Πέμπτη, Δεκεμβρίου 17, 2015
posted by Librofilo at Πέμπτη, Δεκεμβρίου 17, 2015 | Permalink
Για το «Αμερικανικό ειδύλλιο»
Η απόφαση (άσχετα με την αιτία που την προκαλεί) να ξαναδιαβάσεις ένα βιβλίο (που σε είχε γοητεύσει τόσο πολύ τότε), μετά από 16 χρόνια, εμπεριέχει ένα είδος περιέργειας ή και «φόβου» για την αίσθηση που θα σου αφήσει αυτή η νέα ανάγνωση. Δεν είσαι πια ο ίδιος άνθρωπος, οι βιβλιοφιλικές σου προτιμήσεις μπορεί να μην έχουν αλλάξει, έχουν όμως διαφοροποιηθεί καθώς νέες συγγραφικές φωνές έχουν έρθει στο προσκήνιο, ο κόσμος γύρω σου έχει αλλάξει, η ίδια η ζωή σου έχει αλλάξει.

Πρωτοδιάβασα το «ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ» («AMERICAN PASTORAL»), αυτό το magnum opus του μεγάλου Philip Roth (Νιούαρκ 1933), (Εκδ. Πόλις, μετάφρ. Τ.Παπαϊωάννου, (εξαιρετικό) επίμετρο Σ.Τριανταφύλλου, σελ.564), το 1999 όταν είχε πρωτοεκδοθεί στην χώρα μας. Με είχε καταγοητεύσει και το θεωρούσα ίσως το καλύτερο του βιβλίο. Αρκετά χρόνια μετά και με καμιά δεκαριά ακόμα βιβλία του Ροθ (ίσως και περισσότερα) στο αναγνωστικό μου οπλοστάσιο, η επανάγνωση του ογκώδους αυτού μυθιστορήματος αποτέλεσε μια αλησμόνητη υπέροχη εμπειρία γιατί είδα το βιβλίο από άλλη ματιά, περισσότερο ώριμη (πιστεύω) και συνειδητοποίησα την ιδιαιτερότητά του μέσα στο συνολικό έργο του Ροθ, την δυναμική του αλλά και την απαράμιλλη γοητεία του.

Το «Αμερικανικό ειδύλλιο» αποτελεί ένα νησί αυτόνομο και μοναχικό στον βιβλιογραφικό ωκεανό των έργων του Φίλιπ Ροθ. Διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα μυθιστορήματα ή νουβέλες του κυρίως χάρη στον ήρωά του, έναν πρωταγωνιστή διαφορετικό από αυτούς που έχει σε πρώτο πλάνο ο συγγραφέας στα βιβλία του.

Ο «Σουηδός» όπως είναι το παρατσούκλι του Σίμουρ Λιβόβ, ήρωα του μυθιστορήματος, είναι ο ιδανικός Αμερικανός, πρώτος στα αθλήματα, ψηλός και γοητευτικός με κατάξανθα μαλλιά (εξ ου και το παρατσούκλι), διαδέχεται τον πατέρα του στο εργοστάσιο γαντιών και το μεγαλώνει επεκτείνοντάς το με μια μονάδα στο Πουέρτο Ρίκο. Παντρεύεται την «τέλεια» κοπέλα, μια καθολική κουκλίτσα που είχε αναδειχθεί «Μις Νιου Τζέρσι» και φέρνουν στον κόσμο ένα πανέξυπνο κοριτσάκι την Μέρι. Ζουν σε ένα παλιό πέτρινο σπίτι, στην εξοχή, μέσα σε ένα κτήμα 40 στρεμμάτων και όλα μοιάζουν ειδυλλιακά, ώσπου η Μέρι θα μπει στην εφηβεία με πολλά προβλήματα συμπεριφοράς τα οποία ο Σουηδός αντιμετωπίζει με την  καρτερία και την ψυχραιμία που τον χαρακτηρίζουν ως άνθρωπο. Όταν όμως η Μέρι στα 16 της θα ανατινάξει το τοπικό ταχυδρομείο, σκοτώνοντας έναν πολίτη που πήγε να ταχυδρομήσει ένα γράμμα η ζωή τους από τη μια στιγμή στην άλλη θα αλλάξει με ανυπολόγιστες συνέπειες. Τι έφταιξε και καταστράφηκε η οικογένεια; Ποιος φταίει που η Μέρι έγινε τρομοκράτισσα; Τι λάθος έχουν κάνει οι Λιβόβ; Τα ερωτήματα αυτά που διαπερνάνε την ραχοκοκαλιά του βιβλίου θα μείνουν εν πολλοίς αναπάντητα.

Στο αριστούργημα αυτό του Ροθ, μια ανατομία και καταγραφή του «Αμερικανικού ονείρου» και του «Αμερικανού ήρωα», ο σχεδόν μόνιμος αφηγητής στα βιβλία του και (λογοτεχνικό) alter ego του, ο συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν περιορίζεται σε δεύτερο ρόλο. Ο Σουηδός είναι ο ήρωας της παιδικής του ηλικίας στο σχολείο και στην μικρή πόλη του Νιούαρκ και έτσι, καθώς ο Ζούκερμαν που ήταν συμμαθητής με τον αδερφό του Σίμουρ, τον Τζέρι πηγαίνει συχνά σπίτι τους, και παρατηρεί τα κόμικς και τα βιβλία που διαβάζει ο Σίμουρ, βλέπει τις φωτογραφίες που είναι κρεμασμένες στους τοίχους του σπιτιού η γοητεία που ασκεί ο ψηλός και ξανθός νεαρός στον μικρό Νέιθαν είναι τεράστια. Ο Σίμουρ δεν είναι μόνο ο ήρωας του Ζούκερμαν αλλά όλης της μικρής πόλης – πρώτος στα αθλήματα, πρώτος παντού, θα αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση με απόλυτη επιτυχία. Αυτή η εικόνα του Σουηδού θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό του Ζούκερμαν, οπότε όταν πληροφορείται από τον Τζέρι - τον παλιό του συμμαθητή, που αποστασιοποιημένος από την οικογένεια Λιβόβ, είναι επιτυχημένος γιατρός στο Μαϊάμι -, ότι ο Σουηδός απεβίωσε και ότι δεν έζησε την τόσο «ειδυλλιακή» και αδιάφορη ζωή που εκείνος νόμιζε, βασανισμένος από την πορεία και την εξαφάνιση της κόρης του Μέρι, ο Ζούκερμαν θα καταλάβει ότι κάτω από την βιτρίνα, γυαλιστερή και απαστράπτουσα μπορεί να υπάρχει κόλαση και λάβα, στενοχώρια και δράμα.

Στο μυθιστόρημα παρακολουθούμε σε εξαντλητικό βαθμό την οικογένεια του Σουηδού, κυρίως όμως ο Ροθ επικεντρώνεται στην σχέση του πατέρα και της κόρης. Όταν η Μέρι κάνει την επανάστασή της βρισκόμαστε στο τέλος της δεκαετίας του 60, οι αντιδράσεις για τον πόλεμο στο Βιετνάμ πληθαίνουν και διογκώνονται, ενώ οι επαναστατικές οργανώσεις γίνονται όλο και περισσότερες, στις οποίες συμμετέχουν παιδιά μορφωμένα και αστικών ή μεγαλοαστικών οικογενειών. Η Αμερική αλλάζει και αυτήν την μετάλλαξη περιγράφει ο Ροθ μέσα από την ιστορία αυτής της «ιδανικής» οικογένειας που απροετοίμαστη και ανύποπτη βλέπει την χιονοστιβάδα των αλλαγών να πέφτουν στο κεφάλι της.

«Το ότι οι άνθρωποι ήταν πολυσχιδή πλάσματα δεν ήταν έκπληξη για τον Σουηδό, όσο κι αν τον σόκαρε πάντα λιγάκι το να το συνειδητοποιεί ακόμα μια φορά όταν κάποιος τον απογοήτευε. Αυτό που του φαινόταν περίεργο ήταν το πώς οι άνθρωποι εξαντλούσαν τον εαυτό τους, εξαντλούσαν την όποια πάστα από την οποία ήταν φτιαγμένοι και, αδειασμένοι πια από τον εαυτό τους, μεταβάλλονταν σ’ εκείνο το είδος ανθρώπων, για τους οποίους οι ίδιοι δεν αισθάνονταν κάποτε παρά μονάχα οίκτο. Λες και, μόλο που η ζωή τους ήταν πλούσια και γεμάτη, είχαν σιχαθεί τον εαυτό τους και δεν έβλεπαν την ώρα ν’ απαλλαγούν από την πνευματική και σωματική τους υγεία κι από κάθε αίσθηση μέτρου ώστε να κατρακυλήσουν σ’αυτό τον άλλον εαυτό, τον αληθινό, που ήταν μια πέρα για πέρα αυταπατώμενη νούλα. Λες και το να βρίσκεσαι σε αρμονία με τη ζωή ήταν κάτι το τυχαίο που δεν μπορούσε μερικές φορές να συμβεί στον τυχερό νέο, αλλά κατά τα άλλα ήταν κάτι για το οποίο οι άνθρωποι δεν είχαν καμιά απολύτως κλίση. Τι παράξενο. Και τι παράξενος που φάνταζε στα ίδια του τα μάτια όταν σκεφτόταν πως αυτός, που θεωρούσε ανέκαθεν ότι είχε την ευτυχία να συγκαταλέγεται στους αναρίθμητους ανοχύρωτους φυσιολογικούς ανθρώπους, μπορεί στην ουσία να ήταν μια ανωμαλία, ξένος ως προς την πραγματική ζωή επειδή ακριβώς είχε τόσο γερές ρίζες.»

Ο Σίμουρ Λιβόβ, αυτός ο κομψός και σικάτος «Σουηδός», που θέλει να γίνει κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είναι, ενσαρκώνει τον αγνό και κάπου αφελή Αμερικανό, με τις καλές προθέσεις, που χτυπημένος από την μοίρα νιώθει αδύναμος (για πρώτη φορά στη ζωή του), απροετοίμαστος και αδυνατεί να καταλάβει το γιατί. Θα νικηθεί από το κακό, από την αδικία που θα του συμβεί σε όλα τα επίπεδα, η κόρη του θα εξαφανιστεί, το Νιούαρκ όπου είχε το εργοστάσιο του θα παρακμάσει μετά τις μεγάλες ταραχές, η αστραφτερή του σύζυγος θα τον προδώσει και δεν θα είναι μόνο αυτή. Όλα τριγύρω του θα αλλάξουν και μπορεί η ζωή του εξωτερικά να συνεχίζει να φαίνεται ωραία, αλλά εσωτερικά θα έχει διαλυθεί.

«…Και ύστερα όλα αλλάζουν και η ζωή γίνεται αφόρητη. Τίποτα δεν χαμογελάει σε κανέναν. Ποιος μπορεί να προσαρμοστεί τότε; Εδώ έχουμε κάποιον που δεν είναι καν προετοιμασμένος για να ζήσει μέτρια, πως λοιπόν να προσαρμοστεί στη ζωή που γίνεται αφόρητη; Αλλά ποιος είναι προετοιμασμένος για το αφόρητο που του μέλλεται; Ποιος είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία και το ακατανόητο του πόνου; Κανείς. Η τραγωδία του ανθρώπου που δεν είναι προετοιμασμένος για την τραγωδία – αυτή είναι η τραγωδία του καθενός.
Κοίταζε την ίδια του την ζωή απ’έξω. Όλη του τη ζωή πάλευε να θάψει αυτή την ιστορία. Αλλά πως;
Ουδέποτε στη ζωή του είχε την ευκαιρία να αναρωτηθεί: “Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι;” Γιατί να μπει στον κόπο, αφού, έτσι όπως ήταν, ήταν τέλεια; Γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι; Ιδού το ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση· και ως τότε ήταν τόσο τυχερός που δεν ήξερε καν ότι το ερώτημα υπήρχε.»

Εξαιρετικοί δευτερεύοντες χαρακτήρες υπάρχουν στο βιβλίο, χαρακτήρες που μένουν βαθιά χαραγμένοι στη μνήμη. Η μυστηριώδης φίλη της Μέρι, Ρίτα Κοέν, ένα μικροσκοπικό κορίτσι που ενσαρκώνει το απόλυτο κακό, ο πατέρας του Σουηδού, ο καταπιεστικός και αυταρχικός Λου Λιβόβ, ο αδερφός του Σουηδού, ο Τζέρι με τον οποίον είχε τη μια και μοναδική ουσιαστική συζήτηση όταν αδύναμος προσέτρεξε σ’αυτόν μετά την μοναδική συνάντηση που είχε με την Μέρι αλλά και άλλοι.

Ο Ροθ βάζει στο μικροσκόπιο την χώρα του που μεταλλάσσεται στην ταραγμένη δεκαετία 65-75, την πόλη που γεννήθηκε, το Νιούαρκ που μετατρέπεται από ανθηρή πόλη-δορυφόρο της Νέας Υόρκης, που από ήσυχη και οικογενειακή/μικροαστική πόλη, παρήκμασε και ερήμωσε, την αστική οικογένεια, που θέλει να διατηρεί κάτω από το χαλί τα προβλήματά της και τις νευρώσεις της, την εβραϊκή κοινότητα με τις αρχές της, από την οποία προσπαθούν να ξεφύγουν τα δύο αδέρφια Λιβόβ – ο Σίμουρ νυμφευόμενος μια Καθολική κοπέλα και αγοράζοντας μια έπαυλη μακριά από την πόλη του, ο Τζέρι (με μεγαλύτερη επιτυχία θα κάνει τη ρήξη) εγκαταλείποντας πόλη, γονείς, οικογενειακή υποκρισία, ζώντας στο Μαϊάμι αλλάζοντας συζύγους. Όλα ανατρέπονται, όλα όμως επιφανειακά παραμένουν τα ίδια, σαν το δείπνο στο σπίτι των Λιβόβ, το οποίο κλείνει το μυθιστόρημα, κάπου 150 μαγικές σελίδες που θα μπορούσαν να αποτελούν μιαν αυτόνομη νουβέλα πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις με τις οποίες ολοκληρώνεται αυτό το επικό βιβλίο.


Το «Αμερικανικό ειδύλλιο» είναι ένα αριστούργημα, ένα μυθιστόρημα μεγάλης πνοής, και το οποίο αποτελεί τομή όχι μόνο στο έργο του τεράστιου αυτού συγγραφέα αλλά και για την Αμερικανική λογοτεχνία στο σύνολό της. Υπάρχουν μέσα του σελίδες ύψιστης λογοτεχνικής μαγείας και εκπληκτικής εμμονής στη λεπτομέρεια (οι σελίδες με την επίσκεψη της Ρίτας Κοέν στο εργοστάσιο γαντιών είναι μοναδικές μέσα στην εξαντλητική τους αναλυτικότητα ή οι σελίδες για το δείπνο) που μπορεί να κουράζουν τους αναγνώστες που επιθυμούν έντονη δράση αλλά που την ίδια στιγμή θα τους μείνουν αξέχαστες. Είναι ένα βιβλίο που στέκεται από μόνο του στην χρυσή βίβλο της Παγκόσμιας λογοτεχνίας, και που μόνο αυτό να είχε γράψει ο Ροθ θα αρκούσε να τον κατατάξει στους πολύ μεγάλους δημιουργούς. Είμαι ευτυχής που μου δόθηκε η ευκαιρία να το ξαναδιαβάσω σε ώριμη ηλικία διότι μόνο τώρα (νομίζω ότι) το κατανόησα σε βάθος.


Υ.Γ. Το «Αμερικανικό ειδύλλιο» θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο εντός του προσεχούς έτους. Σκηνοθέτης και βασικός πρωταγωνιστής ο Ewan McGregor, στον ρόλο της Ντόουν η (πάντα καλή) Jennifer Connely και στον ρόλο της Μέρι η ανερχόμενη Dacota Fanning. Αναμένω με μεγάλη περιέργεια.