Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2017 | Permalink
Η ώρα του Αστεριού
“Αυτή η ιστορία λαμβάνει χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και δημόσιας συμφοράς” γράφει η Βραζιλιάνα (Ουκρανικής καταγωγής) συγγραφέας Clarice Lispector (1920-1977), στην εισαγωγή της εξαιρετικής νουβέλας της, με τίτλο “Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΙΟΥ” (“A hora da Estrella”) - (εκδ. Αντίποδες, μετάφρ. Μ.Χατζηπροκοπίου, επίμετρο Έλεν Σιξού, σελ. 146). Μια νουβέλα που έμελλε να είναι η τελευταία που εξέδωσε εν ζωή, η σπουδαία αυτή συγγραφέας και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα έργα της. Μια νουβέλα αυτοαναφορική και ιδιαίτερη που είτε τη λατρεύεις, είτε την απορρίπτεις· μέση οδός δεν υπάρχει.

Η “Ώρα του αστεριού” (λογοτεχνία με Λ κεφαλαίο), θα μπορούσε να έχει 13 τίτλους, τους παραθέτει όλους στην αρχή του βιβλίου η συγγραφέας – ανάμεσά τους και το ονοματεπώνυμό της, ως τίτλος, σαν σημάδι, σφραγίδα, όπως θέλεις πες το, και στην δεύτερη σελίδα της ιστορίας, η επισήμανση: ο συγγραφέας που θα είναι ο αφηγητής της νουβέλας, “θα έπρεπε να είναι άντρας γιατί γυναίκα συγγραφέας μπορεί να αρχίσει τις γλυκανάλατες κλάψες”.

Ο αναγνώστης αφήνεται να επιλέξει όποιον τίτλο θέλει: “Δικό μου το φταίξιμο – Η ώρα του αστεριού – Να τα βγάλει πέρα μόνη της – Το δικαίωμα στην κραυγή – Clarice Lispector - .Ως προς το μέλλον – Θρηνητικό μπλουζ – Αυτή δεν ξέρει να κραυγάζει – Μια αίσθηση απώλειας – Σφύριγμα στον σκοτεινό άνεμο – Δεν μπορώ να κάνω τίποτα – Καταγραφή προηγηθέντων γεγονότων – Δακρύβρεχτο μελό – Βγαίνοντας διακριτικά από την πίσω πόρτα”. Μοιάζουν με τίτλους ποιημάτων του Ν.Δ.Καρούζου που πολλές φορές αποτελούν ένα ποίημα από μόνοι τους και στο κάτω-κάτω, τι σημαίνει ένας τίτλος; Το ερώτημα τίθεται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου, από τον αφηγητή αλλά και από τον αναγνώστη.

Είναι μια ιστορία μπανάλ, κοινότοπη όσο δεν παίρνει. Η ζωή μιας ασήμαντης γυναίκας, μιας πάμπτωχης κοπέλας από την επαρχία που προσπαθεί να ζήσει αξιοπρεπώς στη μεγάλη πόλη (στην συγκεκριμένη περίπτωση, στο Ρίο ντε Τζανέιρο). Η Μακκαμπέα με “όνομα βαρύ σαν ιστορία”, δεν έχει μόρφωση, δεν έχει εμφάνιση, δεν έχει δυνατή προσωπικότητα. Είναι αφελής και αμόρφωτη, αλλά έχει δίψα για ζωή. Ζει με άλλες 4 κοπέλες σε ένα ταπεινό δωμάτιο και εργάζεται ως δακτυλογράφος σε μια επιχείρηση, χωρίς όμως να τα καταφέρνει καλά, γι' αυτό και πρόκειται να απολυθεί. Ακούει στον ελεύθερο χρόνο της το “Ράδιο ρολόι” που μεταδίδει διάφορες χρήσιμες ή παντελώς άχρηστες πληροφορίες εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου. Ευαίσθητη και τρυφερή, με μια σεξουαλικότητα που εκδηλώνεται υποδόρια, προσπαθώντας να βρει διέξοδο. Αποπειράται να κάνει μια σχέση με έναν αλητάκο, αλλά ούτε κι εκεί τα καταφέρνει. Ονειρεύεται πως θα γίνει όμορφη και πλούσια αλλά δεν ξέρει τον τρόπο, δυστυχώς γι' αυτήν δεν θα τον μάθει ποτέ.

“Με την ιστορία αυτή θα ευαισθητοποιηθώ, και ξέρω καλά πως κάθε μέρα είναι μέρα κλεμμένη από το θάνατο. Δεν είμαι διανοούμενος, γράφω με το σώμα. Και αυτό που γράφω είναι υγρή ομίχλη. Οι λέξεις είναι ήχοι μεταγγισμένοι από σκιές που διασταυρώνονται ανόμοιες, σταλακτίτες, δαντέλα, μετουσιωμένη μουσική εκκλησιαστικού οργάνου. Σχεδόν δεν τολμώ να κραυγάσω λέξεις σ' αυτό το παλλόμενο πλούσιο δίχτυ, το νοσηρό και σκοτεινό που έχει για αντίστιξη το τραχύ μπάσο του πόνου. Allegro con brio. Θα προσπαθήσω να βγάλω από το κάρβουνο χρυσάφι. Ξέρω πως αναβάλλω την ιστορία και πως παίζω μπάλα δίχως μπάλα. Το γεγονός είναι πράξη; Ορκίζομαι πως αυτό το βιβλίο είναι φτιαγμένο δίχως λέξεις. Είναι βουβή φωτογραφία. Το βιβλίο αυτό είναι σιωπή. Το βιβλίο αυτό είναι ερώτημα.”

Ο έτερος πρωταγωνιστής της νουβέλας είναι ο Ροντρίγκο Σ.Μ., ο συγγραφέας, ο ανελέητος και πανίσχυρος αφηγητής. Από τη μια σίγουρος και αυτάρεσκος, με πλήρη αυτοπεποίθηση, από την άλλη ανασφαλής και φοβισμένος μπροστά στις λέξεις, στις προτάσεις, στην ιστορία που θέλει να αφηγηθεί και συνεχώς καθυστερεί, και συνεχώς κάνει κύκλους γύρω της. Ο αφηγητής περιγράφει την Μακκαμπέα και την άτυχή της ύπαρξη και ταυτόχρονα περιγράφει τον εαυτό του χωρίς όμως να ξενίζει ή να αποδιώχνει τον αναγνώστη αυτή η επιλογή. Αντίθετα εισβάλλει όλο και περισσότερο μέσα στη θαυμάσια νουβέλα, συμπάσχει και με τους δύο, γίνεται ένα με την ιστορία.

Διαβάζοντας αυτό το πολύτιμο βιβλίο, ο αναγνώστης αισθάνεται σαν να παρακολουθεί από ψηλά, όλη τη διαδικασία ενός κινηματογραφικού έργου. Από τη μια αυτό που θα δει ο θεατής στην οθόνη, από την άλλη, το συνεργείο με τα προβλήματά του. Τεχνική που έχει κινηματογραφηθεί σε πλείστες όσες ταινίες, όπως η “Αμερικάνικη νύχτα” του Τρυφό, το “Birdman” του Ιναρίτου και άλλες που δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να θυμηθώ.

“Ναι, είμαι ερωτευμένος με τη Μακκαμπέα, την αγαπημένη μου τη Μάκκα, ερωτευμένος με την ασχήμια της και την ολοκληρωτική της ανωνυμία, καθώς αυτή δεν είναι για κανέναν. Ερωτευμένος με τα εύθραυστα πνευμόνια της, την κοκαλιάρα. Πόσο θα' θελα να ανοίξει το στόμα της και να πει:
- Είμαι μόνη στον κόσμο και δεν πιστεύω κανέναν, όλοι λένε ψέματα, καμιά φορά μέχρι και τη στιγμή του έρωτα, δεν νομίζω πως ένα ον μιλάει με το άλλο, η αλήθεια με βρίσκει μονάχα όταν είμαι μόνη.
Η Μάκκα όμως ποτέ δεν είπε φράσεις, κατ' αρχήν επειδή ήταν λιγομίλητη. Και είναι αλήθεια πως δεν είχε συνείδηση του εαυτού της και παράπονο κανένα, μέχρι που πίστευε πως ήταν ευτυχισμένη. Ανόητη δεν ήταν μα είχε την καθαρή ευτυχία των ανόητων. Και επίσης δεν έδινε προσοχή στον εαυτό της: δεν ήξερε.
(Βλέωπ ότι προσπάθησα να προσδώσω στη Μάκκα μια δική μου κατάσταση: χρειάζομαι μερικές ώρες μοναξιάς τη μέρα, ειδάλλως “me muero”.)
Όσο για μένα, είμαι αληθινός μονάχα όταν είμαι μόνος. Μικρός σκεφτόμουν πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα έπεφτα έξω από τον κόσμο. Γιατί τα σύννεφα δεν πέφτουν, αφού όλα πέφτουν; Γιατί η βαρύτητα είναι μικρότερη από την πίεση του αέρα που τα ανυψώνει. Έξυπνο ε; Ναι, όμως πέφτουν μια μέρα σε βροχή. Είναι η δική μου εκδίκηση.”



Το χιούμορ αλλά και η σκληρότητα, η ειρωνεία και τα απότομα διαλείμματα στον αφηγηματικό ρυθμό θυμίζουν τον τρόπο του Μπέκετ και άλλων μεταμοντέρνων συγγραφέων αλλά εδώ υπάρχει ένα ιδιαίτερο "άγγιγμα", μια φωνή αυτόνομη και εξόχως λογοτεχνική. Το σίγουρο είναι ότι η Λισπέκτορ είναι μια κατηγορία από μόνη της, δύσκολα μπορεί να την κατατάξεις σε κάποιο πλαίσιο. Η “Ωρα του αστεριού” θεωρείται ένα από τα καλύτερα της έργα, και η επιτυχημένη διαδρομή του στη χώρα μας, σίγουρα θα φέρει και άλλες μεταφράσεις βιβλίων της. Το επίμετρο της δοκιμιογράφου Έλεν Σιξού είναι έξοχο και κατατοπιστικότατο, σ' αυτή την υπέροχη έκδοση των “Αντιπόδων”.