Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 08, 2017 | Permalink
Οστάνδη 1936
Το καλοκαίρι του 1936 χαρακτηρίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα. Τους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου που διοργάνωσε το ναζιστικό καθεστώς  (προσπαθώντας να δείξει σε όλο τον κόσμο την ισχύ του Γερμανικού έθνους (και ταυτόχρονα την υπεροχή της Αρείας φυλής) αλλά και το “ανθρώπινο πρόσωπο” του καθεστώτος ), και την αρχή του Ισπανικού Εμφυλίου που κράτησε 3 περίπου χρόνια με ανυπολόγιστες συνέπειες για την χώρα (την Ισπανία), που είχε όμως και προεκτάσεις σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη.

Το καλοκαίρι του 1936 όμως, αποτέλεσε και το τελευταίο (σχετικά) ξέγνοιαστο διάστημα για τον Στέφαν Τσβάιχ και τον Γιόζεφ Ροτ, τους δύο μεγάλους Αυστριακούς συγγραφείς, οι οποίοι βρέθηκαν μαζί στην Οστάνδη, το Βελγικό κοσμικό παραθαλάσσιο θέρετρο, μαζί με μια πλειάδα γερμανόφωνων συγγραφέων μείζονος ή ελάσσονος λογοτεχνικής σημασίας. Το γεγονός αυτό, απασχολεί τον Γερμανό συγγραφέα Volker Weidermann (Ντάρμστατ, 1969), στο ωραίο μυθιστόρημά του “ΟΣΤΑΝΔΗ 1936 – Το καλοκαίρι πριν το σκότος”, (Εκδ. Άγρα, μετάφρ. Μ.Αγγελίδου, σελ.193), ένα βιβλίο που έχει ως επίκεντρο, την φιλία των δύο μεγάλων συγγραφέων αλλά και την χαλαρή ατμόσφαιρα της παραθαλάσσιας πόλης που έμελε να καταστρέψει ο πόλεμος που ακολούθησε μερικά χρόνια αργότερα.


Τι ήταν όμως όλοι αυτοί οι άνθρωποι που κατέφτασαν στην Οστάνδη, με σκοπό να ξεφύγουν από τον ζόφο της πατρίδας τους, τις διώξεις και τους βανδαλισμούς; Πρόσφυγες ή παραθεριστές; Μάλλον και τα δύο, σε αυτήν την παραθαλάσσια πόλη, η οποία γνώρισε μεγάλη ακμή τον μεσοπόλεμο.

Ο Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942), είναι αναμφίβολα το μεγάλο όνομα, ο πολύ επιτυχημένος συγγραφέας της εποχής. Δημοφιλέστατος, όχι μόνο στον γερμανόφωνο κόσμο αλλά και στις ΗΠΑ, όπως και στην Μ.Βρετανία όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Τώρα η απαγόρευση των βιβλίων του στη Γερμανία, τον έχει πανικοβάλλει ενώ και τα μηνύματα από την Αυστρία όπου έχει ένα καταπληκτικό πύργο στο Σάλτσμπουργκ δεν είναι καλά. Σε διάσταση με την σύζυγό του, βρίσκεται εδώ με την ερωμένη και γραμματέα του, την Λότε Άλτμαν και προσπαθεί να τελειώσει ένα βιβλίο. Πριν από 22 χρόνια είχε έρθει για πρώτη φορά, άγνωστος και νέος, αναγκάστηκε να φύγει τότε, άρον άρον λόγω της κήρυξης του πολέμου, τώρα η φήμη του είναι παγκόσμια, είναι μαζί με τον Τόμας Μαν, οι πιο αναγνωρισμένοι Γερμανόφωνοι συγγραφείς και έχει λύσει το οικονομικό του πρόβλημα με την μεγάλη εμπορικότητα των βιβλίων του.

Ο Στέφαν Τσβάιχ το καλοκαίρι του 1936. Κοιτάζει από τη μεγάλη τζαμαρία τη θάλασσα και σκέφτεται με ένα μείγμα συγκίνησης, ανησυχίας και χαράς την παρέα των φυγάδων, που δεν θ' αργήσει να τη συναντήσει. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η ζωή του είχε ακολουθήσει μια ασταμάτητη άνοδο, που όλοι θαύμαζαν, όλοι ζήλευαν. Τώρα φοβάται, νιώθει παγιδευμένος, δεμένος με εκατοντάδες υποχρεώσεις, με εκατοντάδες αόρατα δεσμά. Λύση, στήριγμα δεν υπάρχει. Υπάρχει όμως το καλοκαίρι, κι ώσπου να τελειώσει, όλα μπορεί ν' αλλάξουν ξανά. Εδώ, σ' αυτό το εκπληκτικά πλατύ βουλεβάρτο με τα θαυμάσια άσπρα κτίρια και το μεγαλόπρεπο καζίνο του, ετούτο το εντυπωσιακό ανάκτορο της τύχης. Διάθεση διακοπών, γιορτινή ατμόσφαιρα, παγωτά, ομπρελίτσες για τον ήλιο, τεμπελιά, αεράκι, πολύχρωμες ξύλινες καμπίνες.”


Ο Γιόζεφ Ροτ (1894-1939), ήταν μια διαφορετική περίπτωση. Δεν ήταν ποτέ του δημοφιλής όσο ο Τσβάιχ, τα έργα του γνωρίζουν ελάχιστη εμπορική επιτυχία, σε κάποιους κύκλους ήταν γνωστότερος ως δημοσιογράφος, όπου είχε δημιουργήσει αίσθηση την δεκαετία του '20 με τις επιφυλλίδες του. Όταν άρχισε να αναγνωρίζεται ως συγγραφέας, τα έργα του απαγορεύτηκαν στην Γερμανία και οι ξένες αγορές δεν ενδιαφερόντουσαν ιδιαίτερα γι' αυτά. Το καλοκαίρι του 1936 βρίσκεται σε οικονομική ένδεια και εξαρτάται από τον Τσβάιχ, ο οποίος τον βοηθάει οικονομικά. Πρόσφατα χωρισμένος μετά από μια σχέση αρκετών χρόνων, αυτός ο χαρισματικός Εβραίος που νοσταλγεί τις μέρες της Αυστρουγγρικής μοναρχίας, εκεί στην Οστάνδη, θα γνωρίσει την αυτοεξόριστη συγγραφέα Ίρμγκαρντ Κόυν, μια νεότατη γυναίκα εξαιρετικής ομορφιάς, η οποία θα ερωτευτεί κεραυνοβόλα, αυτόν τον παραιτημένο άνθρωπο που έμοιαζε με “λυπημένη φώκια” εκπλήσσοντας τους πάντες. Μαζί θα χαθούν μέσα στο ποτό και στη δίνη του έρωτά τους.

“ Είναι ένας άνθρωπος δυστυχισμένος, έξυπνος και θυμωμένος. Αναζητεί σωτηρία στο παρελθόν. Στην παλιά Αυστρία και στη Μοναρχία της. Στην αυτοκρατορία της, που άνοιξε τον κόσμο γι'αυτόν τον ορφανό Εβραίο, τον γεννημένο και μεγαλωμένο μακριά από τη μεγάλη λαμπερή πρωτεύουσά της. Μια αυτοκρατορία, που ήταν μόνη της ολόκληρος ο κόσμος, που ένωνε στους κόλπους της πολλούς λαούς χωρίς να κάνει διακρίσεις. Της οποίας οι πολίτες μπορούσαν να ταξιδεύουν χωρίς διαβατήριο, χωρίς χαρτιά. Όσο περνούν τα χρόνια, όσο ο ίδιος μεγαλώνει και ο κόσμος σκοτεινιάζει, τόσο περισσότερο λαχταράει να γυρίσει πίσω, τόσο πιο λαμπερός του φαίνεται ο κόσμος που έχει χάσει.”

Γύρω από αυτούς τους δύο μεγάλους συγγραφείς, ο Βάιντερμαν θα φτιάξει έναν περίγυρο από εξόριστους συγγραφείς, δημοσιογράφους. Ονόματα που έγιναν πολύ ή λίγο γνωστά, μεταξύ τους ο Άρθουρ Καίστλερ, μετέπειτα σπουδαίος συγγραφέας που θα φύγει για το μέτωπο της Ισπανίας, ο Έγκον Κις, ο Χέρμαν Κέστεν, ο Ερνστ Τόλλερ. Έρωτες, φαγητά, (πολλά) ποτά, βόλτες στην παραλία της Οστάνδης και αγωνία για το αύριο, για τα γεγονότα στην Ισπανία, κουτσομπολιό για κάποιους που είτε έχουν συμβιβαστεί με το ναζιστικό καθεστώς, είτε έχουν διαφύγει και δεν μιλάνε, θάψιμο στον Κλάους Μαν (γενικότερα στην οικογένεια Τόμας Μαν).
Ο συγγραφέας βέβαια επικεντρώνεται στη σχέση Τσβάιχ-Ροτ, την προστατευτικότητα του Τσβάιχ, την οικονομική βοήθεια, την παρηγοριά που δίνει στον Ροτ αλλά και την ανταπόδοση εκείνου, που ξεμπλοκάρει τον Τσβάιχ προσφέροντάς του τη λύση σε μια φράση που τον ταλαιπωρούσε για το βιβλίο που ετοίμαζε. Σε λίγο καιρό θα είναι και οι δύο χωρίς πατρίδα, αφού η Αυστρία θα προσαρτηθεί στη ναζιστική Γερμανία, έτσι κι αλλιώς δεν έχουν πολλά χρόνια ζωής μπροστά τους αφού σε λιγότερο από 6 χρόνια κανείς από τους δύο δεν θα είναι ζωντανός.

Το βιβλίο χωρίς να είναι κάτι το ιδιαίτερο, έχει ροή, και είναι σαγηνευτικό λόγω της αφηγηματικής δεινότητας του Βάιντερμαν, ο οποίος σε ένα δύσκολο εγχείρημα, κάτι μεταξύ βιογραφίας και μυθιστορήματος, στήνει ένα κολλάζ σκηνών εναλλάσσοντας τα πραγματικά γεγονότα με μυθοπλασία. Το χιούμορ που είναι διάχυτο στις σελίδες του, είναι εμφανές και δημιουργεί θαυμάσιο ρυθμό, ενώ τα πολλά ονόματα συγγραφέων και περιστατικών μπορεί να δημιουργούν ελαφρά σύγχυση σε όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την Γερμανόφωνη λογοτεχνία, αλλά ωθούν τον αναγνώστη σε έρευνα γύρω από τους συγγραφείς που αναφέρονται.

Εκεί ακριβώς λοιπόν, έγκειται η “επιτυχία” του Βάιντερμαν. Επικεντρώνοντας σε αυτήν την παράξενη φιλία των δύο μεγάλων συγγραφέων, αυτή τη σχέση αλληλεξάρτησης δύο τόσο διαφορετικών ανθρώπων, γοητεύει ακόμα και τον πιο δύσπιστο αναγνώστη. Περιγράφει τόσο συναισθηματικά και τόσο γλυκά, τον Τσβάιχ και τον Ροτ (ακόμα περισσότερο δεν την άγνωστή μου και μάλλον χαμένη στη λήθη της λογοτεχνικής ιστορίας, Ίρμγκαρντ Κόυν) που θέλεις να διαβάσεις ή να ξαναδιαβάσεις, πιο πολλά βιβλία τους, ή, αν δεν τους ξέρεις να τρέξεις να τους ανακαλύψεις. Παρατηρεί τις αλλαγές στην ψυχολογία τους, την ανασφάλειά τους για το μέλλον, την απόφαση του Τσβάιχ να φύγει μακριά, την καταβύθιση του Ροτ στο ποτό και στην δυστυχία. Οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου που περιγράφουν την κατάληξη των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν, αλλά και την διαφορετική Οστάνδη (τον άλλον μεγάλο πρωταγωνιστή του βιβλίου) του σήμερα, είναι εξαιρετικές επαναφέροντας τον αναγνώστη στη ζοφερή πραγματικότητα που ακολούθησε.

"Διότι τι κάνουμε διαβάζοντας, αν όχι να ζούμε την εσωτερική ζωή ανθρώπων αγνώστων; Να βλέπουμε τον κόσμο με τα δικά τους μάτια; Να τον σκεφτόμαστε με το δικό τους μυαλό; Και τώρα, ξεκινώντας απ'αυτή τη μια έντονη και ευλογημένη στιγμή, θυμήθηκα με όλο και περισσότερη ζωντάνια, όλο και περισσότερη ευγνωμοσύνη τις αναρίθμητες ευλογίες, τις άπειρες ευτυχισμένες στιγμές που μου είχαν χαρίσει τα βιβλία. Θυμήθηκα σημαντικές αποφάσεις, που τις χρωστάω στα βιβλία· συναντήσεις με σπουδαίους ποιητές και συγγραφείς από καιρό πεθαμένους που ήταν για μένα πιο σημαντικοί κι από φίλους καλούς κι από γυναίκες αγαπημένες· νύχτες ερωτικές που πέρασα με τη συντροφιά των βιβλίων, ξεχνώντας για χάρη της απόλαυσής τους τον ύπνο, όπως πρόθυμα τον ξεχνάει κανείς τον ύπνο για χάρη του έρωτα· κι όσο το σκεφτόμουν τόσο συνειδητοποιούσα πως ο πνευματικός μας κόσμος αποτελείται από εκατομμύρια μονάδες μεμονωμένων εντυπώσεων, μικρός μόνον αριθμός από τις οποίες έχει τη ρίζα του σε προσωπικές αισθήσεις ή αντιλήψεις - κι όλα τ' άλλα, τον μεγάλο όγκο των ουσιαστικών εμπειριών μας από την ύπαρξη του κόσμου, τα χρωστάμε στα βιβλία, σ' ότι έχουμε διαβάσει, ακούσει, μάθει."
Στέφαν Τσβάιχ “Το βιβλίο ως είσοδος στον κόσμο”


Βαθμολογία: 74/100