Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 29, 2017 | Permalink
Accabadora
“ “Acabar” στα ισπανικά σημαίνει τελειώνω. Και στη διάλεκτο της Σαρδηνίας “accabadora” είναι “αυτή που τελειώνει”. Στα μάτια της κοινότητας, η χειρονομία της δεν είναι φονική, είναι μια κίνηση αγάπης και ελέους, κίνηση ανθρώπου που βοηθά τη μοίρα να ολοκληρωθεί. Γιατί η “accabadora” είναι η τελευταία μητέρα.”

Ένα πανάρχαιο έθιμο της Σαρδηνίας που ίχνη του ανιχνεύονται μέχρι τα χρόνια μας (καθώς οι τελευταίες μαρτυρίες είναι του 1981) εξιστορεί η Σαρδηνή συγγραφέας Michela Murgia (Κάμπρας Σαρδηνίας, 1972), στο θαυμάσιο μυθιστόρημά της ACCABADORA”, (Εκδ. Μέδουσα, μετάφρ. Έφη Καλλιφατίδη, σελ. 200), το οποίο διαβάζεται γρήγορα και εύκολα, αλλά ξεχνιέται δύσκολα αφήνοντας το σημάδι του στον αναγνώστη.


Οι accabadoras, είναι γυναίκες που εφάρμοζαν την ευθανασία. Οι γυναίκες αυτές προσέφεραν εθελοντικά το έργο τους, χωρίς αμοιβή, ενώ ο ρόλος τους ήταν γνωστός και σεβαστός στην κοινότητα όπου ζούσαν. Έδιναν τέλος στις ζωές γερόντων κυρίως, “απελευθερώνοντας” τους ανήμπορους από μια παρατεταμένη αγωνία. Ενεργούσαν πάντα μετά από πρόσκληση της οικογένειας και με την σύμφωνη γνώμη των ασθενών (όταν εκείνοι μπορούσαν), ενώ πολύ ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι κάποιες φορές ήταν και μαμές βοηθώντας να έρθουν στο κόσμο ζωές και όχι μόνο να φύγουν.

Το σκηνικό της ιστορίας που αφηγείται η Michela Murgia, είναι το Σορένι, ένα μικρό χωριό της Σαρδηνίας στην δεκαετία του '50, και ο κεντρικός χαρακτήρας της ιστορίας είναι η Μαρία, τέταρτο παιδί μιας πάμπτωχης οικογένειας, το οποίο υιοθετείται από την Μπονάρια, την ηλικιωμένη ράφτρα του χωριού, η οποία ζούσε τελείως μόνη. Ήταν μια συνηθισμένη κατάσταση στην Σαρδηνία (αλλά και στην Ελλάδα παλαιότερα), μια οικογένεια με πολλά παιδιά να προσφέρει ένα από αυτά σε κάποιαν άκληρη συγγενή ή στενή φίλη. Η Μαρία διατηρούσε σχέσεις με την οικογένειά της, αλλά ζούσε και μεγάλωνε στην “θεία-Μπονάρια”, η οποία φρόντισε για την εκπαίδευσή της και την καθημερινή της φροντίδα.

Fillus de anima.
Έτσι λένε τα παιδιά που γεννήθηκαν δυο φορές, μια από τη φτώχια μιας γυναίκας και μια από τη στειρότητα μιας άλλης. Αυτής της δεύτερης γέννας ήταν κόρη η Μαρία Λίστρου, όψιμος καρπός της ψυχής της Μπονάρια Ουράι.”

Η Μαρία είναι ένα έξυπνο και δραστήριο παιδί, και σύντομα διαπιστώνει ότι η Μπονάρια κάποιες νύχτες εξαφανίζεται, επιστρέφοντας το πρωί. Συνήθως έρχεται κάποιος και χτυπάει την πόρτα κι εκείνη φεύγει μαζί του. Στις επίμονες ερωτήσεις της μικρής, η Μπονάρια απαντάει με μισόλογα αποφεύοντας να πει την αλήθεια – γιατί η Μπονάρια είναι η accabadora του χωριού. Κάποια μοιραία στιγμή όμως, στην εφηβεία της, η Μαρία θα το καταλάβει, θα αντιδράσει άσχημα, εγκαταλείποντας την γυναίκα που την ανέθρεψε προσφέροντάς της πολύ περισσότερα από ένα πιάτο φαγητό.

“Η γριά ράφτρα μιλούσε με την ειλικρίνεια με την οποία γίνονται οι εκμυστηρεύσεις στους αγνώστους που συναντάμε στο τρένο, ξέροντας ότι δεν χρειαστεί ποτέ ν' αντέξουμε το βάρος της ματιάς τους.
“Δεν άνοιξε ποτέ η κοιλιά μου” συνέχισε, “και ο Θεός μόνο ξέρει αν το ήθελα, αλλά έμαθα από μόνη μου ότι στα παιδιά πρέπει να δίνεις το χαστούκι και το χάδι και το βυζί και το κρασί της γιορτής και όλα όσα χρειάζονται, όταν τους χρειάζονται. Είχα κι εγώ έναν ρόλο να παίξω και τον έπαιξα.”
“Και ποιος ρόλος ήταν αυτός;”
“Ο τελευταίος. Ήμουν η τελευταία μάνα που αντίκρισαν μερικοί.”
Η Μαρία απέμεινε σιωπηλή για μερικά λεπτά, ενώ η οργή της πέθαινε μέσα στην απαράδεκτη γι' αυτήν έννοια εκείνων των λόγων. Όταν μίλησε, η Μπονάρια συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε πια χώρος για να καταλάβει.
“Για μένα, είστε η πρώτη και, αν μου ζητούσατε να πεθάνετε, δεν θα μπορούσα να σας σκοτώσω, μόνο και μόνο επειδή το θέλετε.”
Η Μπονάρια Ουράι την κοίταξε και η Μαρία διέκρινε ότι η γριά ήταν κουρασμένη.
“Μη λες ποτέ: απ' αυτό το νερό δεν θα πιω. Μπορεί να βρεθείς μες στο βαρέλι χωρίς καν να καταλάβεις πως μπήκες.”
Η Μπονάρια μάζεψε το σάλι που είχε αφήσει να πέσει στην καρέκλα και άρχισε να το διπλώνει με αργές κινήσεις, ξέροντας ότι ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να βάλει σε τάξη.
“Όταν έρθει η στιγμή, Μαρία, θα ανακαλύψεις πράγματα για τον εαυτό σου που δεν τα ξέρεις ακόμα”.”

Η συγγραφέας περιγράφει έξοχα την μικρή αγροτική κοινότητα του Σορένι, ένα χωριό που όπως τα μεγαλύτερα κομμάτια της Σαρδηνίας η ζωή μέσα στους αιώνες δεν γνωρίζει μεγάλες αλλαγές. Ένα χωριό γεμάτο κουτσομπολιά και προκαταλήψεις, με τους δικούς του παραδοσιακούς κανόνες και με τους κατοίκους του να σκοτώνονται μεταξύ τους για έναν φράχτη και μερικές πέτρες. Η Μαρία θα ζούσε μια ζωή μέσα στην πείνα και την ανέχεια, την αγραμματοσύνη και τις αγροτικές εργασίες αν δεν έπεφτε τυχαία πάνω στην  Μπονάρια, η οποία θα της προσφέρει τα πάντα, θα την μορφώσει, θα διαγνώσει τις νοητικές της ικανότητες, θα της δώσει τα φτερά να πετάξει. Η Μαρία θα αργήσει να το καταλάβει αυτό, να εκτιμήσει το δώρο που πήρε αλλά και να συνειδητοποιήσει ότι είναι περισσότερο δεμένη με τον τόπο της απ' ότι πίστευε.


Γεμάτο λυρισμό το μυθιστόρημα της Murgia (το τρίτο της), ολοζώντανο και δυναμικό, με ωραίο ρυθμό και με μια ιστορία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, παρασέρνει τον αναγνώστη, βυθίζοντάς τον μέσα στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Σε αυτή την “πάλη” του παλαιού με το καινούργιο, είναι γεγονός ότι η συγγραφέας θα μπορούσε να δώσει περισσότερο βάρος στον χαρακτήρα της accabadora Μπονάρια, και μεγαλύτερο όγκο στην πλοκή, εκείνη όμως, επιλέγει να προτάξει τη σχέση μεταξύ των δύο γυναικών σε πρώτο επίπεδο και ουσιαστικά να θέσει ερωτήματα στον αναγνώστη γύρω από την ευθανασία, τα παλαιά έθιμα που παραμένουν στις μικρές απομονωμένες κοινότητες κρατώντας από την αρχαιότητα, στις λεπτές ισορροπίες μεταξύ των κατοίκων.

Με το μυθιστόρημα αυτό, η Michela Murgia - άξια απόγονος της σπουδαίας Σαρδηνής συγγραφέως Grazia Deledda (Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1926) - έγινε γνωστή στη χώρα της και στο εξωτερικό. Το βιβλίο απέσπασε 3 λογοτεχνικά βραβεία στην Ιταλία (Dessi το 2009, SuperMondelo και Campiello το 2010. Στην Ελλάδα εκδόθηκε στο τέλος του 2016 και πέρασε απαρατήρητο.


Βαθμολογία 80/100



 



2 Comments:


At 30/11/17 13:05, Blogger Διονύσης Μάνεσης

Eνδιαφέρον. Πριν λίγες μέρες .. χάιδευα την έκδοση στο βιβλιοπωλείο - τελικά κατέληξα σε άλλη επιλογή. Τώρα .. άνθρωπος είμαι, λύγισα: θα είναι το επόμενο.

Αντίδωρο της ανάρτησής σας ένα τραγουδάκι ακόμα (https://www.youtube.com/watch?v=2yrl7IjaOvU&list=PLNk4fmn9oTOsfYVl1ztpkV2a6tiMDbtQU), μιας άλλης μορφής της μουσικής σκηνής της Σαρδηνίας, της Maria Carta, που κι αυτή, όπως ο Parodi, έφυγε λίγο βιαστικά..

 

At 30/11/17 18:27, Blogger Librofilo

Σας ευχαριστώ πολύ