Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2017
posted by Librofilo at Δευτέρα, Δεκεμβρίου 18, 2017 | Permalink
Οι ιστορίες του Σόμερσετ Μωμ
Η σχέση μου με τον Βρετανό συγγραφέα Somerset Maugham (Παρίσι 1874 – Νις 1965), ήταν μάλλον αδιάφορη. Διάβασα κάποια μυθιστορήματά του, την δεκαετία του 80 (μάλλον από κακές μεταφράσεις), όπως το μείζον (και μάλλον γνωστότερο έργο του) “Η ανθρώπινη δουλεία” (“Of Human bondage”) και το έλασσον “Κουαρτέτο”· δεν μου είπαν τίποτα. Ήταν διαφορετικές οι λογοτεχνικές αναζητήσεις τότε βέβαια, περισσότερο στραμμένες σε μοντερνιστές και πολύ διαφορετικούς συγγραφείς, οι δε κινηματογραφικές ταινίες που στηρίχτηκαν σε κάποια βιβλία του, δεν μπορώ να πω ότι με συγκίνησαν ιδιαιτέρως. Τον Μωμ, τον είχα τοποθετήσει στη (τεράστια) λίστα με τους συγγραφείς που θεωρούμε μεγάλους αλλά οι οποίοι δεν μας εκφράζουν, δεν έχουν να μας προσφέρουν κάτι. Όπως αποδείχτηκε ήταν τεράστιο λάθος, εκτός και αν οι προτιμήσεις μου έχουν αλλάξει τόσο πολύ καθώς περνάνε τα χρόνια.

Αφορμή για να ξαναθυμηθώ και να ασχοληθώ με τον Σόμερσετ Μωμ, υπήρξε η έκδοση μιας νουβέλας του (μπορείς να το πεις και μεγάλο διήγημα), πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Άγρα. Η “ΒΡΟΧΗ” (μετάφρ. Π.Ισμυρίδου, σελ. 100) με εντυπωσίασε πολύ, και ανέσυρα από την στοίβα με τα αδιάβαστα την συλλογή διηγημάτων του, “ΧΟΝΟΛΟΥΛΟΥ” (μετάφρ. Π.Ισμυρίδου, σελ. 326), που είχε κυκλοφορήσει πριν από περίπου 2 χρόνια και εκεί μαγεύτηκα τελείως, αντιλαμβανόμενος πλέον ότι, δεν μπορούσα να αντισταθώ στην γοητεία της γραφής του. Η “Βροχή” μάλλον δεν συμπεριελήφθη στον τόμο της “Χονολουλού” λόγω έκτασης, αλλά κινείται στο ίδιο ύφος, των “Διηγημάτων της Ανατολής” (όπως έγιναν γνωστά τα διηγήματα του συγγραφέα που κινούνται χωροταξικά στην Ασία), και ουσιαστικά αποτελεί μέρος της ίδιας ενότητας.


Το σκηνικό στο οποίο βρίσκονται οι χαρακτήρες της “Βροχής”, επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε ιστορία της “Χονολουλού”. Βρετανοί που βρίσκονται για κάποιους λόγους στα νησιά Σαμόα (“Βροχή”) ή στο Βόρνεο, την Μαλαισία, στους Τροπικούς γενικότερα ("Χονολουλού"), βρίσκονται αντιμέτωποι με καταστάσεις πρωτόγνωρες, για τις οποίες ενημερώνονται είτε από τις διηγήσεις κάποιων παλαιότερων συμπατριωτών τους, είτε εμπλέκονται οι ίδιοι προσωπικά.

Στην “Βροχή”, μια από τις γνωστότερες και πιο επιτυχημένες νουβέλες του Σόμερσετ Μωμ, που κυκλοφόρησε το 1921, και η οποία έχει εκδοθεί αρκετές φορές στη γλώσσα μας, λόγω των πολύ επιτυχημένων κινηματογραφικών της μεταφορών, πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι δύο ζευγάρια πολύ αντίθετων ανθρώπων, που ένωσε η πλήξη του ταξιδιού προς τα νησιά Σαμόα.
Ο γιατρός Μακφαίηλ με την σύζυγό του έκαναν χαλαρή παρέα με τον ιεραπόστολο Ντέηβιντσον και την σύζυγό του μέσα στο πλοίο λόγω της ταυτόσημης κοινωνικής τους θέσης, αλλά πλέον η υποχρεωτική παραμονή του πλοίου σε ένα νησάκι που ανήκε στις Η.Π.Α. λόγω υποψίας χολέρας, και η απομόνωση των επιβατών σε ένα πανδοχείο του λιμανιού τους αναγκάζει να βρίσκονται συνεχώς μαζί.
Στο πανδοχείο καταφθάνει και μια επιβάτις της δεύτερης θέσης, η πόρνη Σέηντι Τόμσον, μια γυναίκα που κάνει αισθητή την παρουσία της, με τις μουσικές της και τα συνεχή πάρτι στο δωμάτιο της. Ο ιεραπόστολος αφηνιάζει κυριολεκτικά και προσπαθεί να φέρει “στον ίσιο δρόμο” τη νεαρή γυναίκα, με την σύμφωνη γνώμη της συζύγου του, η οποία δείχνει περισσότερο φανατισμένη από εκείνον. Το ζεύγος Μακφαίηλ παρακολουθεί χωρίς να μπορεί να κάνει κάτι λόγω της δειλίας του γιατρού, παρά την φανερή δυσφορία του. Κατ' αρχήν φαίνεται ότι ο ιεραπόστολος που έχει κινήσει τις τοπικές αρχές θα μπορέσει να καθυποτάξει την ατίθαση γυναίκα, είναι όμως τελικά έτσι;

" "Της έδωσα κάθε δυνατή ευκαιρία. Την προέτρεψα να μετανοήσει. Το κακό φωλιάζει μέσα της."
Σώπασε προς στιγμήν, κι ο γιατρός Μακφαίηλ είδε τα μάτια του να σκοτεινιάζουν και το χλομό πρόσωπό του να αποκτά ύφος σκληρό και άτεγκτο.
"Ήρθε η ώρα να χρησιμοποιήσω το μαστίγιο με το οποίο ο Κύριος έδιωξε τους τοκογλύφους και τους αργυραμοιβούς από τον οίκο του Θεού".
Βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο, με το στόμα σφιγμένο και τα μαύρα ρύδια τους σουφρωμένα.
"Θα την καταδιώξω, ακόμα και αν τρέξει να κρυφτεί στα πέρατα της Γης".
Έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε από το δωμάτιο. Την άκουσαν ξανά να κατεβαίνει στο ισόγειο.
"Τι σκοπεύει να κάνει;" ρώτησε η κυρία Μακφαίλη.
"Δεν ξέρω". Η κυρία Ντέηβιντσον έβγαλε τα γυαλιά της μύτης και τα καθάρισε. "Όταν ασχολείται με το έργο του Κυρίου, δεν ζητώ ποτέ εξηγήσεις".
Αναστέναξε ελαφρά.
"Τι έχετε;"
"Θα φτάσει στα όρια της αντοχής του. Τον εαυτό του δεν τον φροντίζει"."

Η συνέχεια θα είναι δραματική, και καθώς η βροχή πέφτει συνεχώς χωρίς να σταματάει ποτέ, ενισχύοντας την αποπνικτική ατμόσφαιρα της ιστορίας, το αίσθημα της ασφυξίας που περιγράφει ο συγγραφέας μεταφέρεται στον αναγνώστη. Τα καταπιεσμένη πάθη ψάχνουν εναγωνίως να βρουν διέξοδο και η ένταση είναι υπόγεια ενώ η σχέση εξουσίας και εξουσιαζόμενου αλλά και η  πάλη τους, είναι συνεχής καθ' όλη την διάρκεια αυτής της νουβέλας που είναι από τα πιο εμπορικά και αναγνωρισμένα έργα του σπουδαίου συγγραφέα.

Στην εξαιρετική συλλογή διηγημάτων “Χονολουλού", τα 9 διηγήματα που την απαρτίζουν είναι κυριολεκτικά ένα κι ένα, με μερικά ανάμεσά τους να βρίσκονται σε αριστουργηματικό επίπεδο. Προσεκτικά επιλεγμένα, σχηματίζουν ένα συμπαγές και πολύ ομοιογενές σύνολο ιστοριών, με τις οποίες βυθίζεσαι στην ατμόσφαιρα της ζέστης και της υγρασίας των Τροπικών. Σχεδόν όλα τα διηγήματα εκτυλίσσονται στην Μαλαισία και στο Βόρνεο, πάντα πρωταγωνιστές τους είναι Βρετανοί οι οποίοι βρέθηκαν εκεί, είτε ως ξεπεσμένοι και απένταροι πλέον αριστοκράτες που προσπαθούν να ξεφύγουν από την χρεωκοπία στη χώρα τους, είτε ως τυχοδιώκτες καριερίστες, ταπεινής καταγωγής, που πήγαν να εργαστούν ως επιστάτες και κατάφεραν να φτιάξουν περιουσία. Οι άνθρωποι αυτοί, κάνουν παρέα μεταξύ τους και μεταφέρουν τις ευρωπαϊκές συνήθειες στον καινούργιο τόπο, αρνούμενοι ως επί το πλείστον να προσαρμοστούν ή να κατανοήσουν τους ντόπιους, στους οποίους φέρονται ως ζώα.

Κατ' αυτόν τον τρόπο σε πρώτο επίπεδο σχεδόν σε όλες τις ιστορίες έχουμε την πολιτιστική αντίθεση και την αδυναμία επικοινωνίας, όπως και την δύναμη της φύσης και του τοπίου που επιβάλλεται στους ανθρώπους που διαμένουν εκεί, τους επηρεάζει στην καθημερινότητά τους, εισβάλλει στις ζωές τους. Είναι η εποχή της παρακμής της Βρετανικής αυτοκρατορίας, λίγα χρόνια προτού χάσει οριστικά όλες τις κτήσεις της, και οι άνθρωποι αυτοί, φαίνονται στις περισσότερες των ενεργειών τους κωμικοί, κάποιες φορές γκροτέσκοι, σχεδόν γελοιογραφίες ανάμεσα στους ζωντανούς και ενεργητικούς ντόπιους. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, υπάρχουν ερωτικά πάθη που υποβόσκουν, η πλήξη της αποικίας, η δύναμη της εξουσίας που εκδηλώνεται με κάθε τρόπο, πολύ ποτό και οι κοινωνικές αντιθέσεις των Βρετανών που αντί να εκμηδενίζονται λόγω της απόστασης από την "πατρίδα", διογκώνονται.

6 από τα διηγήματα είναι μεγάλης έκτασης, πάνω από 30 σελίδες, ενώ 3 δεν υπερβαίνουν τις 10 σελίδες. Πάντα κάποιος διηγείται μια ιστορία σε έναν ανύποπτο επισκέπτη του μετά από το φαγητό ή κατά την διάρκεια της χαλάρωσης σε μια βεράντα με ένα κοκτέιλ. Βεβαίως δεν μπορούμε να πούμε ότι όλα τα διηγήματα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο ποιότητας, ξεχωρίζουν 4-5 χωρίς να υστερούν πολύ τα υπόλοιπα. Διηγήματα όπως τα “Μάκιντος”, το διάσημο “Απομακρυσμένος σταθμός”, το αστυνομικής υφής (και ισάξιο με μεγάλα νουάρ μυθιστορήματα) “Τα χνάρια στη ζούγκλα” και τα “Ναυάγια” μπορούν να τοποθετηθούν σε πολύ υψηλές λογοτεχνικές σφαίρες, ενώ ο αναγνώστης δεν γίνεται να μη σταθεί και στο υπέροχο και άκρως βιβλιοφιλικό “Ο σάκος των βιβλίων” ή στο ευφυέστατο “Ο παντογνώστης".

Ο Μωμ το δήλωνε ανέκαθεν, ήταν ένας αυθεντικός story teller, ένας “παραμυθάς” και αυτό ήταν το μεγαλύτερο προσόν του. Τα διηγήματά του, έχουν αρχή, μέση, τέλος, είναι πλήρεις ιστορίες, όπου ο συγγραφέας ελέγχει απόλυτα το θέμα του και τον ρυθμό στην αφήγηση, νιώθεις ότι δεν του ξεφεύγει τίποτα και όπως γράφει στην εισαγωγή της “Χονολουλού”: “Από τις απαρχές της ιστορίας, οι άνθρωποι συγκεντρώνονταν γύρω από υπαίθριες φωτιές ή στην αγορά για να ακούσουν ιστορίες. Αυτή η επιθυμία μοιάζει βαθιά ριζωμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη όσο και το αίσθημα της ιδιοκτησίας. Ουδέποτε υποκρίθηκα ότι ήμουν κάτι άλλο από παραμυθάς. Χαίρομαι να αφηγούμαι ιστορίες και έχω πει πολλές. Δυστυχώς για μένα, η αφήγηση μιας ιστορίας χάριν της ιστορίας και μόνο αποδοκιμάζεται από τη διανόηση. Προσπαθώ να υπομείνω σταθερά την κακοτυχία μου.”

Οι διάλογοι στα διηγήματα του είναι υπέροχοι, οι περιγραφές ολοζώντανες – ο αναγνώστης αισθάνεται σαν να έχει μπροστά του τον συγγραφέα, ο οποίος του αφηγείται ιστορίες. Στις πάντα ενδιαφέρουσες ιστορίες του Μωμ, η πλοκή παίζει μεγάλο ρόλο, ο συγγραφέας δεν στέκεται ιδιαίτερα στην ψυχογράφηση των χαρακτήρων του, δεν έχει στιγμές ενδοσκόπησης, φροντίζει ώστε η ιστορία να ρέει σαν παραμύθι και το φινάλε της, είτε να εκπλήσσει, είτε να προκαλεί εντύπωση. Δεν ήταν τυχαία η σύγκριση με τον Μοπασάν και οι δύο συγγραφείς δείχνουν να κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος, στο ίδιο επίπεδο, ενώ οι θαυμαστές των ιστοριών του Τζ. Κόνραντ θα διακρίνουν πολλά κοινά στοιχεία μεταξύ τους, χωρίς βέβαια ο Μωμ να φτάνει σε ένταση τον μεγάλο Αγγλοπολωνό.

"Ορισμένοι διαβάζουν για να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους, γεγονός αξιέπαινο, άλλοι για ευχαρίστηση, γεγονός αβλαβές, αλλά δεν είναι λίγοι αυτοί που διαβάζουν από συνήθεια, γεγονός που, κατ' εμέ, ούτε αβλαβές ούτε αξιέπαινο είναι. Ανήκω σ' αυτή την ελεεινή κατηγορία. Οι συζητήσεις γρήγορα μου προκαλούν πλήξη, τα παιχνίδια με κουράζουν, και οι στοχασμοί μου, που, όπως μας λένε, συνιστούν, για έναν άνθρωπο εχέφρονα, ανεξάντλητη πηγή απόλαυσης, πολύ γρήγορα στερεύουν. Τότε αναζητώ το βιβλίο μου όπως ο οπιομανής την πίπα του. Ελλείψει άλλου αναγνώσματος, ο κατάλογος των στρατιωτικών πρατηρίων ή τα δρομολόγια των σιδηροδρόμων μου φτάνουν και μου περισσεύουν, και έχω περάσει, πράγματι, πολλές απολαυστικές ώρες με τη συντροφιά τους. Υπήρξε εποχή που δεν έβγαινα ποτέ απ' το σπίτι δίχως έναν κατάλογο παλαιοβιβλιοπωλών στην τσέπη. Δεν έχω γνωρίσει πιο ζουμερό ανάγνωσμα. Αυτός ο τρόπος ανάγνωσης, αναμφίβολα, δεν είναι λιγότερο αξιόμεμπτος από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών, και δεν παύει να με εκπλήσσει η οίηση με την οποία οι επίμονοι αναγνώστες περιφρονούν όσους δεν ξέρουν γράμματα. Από ποιάς αθανασίας τη σκοπιά θεωρείται καλύτερο το να έχεις διαβάσει χίλια βιβλία από το να έχεις οργώσει ένα εκατομμύριο αυλάκια; Ας παραδεχτούμε ότι το διάβασμα είναι για μάς ναρκωτικό εκ των ων ουκ άνευ: Ποιός άνθρωπος αυτής της συνομοταξίας δεν γνωρίζει την ταραχή που τον κυριεύει, όταν έχει στερηθεί επί μακρόν το διάβασμα, την αγωνία και τον εκνευρισμό, τον αναστεναγμό της ανακούφισης που του προκαλεί η θέα μιας τυπωμένης σελίδας; Ας είμαστε, λοιπόν, εξίσου ταπεινοί με τους δυστυχισμένους σκλάβους της σύριγγας ή του ποτού." ("Ο σάκος των βιβλίων")

Καλή, κλασσική λογοτεχνία χωρίς μοντερνισμούς και πειραματισμούς με την γλώσσα είναι τα διηγήματα του Μωμ. Με την “Βροχή” και την “Χονολουλού” ο αναγνώστης θα αισθανθεί την μαγεία της ωραίας αφήγησης, του συγκροτημένου ρυθμού, της υπέροχης ατμόσφαιρας, την δύναμη του υπαινικτικού λόγου και της καλοδιατυπωμένης πρότασης, της γοητευτικής πλοκής και θα τα απολαύσει όπως μια ωραία συζήτηση με μια καλή συντροφιά με ιστορίες που δεν παλιώνουν ποτέ όπως η αυθεντική λογοτεχνία.

Βαθμολογία: "ΒΡΟΧΗ"           81/100

                   "ΧΟΝΟΛΟΥΛΟΥ" 84/100