Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2015
posted by Librofilo at Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 07, 2015 | Permalink
Στον τόπο με τα "χίλια φθινόπωρα"
Όταν ένας από τους αγαπημένους σου συγγραφείς σε απογοητεύει με το τελευταίο του βιβλίο, δύο είναι οι αιτίες: είτε εσύ έχεις αλλάξει, ή το βιβλίο δεν ήταν στο επίπεδο των προηγουμένων του, που είχες λατρέψει. Επειδή δεν διακρίνω και μεγάλες αλλαγές στα γούστα μου, μάλλον το δεύτερο πρέπει να συμβαίνει, γιατί αρκετές ημέρες (καμιά δεκαριά τουλάχιστον) μετά την ανάγνωση του συναρπαστικού και ιδιαίτερα ενδιαφέροντος (μεν,αλλά…) «ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΑ ΤΟΥ ΓΙΑΚΟΜΠ ΝΤΕ ΖΟΥΤ» («The thousand autumns of Jacob de Zoet»), του υπέροχου Βρετανού David Mitchell (Southport,1969), (εκδ.Τόπος, (ωραία και αναλυτική με κατατοπιστικότατες σημειώσεις) μετάφρ. Μ.Ξυλούρη, σελ.575), η αίσθηση που διατηρώ είναι αυτή της πληθωρικής και χορταστικής περιπέτειας, κατάλληλης (ίσως ιδανικής) για κινηματογραφική μεταφορά, που όμως κουράζει με την φλυαρία και την προβλεψιμότητα της ιστορίας που αναπτύσσεται.

Το χρονικό πλαίσιο της ιστορίας που περιγράφει ο Μίτσελ, είναι το τέλος του 18ου και η αρχή του 19ου αιώνα και ο τόπος είναι η Ιαπωνία, που είναι ένα καθαρά φεουδαρχικό κράτος, το οποίο έχει επιλέξει τον απομονωτισμό μετά από αρκετές δεκαετίες ελεύθερου εμπορίου. Οι πύλες προς τον έξω κόσμο έχουν κλείσει και οι μόνοι που δικαιούνται να κάνουν εμπορικές συναλλαγές με τους Σογκούν είναι οι Ολλανδοί και πιο συγκεκριμένα η Ολλανδική Εταιρία Ανατολικών Ινδιών, η οποία με έδρα την Ινδονησία έλεγχε την περιοχή. Στους Ολλανδούς είχε παραχωρηθεί ένα τεχνητό νησί πολύ μικρού μεγέθους, η Ντετζίμα, έξω από το Ναγκασάκι, με το οποίο η επικοινωνία γινόταν μέσω μια στενής γέφυρας – έτσι κι αλλιώς, δεν επιτρεπόταν στους Ευρωπαίους να εισέλθουν στην Ιαπωνική πόλη ή γενικώς σε Ιαπωνικό έδαφος, παρά μόνο μετά από σχετική άδεια, οι Ολλανδοί ήταν πλήρως απομονωμένοι περιμένοντας να έρθει το πλοίο από την Ινδονησία για τις εμπορικές συναλλαγές. Δεν επιτρεπόταν επίσης να μάθουν την Ιαπωνική γλώσσα οπότε ήταν πλήρως εξαρτώμενοι από τους διερμηνείς, οι οποίοι χρησίμευαν ως ο ενδιάμεσος μεταξύ των δύο κοινοτήτων, συνήθως δε απασχολούντο ως κατάσκοποι της Ιαπωνικής πλευράς για να μεταφέρουν τα ενδότερα της ευρωπαϊκής παροικίας.


Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας είναι ο νεαρός Γιάκομπ ντε Ζουτ, που φθάνει στην Ντετζίμα το 1799 με σκοπό να δουλέψει μερικά χρόνια με την προοπτική, να εξασφαλίσει ένα χρηματικό ποσόν ώστε να μπορέσει να παντρευτεί την κοπέλα που έχει αρραβωνιαστεί στην πατρίδα του. Η αποστολή του είναι να ελέγξει τα βιβλία της εταιρίας λόγω των καταγγελιών για διαφθορά από την προηγούμενη διοίκηση του σταθμού. Ο ντε Ζούτ είναι ένας μορφωμένος άνθρωπος, δημοκρατικός και φιλελεύθερος, με ανοιχτά μυαλά, πράος και μάλλον αφελής. Το να βρει την διαφθορά που είναι διάχυτη παντού, είναι κάτι εύκολο γι’αυτόν, όπως όμως και να αποτελέσει σημείο ενδιαφέροντος από τους Ιάπωνες λόγω του χρώματος των μαλλιών του (είναι κοκκινομάλης). Ο ντε Ζουτ λόγω της ακεραιότητάς του και της προσήλωσής του στα καθήκοντά του, σύντομα απομονώνεται από τον περίγυρο των συμπατριωτών του, με τον μόνο με τον οποίο μπορεί να επικοινωνήσει είναι ο γιατρός Μαρίνους, ο οποίος είναι ιδιαιτέρως αρεστός στους ντόπιους, ενώ διδάσκει και κάποιους προικισμένους μαθητές, ιατρική.
Ανάμεσα στους μαθητές του, βρίσκεται και η Ορίτο, η οποία ασκεί το επάγγελμα της μαίας με μεγάλη επιτυχία, στην αρχή δε του βιβλίου σώζει το νόθο νεογέννητο του Σογκούν της περιοχής – επιτυχία που της «άνοιξε την πόρτα» των μαθημάτων του Μαρίνους, όπου τυπικά γυναίκα απαγορευόταν να παρακολουθήσει. Η Ορίτο είναι όμορφη, μορφωμένη, έξυπνη αλλά κουβαλάει ένα μεγάλο σημάδι στο πρόσωπο που την παραμορφώνει. Ο ντε Ζουτ γοητεύεται από εκείνη αλλά οι ερωτικές (γενικώς οι οποιεσδήποτε) σχέσεις μεταξύ Ευρωπαίων και Ιαπώνων απαγορεύονται (εκτός από αυτές του πληρωμένου έρωτα, γι’αυτό και οι Ολλανδοί είχαν παλλακίδες να τους συντροφεύουν), δεν υπήρχε περιθώριο λοιπόν για πολλά-πολλά μεταξύ των δυο τους. Δυστυχώς για τον ντε Ζουτ, δεν ήταν ο μοναδικός ενδιαφερόμενος για την Ορίτο, η οποία είχε προσελκύσει την προσοχή ισχυρών ανδρών της περιοχής. Η εξέλιξη της ιστορίας θα είναι δραματική, θα έχει ανατροπές και αγωνία, ενώ τα προβλήματα του νεαρού Ολλανδού θα αυξηθούν με την αλλαγή στην διοίκηση του σταθμού αλλά και στις αλλαγές που γίνονται στην Ευρώπη και ο αντίκτυπος τους δεν θα αργήσει να καταφθάσει στην Ιαπωνία.

Βασική πηγή του βιβλίου, όπως αναφέρει η μεταφράστρια Μαρία Ξυλούρη στο κατατοπιστικότατο επίμετρο της πολύ φροντισμένης έκδοσης, που δημοσιεύεται στο τέλος του βιβλίου, είναι τα απομνημονεύματα του Hendrick Doeff (1764-1837), στον χαρακτήρα του οποίου βασίζεται ο χαρακτήρας του κεντρικού ήρωα Γιάκομπ ντε Ζουτ. Ο Ντουφ παρέμεινε στη Νετζίμα από το 1799 έως το 1817 και διοίκησε το εμπορικό πρακτορείο εκεί από το 1803 έως το 1817.

Το συναίσθημα της ασφυξίας κυριαρχεί στην ατμόσφαιρα του βιβλίου. Όλοι βρίσκονται απομονωμένοι, οι Ιάπωνες λόγω της πολιτικής τους (η οποία θα διαρκέσει μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα) που τους έχει οδηγήσει σε εσωστρέφεια και οπισθοδρόμηση, οι Ολλανδοί λόγω της ουσιαστικής χρεωκοπίας της εταιρίας Ανατολικών Ινδιών θα βρεθούν απλήρωτοι και ουσιαστικά «άστεγοι» ενώ ο Αγγλικός στόλος πλησιάζει καθώς οι Βρετανοί εποφθαλμιούσαν από καιρό τις εμπορικές κατακτήσεις των Ολλανδών. Είναι η περίοδος των Ναπολεόντειων πολέμων, η σε παρακμή Ολλανδία κατακτάται από τους Γάλλους και γίνεται έρμαιο του πολέμου της Βρετανίας με την Γαλλία, όλα αλλάζουν, μόνο η Ιαπωνία, βρίσκεται σε μια φαινομενική αταραξία με τους διάφορους τοπικούς Σογκούν να παίζουν παιχνίδια εξουσίας και διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα.

Οι πολιτιστικές αντιθέσεις, το ανεξερεύνητο και το μυστήριο της γοητευτικής Ιαπωνίας, οι ατελείωτοι κανόνες και δεσμεύσεις, τα συνεχή τελετουργικά είναι πολύ σαγηνευτικά. Ο Μίτσελ χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τριτοπρόσωπη αφήγηση ενώ ακολουθείται μια γραμμικότητα στην ροή, είναι σίγουρα το πιο «συμβατικό» από τα βιβλία του. Ως ατμόσφαιρα μοιάζει με τα μυθιστορήματα του Κόνραντ ενώ η κλειστοφοβική ατμόσφαιρα φέρνει στο νου, Ουμπέρτο Έκο και Ντίνο Μπουτζάτι. Ως περιπέτεια είναι συναρπαστική και διαβάζεται με μεγάλη ευκολία μόνο που κάπου στέκεσαι και λες ότι τα έχεις ξαναδιαβάσει αυτά ή τουλάχιστον τα έχεις δει στο σινεμά.


Ως πρώτη γνωριμία με το έργο του προικισμένου (και σίγουρα μέσα στην πρώτη πεντάδα των Βρετανών συναδέλφων του), συγγραφέα θα το σύστηνα ανεπιφύλακτα αλλά γενικότερα δεν νομίζω ότι μπορεί να σταθεί δίπλα στο αριστουργηματικό «Ο άτλας του ουρανού» ή στον υπέροχο «Μαύρο κύκνο» του ιδίου. Η φλυαρία και η εμμονή στην λεπτομέρεια (ίσως δείγμα της τεράστιας έρευνας για την εποχή που έχει κάνει ο συγγραφέας και φαίνεται), αφαιρούν από την απόλαυση του βιβλίου που θα ήταν πολύ καλύτερο αν ήταν μικρότερο και πιο σφιχτοδεμένο, κάποιοι χαρακτήρες έχουν πολύ ενδιαφέρον, άλλοι είναι μονοδιάστατα καλοί ή κακοί, υπάρχει διάχυτη η ειρωνία και το χιούμορ (χαρακτηριστικά στο έργο του Μίτσελ) αλλά γνωρίζεις καλά ότι προτιμάς να θυμάσαι τα άλλα βιβλία του συγγραφέα και να το ξεχάσεις γρήγορα.