Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 06, 2016 | Permalink
Καναδάς
Εάν μιλήσουμε για σπουδαία βιβλία, τότε θα πρέπει να συμπεριλάβουμε και μερικά μυθιστορήματα του μεγάλου Αμερικανού συγγραφέα Richard Ford (Τζάκσον, Μισσισσιππή 1944) μέσα σ'αυτά. Και σίγουρα ο εκπληκτικός “ΚΑΝΑΔΑΣ” ("Canada"), (Εκδ.Πατάκη, μετάφρ. Θ.Σκάσσης, σελ.557) δεν θα λείπει από τη λίστα. Ένα εντελώς “Αμερικανικό” (παρ'ότι ο τίτλος του αναφέρεται στην γειτονική τους χώρα) σαγηνευτικό "μυθιστόρημα μαθητείας" (“bildungsroman”) και νοσταλγίας, εύθραυστο και συναισθηματικό που αναδεικνύει όλα τα χαρίσματα και τις αρετές αυτού του μεγάλου αφηγητή.

Ο Φορντ φροντίζει να μας εισάγει στην ιστορία, χωρίς πολλά πολλά, από την πρώτη συγκλονιστική του παράγραφο.
“Θα μιλήσω πρώτα για τη ληστεία που διέπραξαν οι γονείς μας. Στη συνέχεια, για τους φόνους, που έγιναν αργότερα. Το πιο σημαντικό είναι η ληστεία, γιατί αυτή έκανε τη ζωή μου, καθώς και τη ζωή της αδελφής μου να πάρουν τον δρόμο που τελικά πήραν. Αν δεν ειπωθεί αυτό πρώτα, τα υπόλοιπα δεν θα βγάζουν νόημα.
Οι γονείς μας ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που θα περίμενε κανείς να ληστέψουν μια τράπεζα. Ούτε αλλόκοτοι άνθρωποι ήταν ούτε εμφανώς εγκληματίες. Κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατέληγαν έτσι όπως κατέληξαν. Ήταν δυο συνηθισμένοι τύποι – αν και από τη στιγμή που λήστεψαν την τράπεζα, αυτού του είδους η αντιμετώπιση δεν είχε, φυσικά, κανένα αντίκρυσμα πια.”

Το βιβλίο είναι ουσιαστικά χωρισμένο σε δύο μέρη σχετικά αυτόνομα μεταξύ τους όπου στο τέλος, στο τρίτο μέρος υπάρχει η σύνδεση των δύο εποχών στη ζωή του αφηγητή Ντελ Πάρσονς, όταν ο μυθιστορηματικός χρόνος έρχεται στο σήμερα.
Στο πρώτο μέρος (που εκτείνεται ως τη μέση του βιβλίου), ο 15άχρονος Ντελ που ζεί το 1960, σε μια μικρή πόλη της Μοντάνα με την δίδυμη αδερφή του Μπέρνερ (η οποία έχοντας γεννηθεί μερικά λεπτά νωρίτερα, θεωρεί τον εαυτό της, ως μεγαλύτερη) θα βιώσει την πιο τραγική εμπειρία της ζωής του όταν οι δύο γονείς του συλλαμβάνονται από την τοπική αστυνομία ως ένοχοι ληστείας μιας τράπεζας σε μια πόλη της Β.Ντακότα. Ο Μπεβ και η Νίβα Πάρσονς (ονόματα λες και βγήκαν από κόμικ), αποτελούσαν χαρακτηριστικό δείγμα "ανθρώπων της διπλανής πόρτας" (όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους, που δεν τους προσέχουμε πολύ πολύ). Εκείνος ήταν ένας εντυπωσιακός άνδρας, καταφερτζής και αφελής, υπαξιωματικός της Αεροπορίας που η μετάθεση του στη Μοντάνα έμελλε να είναι και η τελευταία του, αφού μπλέχτηκε σε μια παράνομη δουλειά αγοράς κρέατος για την Βάση από τους ντόπιους Ινδιάνους και αποτάχθηκε βγαίνοντας στη σύνταξη. Εκείνη, πολύ κοντή και μάλλον ασχημούλα, καταγόμενη από εβραϊκή οικογένεια, ευαίσθητη και σιωπηλή, ήρεμη με μια φλόγα να καίει μέσα της, που έγραφε ποιήματα και κρατούσε ημερολόγιο, γοητεύθηκε από τον πανύψηλο και όμορφο Μπεβ, έμεινε αμέσως έγκυος και τον ακολουθούσε στις μεταθέσεις του.
Ο Μπεβ μετά την αναγκαστική του αποστράτευση, προσπαθεί να κάνει διάφορες δουλειές ως Πωλητής αυτοκινήτων και οικοπέδων με ελάχιστη επιτυχία. Μπλέκει πάλι σε μια παράνομη δουλειά με τα κρέατα των Ινδιάνων και βρίσκεται να τους χρωστάει γύρω στα 2000 δολάρια. Απεγνωσμένος καταφεύγει χωρίς να το σχεδιάσει ιδιαίτερα στην ληστεία μιας μικρής επαρχιακής τράπεζας, όπου την πραγματοποιεί με την συνδρομή (ως οδηγού) της Νίβα, κλέβοντας τελικά ένα μικροποσό. Οι δράστες θα συλληφθούν και τα δύο παιδιά θα μείνουν σπίτι περιμένοντας την Πρόνοια. Η μητέρα τους όμως είχε προνοήσει, τα παιδιά να τα πάρει μια φίλη της και να τα μεταφέρει στον Καναδά, η ιστορία που θα κυριαρχήσει στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η Μπέρνερ την κοπανάει από το σπίτι και έτσι μόνο ο Ντελ θα καταφύγει στον Καναδά, σε μια μικρή πόλη της επαρχίας του Σασκατουάν, όπου θα φιλοξενηθεί από τον Άρθουρ Ρέμλινγκερ έναν αινιγματικό και ιδιόρρυθμο τύπο, ιδιοκτήτη ενός κακόφημου ξενοδοχείου, ο οποίος θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή του. Ο έφηβος Ντελ θα ζήσει πάλι μια κόλαση, αλλά θα βγει ωριμότερος και πιο δυνατός.


Τα μικρά δράματα της καθημερινής ζωής απασχολούν τον Φορντ και κυριαρχούν στο έργο του,που είναι γεμάτο από λογοτεχνικά διαμάντια (όπως τα αριστουργηματικά "Ο αθλητικογράφος", και " Η χώρα όπως είναι"). Εάν κάποιος ζητάει δράση και αστυνομικό σασπένς (που θα μπορούσε αφού υπάρχει ληστεία τράπεζας στο πρώτο μέρος και στυγερός φόνος στο δεύτερο μέρος), δεν θα τα βρει στο παρόν βιβλίο. Η αφήγηση είναι αργή και στοχαστική, εσωτερική και υποκειμενική μέσα από τα μάτια του αποπροσανατολισμένου έφηβου που είναι ο Ντελ όταν συμβαίνουν όλα αυτά τα ανατριχιαστικά γεγονότα στη ζωή του.

"Έχω διαβάσει ότι η μοναξιά είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια μεγάλη ουρά, περιμένοντας να φτάσεις στο κεφάλι, όπου σου έχουν υποσχεθεί ότι θα σου συμβεί κάτι καλό. Μόνο που η ουρά δεν προχωράει καθόλου, ενώ άλλοι άνθρωποι έρχονται διαρκώς και μπαίνουν μπροστά από εσένα, και το κεφάλι όπου θες να βρεθείς, όλο και απομακρύνεται, ώσπου παύεις να πιστεύεις ότι έχει κάτι να σου προσφέρει."

Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για τις επιπτώσεις της ενέργειας των γονέων στα δύο παιδιά (κυρίως βέβαια στον αφηγητή), τι συμβαίνει στη ψυχοσύνθεση τους των 15 χρόνων, τι γίνεται μετά, και, πως αυτό το τραγικό γεγονός καθορίζει την υπόλοιπη ζωή τους. Ο Φορντ παρατηρεί την οικογενειακή ζωή, των καθημερινών αμερικανών της επαρχίας σαν κάποιος που στέκεται έξω από ένα παράθυρο, σαν ζωγράφος του ύφους American nighthawk (της σχολής του Edward Hopper δηλαδή), όπως κάνει και μια από τις ηρωίδες του βιβλίου του, η ζωγράφος (και πολλά άλλα) Φλόρενς που σε μια καθοριστική σκηνή του μυθιστορήματος, εξηγεί στον αποσβολωμένο (με τα θέματά της) Ντελ ότι "η ζωή μας δίνεται άδεια κι εμείς πρέπει να επινοήσουμε το κομμάτι της ευτυχίας".

Στο βιβλίο ουσιαστικά μας αφηγούνται δύο φωνές, του Ντελ όταν είναι 15άχρονος και του Ντελ που πλησιάζει στο φινάλε της ζωής του, όταν πενήντα χρόνια αργότερα θα επισκεφτεί την ετοιμοθάνατη Μπέρνερ στη Μιννεάπολη. Εάν η πρώτη φωνή του έφηβου είναι γεμάτη απορία και ερωτήματα, η φωνή του ηλικιωμένου Ντελ είναι νοσταλγική και στοχαστική.

Ο Φορντ αποδεικνύει για άλλη μια φορά, πόσο μεγάλος συγγραφέας είναι, καθώς η αφήγησή του είναι καθηλωτική μέσα στην υπέροχη λυρικότητά της, και τον αργό σαγηνευτικό ρυθμό που δεν κουράζει, αλλά υπνωτίζει τον αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να αφεθεί στη μαγεία των εκπληκτικών σκηνών που διαδέχονται η μία την άλλη, κυρίως στο δεύτερο μέρος με την εμφάνιση του Φιτζεραλντικού χαρακτήρα του γοητευτικού απατεώνα Άρθουρ Ρέμλινγκερ, ντυμένου με τα πιο αλλοπρόσαλλα ρούχα μέσα στην ερημιά των Καναδικών τοπίων - η εγκαταλελειμένη και καταθλιπτική γη του Καναδά είναι ένας ακόμα πρωταγωνιστής σ'αυτό το μυθιστόρημα.

"Ίσως τελικά η μόνη πραγματική διαφορά του ενός τόπου από τον άλλον να είναι αυτό ακριβώς: το τι θεωρείς για τους ανθρώπους του και τι διαφορά σού δημιουργεί εσένα αυτή η σκέψη."

Ο "Καναδάς" είναι ένα στοχαστικό και ελεγειακό μυθιστόρημα που η απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωσή του είναι μοναδική. Οι χαρακτήρες που το απαρτίζουν είναι μοναδικοί, καθώς ο συγγραφέας "πιάνει" όλα τα συναισθήματα, τα νεύματα, τις σιωπές τους σε ένα μοναδικό βιβλίο ενηλικίωσης (με την κυριολεκτική έννοια του πολυχρησιμοποιημένου όρου), που περισσότερο το αισθάνεσαι καθώς μπαίνει μέσα σου και σε ακολουθεί για καιρό.