζοντας γύρω της. Η μοναδική πρόταση που ακούει ο ταγματάρχης Κάτερ να βγαίνει από τα χείλη της, είναι: «Δεν θα ζήσω ανάμεσά σας».

Η Άμπιγκέιλ δεν θα φύγει από το Οχυρό, δεν θα ακολουθήσει τον αδερφό του άντρα της, τον οποίον μισεί, θα μείνει στον στάβλο με το άλογό της, φύλακα και σύντροφό της ταυτόχρονα. Θρηνεί για την απώλεια του Ινδιάνου συντρόφου της και του μικρού αγοριού που είχε μαζί του. Ουρλιάζει μέσα στη νύχτα και οι στρατιώτες θεωρούν ότι κουβαλάει μαζί της το «πνεύμα του κακού» που θα τους αφανίσει όλους από την πείνα. Τροφή δέχεται μόνο από τα χέρια του έγχρωμου σιδηρουργού του στρατοπέδου. Θα φέρει στον κόσμο ένα ασθενικό και ετοιμοθάνατο πλάσμα, το οποίο θα πεθάνει λίγες μέρες αργότερα. Ο Κάτερ προσπαθεί να την καταλάβει, την συμπονάει, την παίρνει στο δωμάτιο του για να την προστατέψει από τους έξαλλους στρατιώτες. Η Άμπιγκέιλ είναι εξάλλου η μόνη που «βλέπει» τον εφιάλτη του, το μικρό αγόρι που κυκλοφορεί ως οπτασία στο στρατόπεδο.

Η συγγραφέας δεν ακολουθεί γραμμική αφήγηση στα γεγονότα. Από την αρχή σχεδόν του βιβλίου γνωρίζουμε ότι ο ταγματάρχης Κάτερ θα αποπεμφθεί από το στράτευμα και η Άμπιγκέιλ Μπιούελ θα καταλήξει σε άσυλο ψυχικών νοσημάτων. Ο δημοσιογράφος Γκάμπριελ που θα παρακολουθήσει την ιστορία της καθώς είχε πάει στο Οχυρό μαθαίνοντας για την εξεύρεση των δύο γυναικών (καθώς οι ιστορίες τέτοιου είδους ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς τα χρόνια εκείνα), θα είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των χρονικών περιόδων που καλύπτει το μυθιστόρημα.
Για την ίδια την Άμπιγκέιλ δεν θα μάθουμε πολλά, κόρη πόρνης, έζησε τα παιδικά της χρόνια από σπίτι σε σπίτι προϊόν συναλλαγής (αγοραπωλησίας) ώσπου ο απατεώνας που την είχε αγοράσει για να εξαπατάει εύπιστες νοικοκυρές, την πούλησε στους αδερφούς Μπιούελ για να παντρευτεί τον έναν από τους δύο, ο οποίος θα δολοφονηθεί από τους Ινδιάνους στην επιδρομή στην οποία εκείνη αιχμαλωτίστηκε από αυτούς. Στον καταυλισμό των «αγρίων» θα γνωρίσει μια κοινωνία αγνή και απλή, θα ερωτευτεί, θα γίνει ένα μ’αυτούς στην δύσκολη και κυνηγημένη ζωή τους, μέχρι να επανέλθει με βίαιο τρόπο στον «πολιτισμό».

«Ο Γκάμπριελ κρατάει το φλασκί μετέωρο, περιμένει.
Στο τέλος, το μόνο πράγμα που θα έχει σημασία είναι τι νομίζει εκείνη.
Για ποιο πράγμα;
Για όλα αυτά που πέρασε. Για το τι σήμαιναν για εκείνη οι άγριοι – για τα πάντα. Για το τι σημαίνουμε εμείς γι’αυτήν, όλα αυτά, ο πολιτισμός.
Είναι μία από εμάς.
Όχι όμως από επιλογή της, απ’ ό,τι φαίνεται. Κι αν όντως είναι μία από εμάς, δεν μπορώ να φανταστώ τι νόημα μπορεί να έχει αυτό για εκείνη.
Τι νόημα έχει για σένα;
Σε αυτό το σημείο της ζωής μου, απαντά εντέλει ο ταγματάρχης, θα έλεγα ότι σημαίνει πως είμαι μέρος μιας ανεξήγητης κτηνωδίας.»

Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, ο Κάτερ και η Άμπιγκέιλ είναι συγκλονιστικοί μυθιστορηματικοί ήρωες και ο αναγνώστης συμπάσχει μαζί τους. Η γραφή της Γουάλας γεμάτη ευαισθησία και συναίσθημα ταυτίζεται και περιγράφει υπέροχα αυτό το ιδιότυπο ζευγάρι των ηρώων της σε ένα βιβλίο που μιλάει για το χθες της Αμερικάνικης Δύσης με πολλές παραπομπές στο σήμερα ή και στο αύριο. Οι δύο ήρωες της ταπεινώνονται κι εξευτελίζονται από τις αρχές και από τους συμπατριώτες τους οι οποίοι αδυνατούν να τους κατανοήσουν, είναι χαμένοι ο καθένας στον κόσμο του, στα οράματά του – η ζωή τους είναι αλλού, κάπου μακριά, ξέρουν ότι δεν θα την ξαναβρούν και περιμένουν το ανακουφιστικό τέλος.

Η Γουάλας ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, μεταξύ ρεαλισμού και ονειρικού πλαισίου. Από την κόλαση του στρατοπέδου, με την πείνα και την δυσωδία, ξαφνικά μεταφερόμαστε στον σουρεαλιστικό κόσμο των καταστίχων (ή και ημερολογίων) του νεκρού πλέον ανεφοδιαστή όπου ο Κάτερ προσθέτει δικά του «φιλοσοφικά» ερωτήματα, ή, στα ανεπίδοτα γράμματα στην νεκρή πλέον σύζυγό του Λαβίνια, όπου ο Κάτερ εξιστορεί τα γεγονότα και αναλύει τα οράματά του και τις σκέψεις του, ή σε εικόνες μοναδικής ομορφιάς, όπως η ομίχλη που τυλίγει το καραβάνι που εγκαταλείπει το Οχυρό έχοντας μαζί του, τον Κάτερ και την Άμπιγκέιλ οι οποίοι επιστρέφουν στον «πολιτισμό» και στον ουσιαστικό τους θάνατο.


Είναι ένα μυθιστόρημα για την απώλεια, την αναζήτηση ταυτότητας, την μοναξιά, τα όρια του πολιτισμού, την ανθρώπινη κτηνωδία. Θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι η Wallace (που είχαμε εξίσου εντυπωσιασθεί από τον εξαιρετικό "Χειμώνα" της μερικά χρόνια πριν) δεν αναπτύσσει ιδιαίτερα την πλοκή και η ηρωίδα της η Άμπιγκέιλ παραμένει αινιγματική και μυστηριώδης μέχρι το τέλος, ενώ προϋποθέσεις που καλλιεργούνται με την εντυπωσιακή εισαγωγή του μυθιστορήματος δεν ανταποκρίνονται στο φινάλε που δεν στέκεται στο ίδιο ύψος. Βεβαίως αυτό είναι μια λεπτομέρεια που κάποιους θα ενδιαφέρει και άλλους όχι, διότι το βιβλίο είναι πολύ εντυπωσιακό και γοητευτικό, η ατμόσφαιρα είναι έξοχη και οι χαρακτήρες σε ακολουθούν για καιρό μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης.