Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2017
posted by Librofilo at Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2017 | Permalink
Δύο γυναίκες, δύο εξαιρετικά ελληνικά βιβλία
Με δύο εξαιρετικά ελληνικά βιβλία θα ασχοληθεί σήμερα το blog. Δύο διαφορετικά μεταξύ τους κείμενα, τα οποία με εντυπωσίασαν πολύ και τα θεωρώ μεταξύ των τριών-τεσσάρων καλύτερων βιβλίων της εγχώριας παραγωγής που διάβασα μέσα στο 2017. Είναι το αφήγημα της δημοσιογράφου και μεταφράστριας, Άντζης Σαλταμπάση “ΜΠΕΡΛΙΝ”, (Εκδόσεις Πόλις, σελ. 110), και η νουβέλα της συγγραφέως Μαρίας Φακίνου “ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΚΟΡΗΣ” (Εκδόσεις Αντίποδες, σελ. 73). Ολιγοσέλιδα και τα δύο βιβλία, το σύνολο των σελίδων και των δύο μαζί, δεν ξεπερνάει τις 200, αλλά με την πυκνή και μεστή γραφή τους, ο αναγνώστης αισθάνεται ότι έχει διαβάσει πολύ μεγαλύτερα κείμενα.


 Στο “Μπερλίν, ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το κατατάξεις ξεκάθαρα, σε κάποιο λογοτεχνικό είδος, η Άντζη Σαλταμπάση (Αθήνα, 1973), επιχειρεί κάτι μεταξύ (ή και όλα μαζί)  πεζογραφικού ντοκιμαντέρ, λογοτεχνικού δοκιμίου, περιήγησης στο Βερολίνο. Είναι μια καταβύθιση στον εαυτό αλλά και μια προσωπική / υποκειμενική ματιά σε μια πόλη με βαρύ ιστορικό παρελθόν που συνδιαλέγεται σχεδόν σε κάθε σημείο της με το παρόν, μιας πόλης μοντέρνας και εμβληματικής για την Ευρώπη.

Η συγγραφέας περιδιαβαίνει την πόλη για προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους. Ζει εκεί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, με τον εβραϊκής καταγωγής σύζυγό της και το παιδί της, από τη μια έλκεται από την σαφή γοητεία της πόλης, από την άλλη απωθείται από τους Γερμανούς, από την προσπάθεια κατάπνιξης του παρελθόντος και των γεγονότων του Β παγκόσμιου πολέμου. Ανακαλύπτει ότι κάθε διαδρομή στη πόλη και στα κοντινά της προάστια, αποτελεί και μια καταβύθιση στην ιστορική μνήμη, σε αυτά που διαδραματίστηκαν 70-80 χρόνια πριν. Στο μαγευτικό Γκρούνεβαλντ με τις βίλες και τις λίμνες, ο σιδηροδρομικός σταθμός αποτέλεσε τον τόπο συγκέντρωσης για τους Εβραίους της πόλης, και από εκεί έφευγαν τα τρένα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, την ώρα που, οι μεγαλοαστοί κάτοικοι του προαστίου έπιναν το τσάι τους πίσω από τις κουρτίνες, ενώ μια επίσκεψη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρυκ στην πρώην Ανατολική Γερμανία, αποκαλύπτει στην συγγραφέα, μια εξαίσια λίμνη δίπλα του, ειδυλλιακή και ρομαντική, στην άλλη της δε πλευρά υπάρχει η πόλη του Φύρστενμπεργκ όπου οι κάτοικοι δεν είχαν αντιληφθεί τίποτα...

Πέρασαν αρκετές ημέρες για να συνέλθω και συχνά ακόμη και σήμερα αναζητώ πληροφορίες για το Ράβενσμπρυκ ή το Φύρστενμπεργκ και είμαι σίγουρη ότι ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που επισκέφθηκα στρατόπεδο συγκέντρωσης και ότι δεν θα το επαναλάβω ποτέ, τώρα που είδα πια τι μπορούν να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι και όταν λέω αυτοί οι άνθρωποι αναφέρομαι στους Γερμανούς ναζί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι δεν έχουν κάνει φρικτά, ανείπωτα πράγματα, ίσως όχι τα ίδια, αλλά σίγουρα φρικτά και ανείπωτα και ούτε αυτό σημαίνει ότι οι μεν είναι πιο φρικτοί από τους δε και το ανάποδο, σημαίνει απλώς και μόνο ότι η φρίκη δεν έχει πια ανάγκη από συγκρίσεις, και όλα αυτά επίσης αφορούν πολύ και δεν αφορούν καθόλου τη σχέση μου με τους Γερμανούς, με τη Γερμανία, με τη γερμανική γλώσσα, μια σχέση αγάπης, μεγάλης αγάπης, και ταυτόχρονα μια σχέση απώθησης. Με τους Γερμανούς, αυτούς τους αυτάρεσκους, τους τρομερά ικανούς, τους ιδεολόγους, τους τέλειους διεκπεραιωτές, τους πρωτοπόρους, τους παλαιομοδίτες, τους πειθαρχημένους, τους καταπιεσμένους, τους πιστούς, τους ρομαντικούς, τους υπολογιστές ανθρώπους, που τα μπορούν όλα, που δεν κάνουν τίποτα χωρίς σχέδιο και σκοπό, που λατρεύουν την ταλαιπωρία, που τους αρέσει να νικούν, που τους αρέσει να επιβάλλονται, που διψούν για ελευθερία, όπως διψούν και για σκλαβιά, που είναι γενναίοι και που φοβούνται ακόμα και τον ίσκιο τους.”


Τα τραύματα του Β παγκόσμιου πολέμου που καταγράφονται στην συλλογική μνήμη, η οποία δυσκολεύεται να εκφραστεί με τις λέξεις, οι ενοχές και ένας αδιόρατος αντισημιτισμός που υποβόσκει ή υπάρχει ακόμα και σε απλές εκφράσεις, σε τυχαίες γνωριμίες, καταγράφονται από την διαυγέστατη συγγραφέα. Η Σαλταμπάση προσπαθεί να αντιληφθεί καλύτερα το παρελθόν για να μπορέσει να προσαρμοστεί στην πόλη, να καταλάβει τους ανθρώπους μέσα από συναντήσεις μαζί τους και τελικά να κατανοήσει τον εαυτό της . Οι διαδρομές της στην πόλη, οι συναντήσεις της με τον ψυχοθεραπευτή της που αποτελούν έξοχες στιγμές μέσα στο βιβλίο, η γοητεία του βιβλίου βρίσκεται, σε κάθε σελίδα, σε κάθε πρόταση.

Πυκνός, μακροπερίοδος λόγος και εξαίρετο στυλ χαρακτηρίζουν το θαυμάσιο “δοκίμιο” της Σαλταμπάση, που παρ' ότι μικρό δείχνει πολύ μεγαλύτερο από τις πραγματικές του διαστάσεις. Βιβλίο πολύτιμο που αναδεικνύει μεγάλες συγγραφικές ικανότητες.

Βαθμολογία 81/100

_____________________________________________________________________


Η παιδική ηλικία, η εφηβεία, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, ο θάνατος του πατέρα, η “συμφιλίωση” με την αιώνια “ανταγωνίστρια” μητέρα, η μακροχρόνια ασθένεια του δίδυμου αδερφού (αλλά και ο ανταγωνισμός του δίπολου, αρσενικό-θηλυκό), περνάνε μέσα από θραύσματα μνήμης, στην εκπληκτική νουβέλα της Μαρίας Φακίνου (Αθήνα, 1976) “ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΚΟΡΗΣ”. Το ολιγοσέλιδο (μόλις 73 σελίδες μικρού σχήματος) βιβλιαράκι, που εάν θέλεις διαβάζεται χαλαρά σε ένα μισάωρο, είναι ένα σκληρό αλλά ταυτόχρονα λυρικό κείμενο που σε πιάνει από την αρχή και δεν σ' αφήνει να πάρεις ανάσα.

“Από νωρίς άφησα τα πράγματα να με διαλέξουν. Οι άνθρωποι, οι σκέψεις, οι συνθήκες. Υπήρχε, ωστόσο μέσα μου ένας σκοτεινός τόπος που με τα χρόνια βάθαινε, ένας εσωτερικός μικρόκοσμος δαιδαλώδης, που δεν ήξερα ότι έτρεφα, μόνο με γέμιζε με μια απροσδιόριστη ανησυχία, και που στο τέλος θα βρισκόμουν να γνωρίζω τον παραμικρό του παράδρομο, στενό και αδιέξοδο. Θα κατέφευγα σε αυτόν κάθε φορά που το έξω απειλούσε το μέσα.”

Τα “μάτια φωτογραφική μηχανή” της Φακίνου, μεταφέρουν εικόνες από την οικογενειακή ζωή, από την παιδική ηλικία, οι διακοπές, ο πατέρας που κάνει εκείνο και το άλλο (πάντα ο πατέρας), οι σκανταλιές με τον αδερφό, το σπίτι της φίλης που όλα φαίνονται διαφορετικά, η σχέση με τον αδερφό που αρρωσταίνει και η ανάθεση καθηκόντων από την μητέρα, τα προβλήματα στα μάτια και τα θεόρατα γυαλιά που αποτελούν ένα σοκ, οι ανασφάλειες της εφηβείας, οι ερωτικές σκανταλιές, ο πατέρας στο νοσοκομείο, η μητέρα να ράβει.

“Θέλω μόνο να την εξοργίζω, να την κάνω να βάζει τις φωνές, συνθήκη που πολύ απολαμβάνω, να τη λέω μανούλα και να ακούγεται ειρωνικό. Είμαι θυμωμένη μαζί της. Είμαι μόλις δεκατεσσάρων, δεν του αναγνωρίζω όλους αυτούς τους κρυφούς μηχανισμούς και καμιά μας δεν έχει την αντοχή να τους αποκωδικοποιήσει τη στιγμή που συμβαίνουν.
Περάσαμε μια ζωή παρεξηγημένες.”

Η παιδική ηλικία περιέχει παιχνίδι αλλά και ανταγωνισμούς, με τον αδερφό, την φίλη, τον ξάδερφο. Περιέχει σκληρότητα αλλά και τρυφερές στιγμές. Η αφήγηση της Φακίνου παίζει συνεχώς με την μνήμη, την υποκειμενικότητα, τις εικόνες. Με την ρευστότητα των αισθημάτων, των καταστάσεων. Με την ίδια τη φύση της οικογένειας και τις μνήμες που κουβαλάει. Με την ερωτική πράξη που έρχεται χωρίς συναίσθημα, θα “σταματήσει να είναι κόρη”, θα συνειδητοποιήσει την γοητεία που μπορεί να ασκήσει σε έναν άνθρωπο, θα πληγώσει και θα πληγωθεί. Και στο βάθος πάντα η μορφή του πατέρα, αυτού του άγνωστου.



Θυμίζοντας το εμβληματικό μυθιστόρημα της Μ.Καραπάνου “Η Κασσάνδρα και ο Λύκος”, η “Ανατομία Κόρης” δεν έχει να ζηλέψει απολύτως τίποτα από ένα βιβλίο όπως το προαναφερθέν, το οποίο, σημάδεψε την ελληνική λογοτεχνία του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Πυκνή και σφιχτοδεμένη αφήγηση, ποιητικός λόγος, κινηματογραφική δομή με τα συνεχή fade-outs, και,  εξαιρετικός ρυθμός, χαρακτηρίζουν τη νουβέλα της Φακίνου. Είναι λογοτεχνική απόλαυση αυτό το βιβλίο, τόσο ωραίο και τόσο σκληρό ταυτόχρονα, τόσο μικρό και τόσο πλήρες, που φανερώνουν μια μινιμαλίστρια συγγραφέα με πολλές δυνατότητες.

“Τα πρώτα βιβλία είχαν μεγάλες χρωματιστές εικόνες και καμία λέξη. Με τα χρόνια οι λέξεις θα εκτόπιζαν τις εικόνες και οι διδακτικές ιστορίες θα έδιναν τη θέση τους σε άλλες πιο ευφάνταστες, σκληρές, πολύβουες από χαρακτήρες, τόπους, εποχές. Ξεκίνησα να διαβάζω μανιωδώς.
Υπήρξα όλοι οι ήρωες. Κατοίκησα σε όλα αυτά τα μέρη νιώθοντας για πρώτη φορά να φωτίζεται μ' ένα παρήγορο φως κανονικότητας αυτός ο σκοτεινός τόπος μέσα μου. Δεν ήμουν πια μόνη. Ανίδεη για τον μικρόκοσμο που διαμορφωνόταν μέσα μου, προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για την καταιγίδα που ακόμα δεν είχε χτυπήσει τον Κήπο της Εδέμ.”

Βαθμολογία 82/100