Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Αυγούστου 10, 2015 | Permalink
Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή;
Ευτυχώς που γράφονται ακόμα βιβλία σαν το αριστουργηματικό "ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΓΩ ΟΝΟΜΑΖΩ ΛΗΘΗ" ("Ce que j'appelle oubli") του  Γάλλου πεζογράφου Laurent Mauvignier (Τουρ,1967), (Εκδ. Άγρα, μετάφρ. Σπ.Γιανναρά, σελ. 75), κείμενα που δικαιολογούν απόλυτα όλα τα κλισέ που χρησιμοποιούνται απ' εδώ και από εκεί, όπως "γροθιά στο στομάχι" κλπ, βιβλία που αφυπνίζουν τον αναγνώστη και που διαβάζονται απνευστί όχι μόνο για μια φορά αλλά ξανά και ξανά για να συνειδητοποιήσεις τι ακριβώς διάβασες (ή τι ήταν αυτό που σου' ρθε κατακέφαλα).

Μια είδηση που συνήθως, περνάει στα "ψιλά" των εφημερίδων προέτρεψε τον Μωβινιέ να γράψει το συγκλονιστικό βιβλίο του. Ένας άνδρας βρίσκεται νεκρός μέσα σε ένα σουπερμάρκετ μετά από ξυλοδαρμό που υπέστη από την ασφάλεια του καταστήματος. Οι περισσότεροι ούτε καν βλέπουν την είδηση, την προσπερνάνε αδιάφορα, κυρίως δε, όταν ο νεκρός είναι μετανάστης σκούρου χρώματος. Στα ειδησεογραφικά sites από τα οποία ενημερώνονται πλέον οι περισσότεροι, η είδηση ενδέχεται να μην εμφανίζεται μετά από 3-4 ώρες, λόγω της συνεχούς ροής.
Ένας νεαρός έγχρωμος κλέβει μια μπίρα σε ένα Carrefour της Λυόν, το 2009. Συλλαμβάνεται από τους άνδρες της ασφάλειας του καταστήματος, μεταφέρεται στο γραφείο ασφαλείας όπου εκεί, ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου. Αδιανόητο;

"και αυτό που είπε ο εισαγγελέας είναι πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό, πως είναι άδικο να πεθαίνει κανείς για ένα κουτάκι μπίρα που ο τύπος κράτησε στα χέρια του τόσο ώστε να μπορέσουν οι φύλακες να τον κατηγορήσουν για ληστεία και να περηφανεύονται αργότερα πως τον εντόπισαν και τον ξεχώρισαν, εκεί, ανάμεσα στους άλλους που ψώνιζαν, τόσο ώστε εκείνος να αποπειραθεί - έτσι είναι - να προσπαθήσει να τρέξει προς τα ταμεία ή να επιχειρήσει μια χειρονομία αντίστασης, γιατί τότε θα καταλάβαινε για τι ήταν ικανοί οι φύλακες..."

Ένας ανώνυμος αφηγητής μιλάει στον αδερφό του θύματος και του εξιστορεί το γεγονός στο κείμενο του Μωβινιέ. Είναι ουσιαστικά ένας μονόλογος χωρίς διακοπή, θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλο το κείμενο είναι μία πρόταση αφού δεν υπάρχει τελεία. Ο αναγνώστης δεν παίρνει ανάσα, όχι μόνο λόγω της μορφής του κειμένου, αλλά και λόγω του περιεχομένου. Είναι ένας θρήνος και ταυτόχρονα μια καταγγελία.

Η μοναδική ικανότητα του συγγραφέα (και η μεγάλη του "μαγκιά" ταυτόχρονα) είναι η ζωντάνια της αφήγησης. Δεν διαβάζουμε μια απλή καταγραφή του γεγονότος αλλά μια απεικόνιση του σε κινηματογραφικό στυλ και με χρήση μιας "κάμερας-στιλό". Το ίδιο το γεγονός απεικονίζεται υπό διαφορετικές γωνίες, ενώ κάποιες φορές δίνει την εντύπωση μιας εικόνας σε αργή κίνηση, κάτι που τονίζει το δραματικό στοιχείο της "ιστορίας" αλλά και τον παραλογισμό της.

"...δεν αμαυρώνω την εικόνα, σου τ' ορκίζομαι, δεν αμαυρώνω τίποτα, όλα αυτά είναι αλήθεια, όπως σ' τα λέω, κι εσύ κάθεσαι και με κοιτάς σαν μαλάκας, χωρίς ούτε να ξέρεις πόσο αξίζει μια ζωή, το ξέρεις, όχι; δεν το ξέρεις; ε, κατάλαβε λοιπόν ότι εκείνος είχε τον χρόνο να αντιληφθεί την αξία της δικής του, και θα μπορούσε να το πει χωρίς να κινδυνεύει να κάνει λάθος, ούτε να βάλει τα κλάματα γιατί για κείνον ισχύει κι αυτό, πως δηλαδή η εποχή των δακρύων έχει παρέλθει, τον απάλλαξαν απ' αυτά, μα κι από τα γέλια ακόμα, οπότε θα μπορούσε να από κει που είναι να πει, αξίζω, άξιζα, μια ζωή πρέπει να αξίζει κάτι παραπάνω από μια μπίρα, μια εξάδα; μια δωδεκάδα, εικοσιτέσσερις μπίρες, όχι, δεν νομίζεις; είναι πολύ; κι αν γεμίζοντας ένα καρότσι ο εισαγγελέας αποφαινόταν πως αυτή είναι η πραγματική αξία και πως δεν άξιζε παραπάνω;"

Ο Μωβινιέ μας θέτει προ των ευθυνών μας...Πόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή; Πότε ένας θάνατος είναι "δικαιολογημένος" και δεν μας εντυπωσιάζει; Με ένα καφάσι μπίρες ή με ένα κιβώτιο καλό ουίσκι; Ένα εισιτήριο λεωφορείου (για να έρθω στα δικά μας) ή μια δεσμίδα εισιτηρίων; μια βιντεοκάμερα ή πολλές; ένα τελάρο φράουλες ή καμιά δεκαριά κιλά; Το βιβλίο απευθύνεται σε όλους μας που παρασυρμένοι από την καθημερινότητά μας, το αστικό μας βόλεμα προσπερνάμε αδιάφοροι όλα αυτά που μας ενοχλούν (και είναι πολλά).



Δεν μπορείς να γράψεις πολλά ή να φλυαρήσεις γι' αυτό το αξέχαστο κείμενο. Βιβλίο παθιασμένο και συγκινητικό, συγκλονιστικό και μεγαλειώδες το μικρό αυτό τομίδιο των μόλις 60 σελίδων, που συνοδεύεται από ένα υπέροχο και κατατοπιστικότατο επίμετρο του Σπύρου Γιανναρά. Εδώ δεν μιλάμε για "απόλαυση" ή "μυσταγωγία" αλλά για αυτό το είδος της λογοτεχνίας που συνταράζει και δονεί, και που ακολουθεί με ακρίβεια την ρήση του Φραντς Κάφκα για τα βιβλία "που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας".