Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Οκτωβρίου 11, 2017 | Permalink
Γκαλβέιας και Συνέδριο Λογοτεχνίας
Με δύο εξαιρετικά και πολύ ιδιαίτερα βιβλία, γραμμένα από συγγραφείς οι οποίοι είναι πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου, θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Το πρώτο βιβλίο, είναι το μυθιστόρημα του υπέροχου Πορτογάλου Jose Luis Peixoto (Γκαλβέιας, 1974), με τίτλο “ΓΚΑΛΒΕΪΑΣ” (“Galveias”), (εκδ. Κέδρος, μετάφρ. Αθ. Ψυλλιά, σελ.303), και το δεύτερο , είναι η νουβέλα του σπουδαίου Αργεντίνου Cesar Aira (Κορονέλ Πρίνγκλες,1949), με τίτλο “ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ” (“El congreso de literatura”), (εκδ. Angelus novus, μετάφρ. Κρ. Ηλιόπουλος, σελ. 99).



Κατ' αρχήν, το “Γκαλβέιας”, ένα μυθιστόρημα που ξεκινάει με έναν μεταφυσικό τρόπο, αλλά συνεχίζεται με το γνώριμο νεορεαλιστικό ύφος του Πεϊσότου, που κατακλύζεται από χιούμορ και τρυφερότητα.

Μια παγωμένη νύχτα του 1984, κοντά στο χωριό Γκαλβέιας (γενέθλιο τόπο του συγγραφέα), πέφτει ένα αντικείμενο, κάτι σαν μετεωρίτης. Οι ήχοι των εκρήξεων που ακολουθούν και η γη που τρέμει, είναι γεγονότα που φέρνουν τρόμο στους κατοίκους, οι οποίοι θα πεταχθούν έξω στους δρόμους όπως-όπως. Όταν τελειώνει ο θόρυβος, θα έρθει η βροχή και αργότερα πολύ κρύο. Εκείνο όμως που μένει στην ατμόσφαιρα είναι η έντονη μυρωδιά του θειαφιού, η οποία κατακλύζει τα πάντα και θα συντροφεύει τους κατοίκους από δω και πέρα.


“Ο αέρας είχε καλυφθεί απο μια συμπαγή μυρωδιά θείου. Η νύχτα η ίδια έμοιαζε να παίρνει σύσταση από το θειάφι, και το χρώμα της από αυτή την άγρια μυρωδιά. Μέσα σ' αυτό το δηλητήριο οι χωρικοί δεν μπόρεσαν να γεμίσουν τα πνευμόνια τους, αλλά με τα νυχτικά ή τις ρόμπες, μισοντυμένοι, απολάμβαναν το κρύο, που είχε ωραία αίσθηση στο δέρμα τους. Είχαν επιβιώσει.”

Ο Πεϊσότου, όμως δεν ασχολείται καθόλου με το αντικείμενο. Διατηρεί την ατμόσφαιρα της απειλής, της ανησυχίας, του φόβου που αιωρείται και εστιάζει την αφήγησή του, στις ζωές των κατοίκων. Σαν να κρατάει μια πανοραμική κάμερα και να κάνει ζουμ μέσα στα σπίτια, παρακολουθεί τις οικογένειες στην καθημερινότητά τους,διότι, μέσα σ'αυτό το πλαίσιο που έχει αλλάξει τις ζωές τους, γίνονται ακόμα βιαιότεροι, ακόμα πιο σκληροτράχηλοι. Οι χωρικοί του Γκαλβέιας είναι άνθρωποι που γίνονται ένα με τη γη τους, βαθιά συντηρητικοί, ορισμένοι δε νομίζεις ότι ζουν σε κάποια ακατάληπτα βάθη του χρόνου.
Ο συγγραφέας με κεφάλαια που περικλείουν μικρές ιστορίες, σαν αυτόνομα διηγήματα, περιγράφει καταστάσεις πίσω από τις κλειστές πόρτες, μικρές οικογενειακές τραγωδίες, ενώ κάποια πρόσωπα μπαινοβγαίνουν και σε άλλες ιστορίες καθώς το χωριό είναι μικρό. Φόνοι, αντιζηλίες, αντιδικίες, ρατσισμός και σεξισμός, παιδική κακοποίηση, πατέρες-κτήνη, πόρνες που είναι και φουρνάρισες με το ψωμί να μυρίζει θειάφι, προκαταλήψεις και απατεωνιές.

Ο συγγραφέας διαπλέκει τις ιστορίες έτσι ώστε να σχηματίζουν ένα μυθιστόρημα. Παρά το αισιόδοξο φινάλε του με τη γέννηση ενός μωρού (το οποίο δεν μυρίζει θειάφι, αλλά “μωρό”), η κοινωνία του χωριού δεν παίρνει το μάθημά της, θα συνεχίσει να ζει μέσα στην βία και την αυτοαπομόνωσή της. 
Ελεγειακό και νοσταλγικό, με εξαίσιες λογοτεχνικές στιγμές, το “Γκαλβέιας”, μεταφέρει με δυνατό και ολοζώντανο τρόπο, την ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου, αυτών των σκληροτράχηλων χωρικών που μαζί τους μεγάλωσε μέχρι τα 18 του ο Πεϊσότου. Το βιβλίο μπορεί να μη φτάνει στο ύψος των προηγούμενων μυθιστορημάτων του πολύ ελπιδοφόρου Πορτογάλου συγγραφέα, αλλά είναι ένα θαυμάσιο μυθιστόρημα, βαθιά συμβολικό και με το μοναδικό ύφος που διακρίνει τη γραφή του, εξόχως σαγηνευτικό.

“Το Γκαλβέιας καταλαβαίνει τους δικούς του. Τους προσφέρει τον κόσμο, δρόμους για ν' απλώσουν τις ηλικίες τους. Μια μέρα τους μαζεύει μέσα του. Είναι σαν παιδιά που επιστρέφουν στην κοιλιά της μάνας τους. Το Γκαλβέιας προστατεύει τους δικούς του για πάντα.”

Βαθμολογία: 80/100
____________________________________________________


Με την νουβέλα του έξοχου Αργεντίνου συγγραφέα Σέζαρ Άιρα “ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ”, μεταφερόμαστε σε έναν διαφορετικό κόσμο, αυτόν της λογοτεχνίας του Αλλόκοτου και του Φανταστικού. Ο Άιρα είναι ένας συγγραφέας ελαφρώς άγνωστος στη χώρα μας, τον οποίο πρωτογνωρίσαμε πριν μερικά χρόνια με την θαυμάσια νουβέλα "Οι νύχτες στο Φλόρες", και που είναι από τα ισχυρότερα ονόματα από τη Λατινική Αμερική κάθε χρόνο για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο οποίος μέσω της παραδοξότητας των βιβλίων του, σχολιάζει πρόσωπα και πράγματα. Σ΄αυτήν την μικρή αλλά πολύ ουσιαστική νουβέλα είναι ευδιάκριτο το ύφος που τον χαρακτηρίζει.

“...βγαίνοντας από τα συνηθισμένα η αντίληψή σου αφυπνίζεται, βλέπεις και ακούς περισσότερα. Ονειρεύεσαι περισσότερα, επίσης.”

Το βιβλίο που χωρίζεται σε δύο μέρη, περιγράφει την ιστορία ενός παρανοϊκού λογοτέχνη, μεταφραστή και επιστήμονα, του Σέσαρ. Ο Σέσαρ πειραματίζεται με την κλωνοποίηση, έχει αναπτύξει μια φόρμουλα που την θεωρεί ιδανική, οπότε εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να κυριαρχήσει πάνω στον πλανήτη δημιουργώντας ένα στρατό από ιδιοφυίες, κλωνοποιημένα όντα τόσο τέλεια που θα καλυτερεύσουν το ανθρώπινο είδος. Και ποια κύτταρα επιλέγει να υποκλέψει για να κατασκευάσει τον τέλειο κλώνο; Του Κάρλος Φουέντες!

Ο Σέσαρ αφού γίνεται πάμπλουτος, χάρη στην επίλυση ενός ναυτικού γρίφου που κρατάει αιώνες σε μια ακτή της Βενεζουέλας, συμμετέχει σε ένα συνέδριο λογοτεχνίας κάπου στις Άνδεις. Παρά την παρουσία του ως ομιλητού, εκείνος ένα πράγμα έχει κατά νου. Να πάρει κύτταρο από τον μέγιστο συγγραφέα και είδωλό του, Κάρλος Φουέντες, ο οποίος βρίσκεται εκεί μαζί με την σύζυγό του, έτσι ώστε να κατασκευάσει τους κλώνους του. Η κλωνοποιημένη σφίγγα που έχει στείλει πάνω στον Φουέντες, κάνει τη δουλειά, οπότε την αποθέτει κάπου στο βουνό για να αρχίσει η διαδικασία επώασης. Κάτι όμως έχει πάει στραβά και αντί να κατέβουν από το βουνό χαρωποί και ευθυτενείς Φουέντες, γιγάντια σκουλήκια πολιορκούν την πόλη δημιουργώντας σκηνές χάους και φρίκης.

Ενδιάμεσα παρακολουθούμε τον Σέσαρ, να ερωτοτροπεί, να φιλοσοφεί, να προσπαθεί να απαλλαχθεί από τον μεγάλο έρωτα που είχε ζήσει σ' αυτήν ακριβώς την πόλη κάποια χρόνια πριν. Ο “μύθος” γράφει “δανείζεται τη λογική του από έναν προηγούμενο Μύθο, σε ένα διαφορετικό επίπεδο λόγου, με τον ίδιο τρόπο που, από την άλλη πλευρά, η ιστορία χρησιμεύει ως εσωτερική λογική μιας άλλης ιστορίας, και πάει λέγοντας, επ' άπειρον.”

Παράλογο και θεότρελο το μικρό αυτό πολύτιμο βιβλιαράκι (που θα λάτρευε ο Μπόρχες), χαρίζει μερικές ώρες, λογοτεχνικής απόλαυσης. Όπως έγραψε ένας ξένος κριτικός: “με το βιβλίο αυτό, βρίσκεσαι σε έναν κατηφορικό διάδρομο στον οποίο δεν σταματάς να τρέχεις”. Ο Άιρα, ο οποίος  με ξερό και αποστασιοποιημένο ύφος, και με λόγο ουδέτερο, περιγράφει τις πιο εξωφρενικές καταστάσεις, που καθώς η αφήγηση προχωράει θυμίζουν B-movies του Αμερικάνικου κινηματογράφου των δεκαετιών 50 και 60. Πρωτότυπο και διαυγές, γεμάτο δηλητηριώδες χιούμορ και ωραίο ρυθμό, το “Συνέδριο Λογοτεχνίας”, είναι ένα στιλάτο βιβλίο που δεν ξεχνάς εύκολα.

“Αυτό που ρουφάω από τους άλλους στους οποίους κολλάω δεν είναι χρήμα, ούτε ασφάλεια, ούτε θαυμασμός, ούτε – για να πάμε στον επαγγελματικό τομέα – θέματα ή ιστορίες. Αυτό που ρουφάω είναι στιλ. Έχω ανακαλύψει ότι κάθε άνθρωπος, κάθε ζωντανό πλάσμα για την ακρίβεια, εκτός από όλα αυτά που μπορεί να παρoυσιάσει ως υλικές και πνευματικές κτήσεις, έχει ένα στιλ με το οποίο διαχειρίζεται αυτές τις κτήσεις. Και έμαθα να το ανιχνεύω και να το ιδιοποιούμαι. "


Βαθμολογία: 84/100