Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 12, 2019
posted by Librofilo at Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 12, 2019 | Permalink
Αναγνωστική ποικιλία

Με τέσσερα πολύ αξιόλογα βιβλία, θα ασχοληθούμε σήμερα στο blog. Αναγνώσεις κάθε είδους, που έγιναν κατά τη διάρκεια του τελευταίου διμήνου και έκρινα σκόπιμο να γράψω λίγα λόγια γι' αυτές, για να μη χαθούν τελείως από τη μνήμη αλλά και για λόγους αρχείου. Αναγκαστικά, θα αδικήσω κάποια βιβλία που (σίγουρα) άξιζαν περισσότερη ανάπτυξη και μάλλον ένα αυτόνομο post, αλλά έστω κι έτσι, ο αναγνώστης του blog θα πάρει μια ιδέα γι' αυτά.
Τα τέσσερα βιβλία, είναι το χορταστικό θρίλερ "1793" του Natt och Dag, το εξαιρετικό Μπορχεσικού ύφους "Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ" του Buchmann, η σαγηνευτική νουβέλα "Μίλησέ τους για μάχες, για ρηγάδες και για ελέφαντες" του πάντα (αφοπλιστικού και) λυρικού Ενάρ, και το περιεκτικό και ουσιαστικό ιστορικό αφήγημα "Κονγκό" του Βυϊγιάρ.
Ας τα δούμε, το καθένα ξεχωριστά, λίγο πιο λεπτομερώς.



Στο συναρπαστικό, ιστορικό θρίλερ, «1793, Τότε που βασίλευε η βία» («1793»), του (αριστοκρατικής καταγωγής) Σουηδού συγγραφέα και δημοσιογράφου, Niklas Natt och Dag (Στοκχόλμη, 1979) - (εκδ. Μεταίχμιο, μετάφρ. Γρ. Κονδύλης, σελ. 557), η ατμόσφαιρα πρωταγωνιστεί, σε μια ιστορία βίας και αίματος, ζόφου και εκδίκησης.

Η ιστορία διαδραματίζεται στην Στοκχόλμη του 1793. Η Ευρώπη αλλάζει, μετά την Γαλλική επανάσταση, ενώ στο βασίλειο της Σουηδίας, η αναταραχή, ένα χρόνο μετά την δολοφονία του ρεφορμιστή βασιλιά Γουσταύου Γ' συνεχίζεται, και ο λαός βρίσκεται στα πρόθυρα εξαθλίωσης. Η χώρα βγαίνει από μια οδυνηρή ήττα από τον πόλεμο με την Ρωσία, και η Στοκχόλμη είναι μια βρώμικη πόλη γεμάτη λάσπη και πάγο, τα καπηλειά μαζεύουν τους απελπισμένους, και οι λογομαχίες οδηγούν σε βίαιες σώμα με σώμα συγκρούσεις.


Ο μονόχειρας νυχτοφύλακας Καρντέλ (και περιστασιακός μπράβος σε μπιραρίες για να συμπληρώσει το εισόδημά του), βρίσκει το πτώμα ενός άνδρα να επιπλέει σε μια λίμνη της πόλης. Για την ακρίβεια, βρίσκει ότι έχει απομείνει από ένα σώμα, χωρίς κεφάλι, χέρια και πόδια. Γρήγορα αποδεικνύεται ότι ο νεκρός έχει βασανιστεί και η υπόθεση ανατίθεται στον φθισικό (και σχεδόν ετοιμοθάνατο), επιθεωρητή Βίγκε, ο οποίος μαζί με τον μέθυσο και καταθλιπτικό Καρντέλ συνθέτουν ένα φαινομενικά προβληματικό, αλλά στην πράξη πλήρως λειτουργικό δίδυμο, που με υπομονή και μεθοδικότητα, ξετυλίγουν το παζλ μιας υπόθεσης, που θυμίζει σενάριο αμερικανικής κινηματογραφικής ταινίας.



Ο συγγραφέας φανερά επηρεασμένος από τα κλασικά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα και από συγγραφείς όπως ο Ντίκενς, ο Μέλβιλ, ο Ουγκό αλλά και ο Κόναν Ντόιλ, συνθέτει ένα πολύ ατμοσφαιρικό θρίλερ, με ανατροπές και απιθανότητες, με πολλή φλυαρία αλλά και μεγάλο ενδιαφέρον, όχι τόσο για την αστυνομική πλευρά της ιστορίας που είναι αρκετά γκόθικ και υπερβολική, όσο για την κοινωνική πλευρά της ιστορίας που αφηγείται. Οι σκηνές στους δρόμους και στα καπηλειά είναι ολοζώντανες και πολύ έντονες, το ιστορικό πλαίσιο προσεγμένο και αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας (που φαίνεται) και οι χαρακτήρες των δύο ηρώων εξαίρετοι.

Βαθμολογία: 77 / 100

Ένα βιβλίο για την δύναμη και την γοητεία της γλώσσας, είναι το εκπληκτικό «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ» («Grammatik der Sprachen von Babel»), του Γερμανού συγγραφέα Jurgen Buchmann (Schaumburg - Lippe, 1945) - (εκδ. Gutenberg, μετάφρ. Συμ. Γρ. Σταμπουλού). Είναι ένα μικρό (αλλά θαυματουργό) βιβλίο 100 σελίδων, που το κύριο σώμα του, με τις 34 μικρές ιστορίες, είναι ουσιαστικά 50 σελίδες, το υπόλοιπο, είναι ένα γλωσσολογικό παράρτημα, ένα σημείωμα του συγγραφέα και το επίμετρο του μεταφραστή.



«Η γλώσσα του παρασύρει αυτόν τον λαό σε κάθε είδους τρέλα. Έτσι, οι άνθρωποι αυτοί έχουν μια λέξη που χαρακτηρίζει την άνευ όρων και δια βίου συμπάθεια δύο υπάρξεων που αντικρύζονται για πρώτη φορά στη ζωή τους. Οι ποιητές οικοδομούν  επάνω στη λέξη αυτή τις καλλιτεχνικότερες δημιουργίες, και δεν είναι κανείς που να μην ονειρεύτηκε ότι θα μπορούσε να τον συναντήσει αυτό για το οποίο μιλά η γλώσσα εδώ. Ενώ κυνηγούν τέτοιου είδους νεφελώδη πράγματα, τους λείπουν λέξεις για αντικείμενα που υπάρχουν στ' αλήθεια κι έτσι δεν είναι ν' απορείς, αν η γλώσσα τούς σκαρώνει παιγνίδια που δεν αντιλαμβάνονται μέχρι τέλους.»

Δεν μπορείς να πεις πολλά για την «Γραμματική των γλωσσών της Βαβέλ». Είναι ένα ιδιόμορφο και παράξενο βιβλίο, που είναι σαν συνέχεια (ή συμπλήρωμα) του αριστουργηματικού «Οι αόρατες πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο, θυμίζοντας επίσης έντονα τα γλωσσικά και νοητικά παιχνίδια του Χ.Λ.Μπόρχες στις ιστορίες του. Αναφέροντας αυτά, θέλω να τονίσω ότι αποτελεί απαραίτητο ανάγνωσμα για τους θαυμαστές των δύο ανωτέρω συγγραφέων, οι οποίοι θα το λατρέψουν κυριολεκτικά. Οι 34 μικρές αφηγήσεις, που συνθέτουν τον τόμο, είναι σίγουρο ότι θα διαβαστούν από τον επίμονο αναγνώστη, δυο και τρεις φορές, καθώς δεν μπορείς να μην υποκύψεις στη γοητεία τους.


Ο Buchmann θέτει συνεχώς ερωτήματα για τα όρια της γλώσσας, για την μετάφραση, για τις παγίδες που στήνει η γλώσσα, για την κατανόηση της. Οι ιστορίες (υποτίθεται ότι) γράφτηκαν από τον Ρουστιτσάνο,  συγκρατούμενο του Μάρκο Πόλο, στις φυλακές της Βενετίας το 1299 και στηρίζονται σε αφηγήσεις του τελευταίου που δεν ενσωματώθηκαν στο βιβλίο του. Όπως αναφέρει ο μεταφραστής στο επίμετρό του «Το (υποτιθέμενο) αρχικό κείμενο του Ρουστιτσάνο αναγράφει τις (υποτιθέμενες) αφηγήσεις του Μάρκο Πόλο, που με τη σειρά τους αναπλάθουν αφηγήσεις αυτοχθόνων στις βόρειες Ινδίες, τα Ιμαλάια και αλλού».

«Καθένας εδώ ασκείται στη χρήση δύο γλωσσών που οι Γραμματολόγοι αυτής της χώρας ονομάζουν ημερήσια και νυχτερινή γλώσσα. Για τη χρήση, ωστόσο, των δύο ονομάτων δεν υπάρχει ομοφωνία, και ορισμένοι είναι της άποψης ότι η ημερήσια γλώσσα πρέπει να ονομάζεται νυκτερινή, και αντιστρόφως. Η ημερήσια είναι η επίσημη γλώσσα της χώρας, που διδάσκεται, μόνο αυτή, στα σχολεία είναι η γλώσσα του εμπορίου, της πολιτικής, της επιστήμης και της εκπαίδευσης. Στη νυχτερινή ακούγονται όλες οι εκφράσεις που δεν έχουν δημόσιο χαρακτήρα και ξεπηδούν ευθέως από την καρδιάτην χρησιμοποιούν παιδιά και ερωτευμένοι.»

«Οι λέξεις είναι σύμβολα που προϋποθέτουν μνήμες» γράφει κάπου ο Μπόρχες και οι λέξεις στον Buchmann είναι ακριβώς αυτό! Θραύσματα γλωσσών, αποκόμματα ιστορίας και ένα ταξίδι στη φαντασία και την γοητεία της γλώσσας είναι αυτό το βιβλίο, όπου η μία γλώσσα περιέχει εντός της όλες τις γλώσσες και όπου μια πόλη αντιπροσωπεύει όλες τις πόλεις. Σπουδαίο βιβλίο – αληθινή αποκάλυψη, όπου μία ανάγνωση δεν είναι αρκετή.

Βαθμολογία: 84 / 100

Ο Γάλλος συγγραφέας Mathias Enard (Νιόρ, 1972), είναι ένας υπέροχος στυλίστας, όπως μας έχει αποδείξει με την εξαιρετική «ΠΥΞΙΔΑ» του. Με το νέο του μυθιστόρημα «ΜΙΛΗΣΕ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΜΑΧΕΣ, ΓΙΑ ΡΗΓΑΔΕΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ» («Parle-leur de batailles, de rois et delephants») – (εκδ. Στερέωμα, μετάφρ. Σ. Διονυσοπούλου, σελ. 170), έλκεται πάλι από τα μυστήρια της Ανατολής και αναπλάθει μυθιστορηματικά, ένα άγνωστο στους περισσότερους ιστορικό περιστατικό.

 
Το 1506, ο Σουλτάνος της Πόλης, Βαγιαζίτ, προσκαλεί τον Μιχαήλ Άγγελο στην Κωνσταντινούπολη, και του αναθέτει, την σχεδίαση μιας επιβλητικής γέφυρας στον Κεράτιο κόλπο, μήκους περίπου εννιακοσίων ποδιών. Ο Σουλτάνος είχε απορρίψει το σχέδιο του Ντα Βίντσι και στράφηκε αμέσως μετά στον ήδη διάσημο Μιχαήλ Άγγελο, ο οποίος ευρισκόμενος σε δεινή οικονομική κατάσταση και αναμένοντας εναγωνίως το κάλεσμα του Πάπα της Ρώμης για την κατασκευή του μαυσωλείου καταμεσής της νέας Βασιλικής της Ρώμης, ένα κάλεσμα που δεν έρχεται, αποδέχεται την πρόσκληση του Σουλτάνου, να αναλάβει ένα έργο σε ένα αντικείμενο, που δεν έχει ασχοληθεί ποτέ στη ζωή του.

«Η νύχτα δεν συνδιαλέγεται με την ημέρα. Φλέγεται μέσα της. Την κουβαλάνε στην πυρά την αυγή. Και μαζί της, τους ανθρώπους της, τους πότες, τους ποιητές, τους εραστές. Είμαστε ένας λαός από εξόριστους, από θανατοποινίτες. Δεν σε γνωρίζω. Γνωρίζω τον Τούρκο φίλο σου· είναι ένας από μάς. Χάνεται από τον κόσμο λίγο λίγο, τον καταπίνει το σκοτάδι και οι αντικατοπτρισμοί του· είμαστε αδέρφια. Δεν ποιος πόνος ή ποια ηδονή τον έσπρωξε σ' εμάς, στο λίκνο μας, μπορεί το όπιο, μπορεί το κρασί, μπορεί ο έρωτας· μπορεί και κάποια σκοτεινή πληγή της ψυχής, καλά κρυμμένη μες στις ζάρες της μνήμης.
Μ' εμάς ποθείς να σμίξεις.»

Ο Μιχαήλ Άγγελος, γοητεύεται από το περιβάλλον της αυλής και από τον χαλαρό τρόπο ζωής, αλλά σύντομα διαπιστώνει ότι βρίσκεται στη μέση ενός πολιτικού παιχνιδιού εξουσίας που τον ξεπερνάει. Ενθουσιάζεται με μια ανδρόγυνη μουσουλμάνα χορεύτρια, σε αυτό το παιχνίδι έλξης απώθησης, στο οποίο παρασύρεται στους τεκέδες και τις ταβέρνες που, τον "ξεναγούν" μουσουλμάνοι και Φράγκοι υπάλληλοι του Σουλτάνου, ενώ από την άλλη προσπαθεί να βγάλει άκρη με τα «θέλω» του Παλατιού για την κατασκευή της γέφυρας. Μπορεί η γέφυρα να μη γίνει ποτέ, αλλά η ανατολίτικη επιρροή και οι εμπειρίες από την παραμονή στην μαγευτική Πόλη, θα σημαδέψουν το κατοπινό έργο του μεγάλου καλλιτέχνη.



Ατμοσφαιρικό και σαγηνευτικό το μυθιστόρημα του Ενάρ, υπνωτίζει τον αναγνώστη με το ποιητικό και λυρικό του ύφος. Είναι ένα ευφυέστατο βιβλίο για την διαφορετικότητα σε όλους τους τομείς, για την γοητεία της Ανατολής, για την δημιουργία και την ευρηματικότητα της μεγαλοφυΐας του Μιχαήλ Άγγελου, για τα παιχνίδια εξουσίας και το πως μετατρέπεται σε πιόνι στα χέρια των ισχυρών, ακόμα και μια διάνοια. Ο Μιχαήλ Άγγελος είναι ολοζώντανος μέσα από την υπέροχη αφήγηση του Ενάρ, γυμνός και βρωμερός, φοβισμένος και πανικοβλημένος, εγωιστής και πληγωμένος, δημιουργικός και χαρισματικός. Αφάνταστα σαγηνευτικό το μικρό αυτό βιβλίο, με την έξοχη απόδοση της Σ. Διονυσοπούλου, διαβάζεται σε κάνα-δυο ώρες, χαρίζοντας μεγάλη αναγνωστική απόλαυση.

«Μαντεύω το πεπρωμένο σου. Θα παραμείνεις στο φως, θα σε δοξάσουν, θα γίνεις πλούσιος. Το όνομά σου, τρανό σαν φρούριο τετράψηλο, θα μας καλύψει με τη σκιά του. Θα ξεχάσουμε τι έχεις δει εδώ. Οι στιγμές αυτές θα χαθούν. Κι εσύ ο ίδιος θα ξεχάσεις τη φωνή μου, το κορμί που πόθησες, τα σκιρτήματά σου, τους δισταγμούς σου. Θα ήθελα τόσο να κρατήσεις κάτι. Να πάρεις μαζί σου ένα κομμάτι μου. Να ταξιδέψει ο μακρινός μου τόπος μέσα από εσένα. Όχι μια αόριστη ανάμνηση, μια εικόνα, αλλά την ενέργεια κάποιου αστεριού, τη δόνησή του μέσα στη σκοτεινιά. Μια αλήθεια να πάρεις. Ξέρω ότι οι άνθρωποι είναι παιδιά που διώχνουν την απελπισία με την οργή, το φόβο με τον έρωτα· απαντούν στο κενό χτίζοντας κάστρα και ναούς. Γαντζώνονται από τις αφηγήσεις, τις κρατάνε ψηλά σαν λάβαρα· ο καθένας ασπάζεται από μια ιστορία για να συνδεθεί με το πλήθος που τη μοιράζεται. Τους κατακτούν μιλώντας τους για μάχες, για ρηγάδες, για ελέφαντες και για πλάσματα θαυμαστά· τους αφηγούνται ιστορίες για τη μετά θάνατο ευδαιμονία, το ανεξίτηλο φέγγος που προηγήθηκε της γέννησής τους, τους αγγέλους που τους περιστοιχίζουν, τους δαίμονες που τους απειλούν και για τον έρωτα, το έρωτα, αυτή την υπόσχεση του γλυκασμού και της λήθης. Μίλησέ τους για όλα αυτά και θα σε αγαπήσουν· θα σε κάνουν θεό. Αλλά εσύ θα ξέρεις, αφού βρίσκεσαι εδώ πλάι μου, εσύ, δύσοσμέ Φράγκε, που η τύχη σε έριξε στα χέρια μου, θα ξέρεις ότι όλα αυτά δεν είναι παρά ένα αρωματισμένο πέπλο που κρύβει τον παντοτινό πόνο της νύχτας.»

Βαθμολογία: 83 / 100

Μέσα σε λιγότερο από 18 μήνες, έχουν εκδοθεί τρία βιβλία του Γάλλου συγγραφέα Eric Vuillard (Λυών, 1968), στην χώρα μας, γεγονός που δείχνει όχι μόνο ενδιαφέρον για την δουλειά του, από το κοινό, αλλά και το εκδοτικό παράδοξο που υπήρχε ανέκαθεν στην αγορά, όταν σπουδαίοι συγγραφείς παραμένουν αμετάφραστοι ή εκδίδεται ένα βιβλίο τους, εξαντλείται και δεν επανεκδίδεται, ενώ σε άλλους υπάρχει υπερπροσφορά τίτλων. Με αυτή την εισαγωγή, δεν ήθελα να μειώσω την αξία του Vuillard, που δείχνει από τα μίνιμαλ και καίρια κείμενά του, ένας αξιόλογος (και το κυριότερο, ευφυέστατος) συγγραφέας, που ασχολείται με το δύσκολο είδος του μυθιστορηματικού ιστορικού δοκιμίου (αν υπάρχει αυτός ο όρος...). Στο θαυμάσιο «ΚΟΝΓΚΟ» («Congo») - (εκδ. Πόλις, μετάφρ. Γ. Φαράκλας, σελ.111), ο Βυϊγιάρ, αφηγείται την ιστορία, τού πως συστάθηκε το κράτος του Κονγκό στην Αφρική μετά από το συνέδριο του Βερολίνου, το 1885.



«Λείπει ένα μικρό κύτταρο από τη ζωή μας, ως φαίνεται. Η αραιή πλέξη της ζωής μας αφήνει το νόημα της να ξεγλιστρήσει. Ως εάν η απουσία ενός μόνο κυττάρου να διασπούσε την αλυσίδα των αιτιολογήσεων. Ίσως ο Χένρυ Μόρτον Στάνλεϋ να έχει διαπλεύσει χιλιάδες φορές τον ωκεανό των σκέψεών του και να έχει παρατείνει επ' αόριστον τις παραμονές του στο όνειρο, προσδοκώντας να του φανερωθεί μια δοκιμασία, άγνωστοι ποια, ή ένα σημείο μες από τις αποχρώσεις του ακατάληπτου απώτερου παρελθόντος και τον παραμυθένιο θαλάσσιο βυθό της συνείδησής του. Ίσως άγγιξε τον πυθμένα της θλίψης στο Κονγκό, ελπίζοντας να βρει το ίδιο αυτό σημείο, το ίδιο ίχνος, κι ίσως να του δημιουργήθηκε μερικές φορές η εντύπωση - όπως έχει συμβεί σε πολλούς - ότι ένα πολύ μικρό πλασματάκι στεκόταν εκεί, δίπλα του ακριβώς (ακόμη μικρότερο κι από το πιο μικρό τραύμα του), κι ότι βρισκόταν εκεί από την αρχή, βουβό και ευάλωτο.»

Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά με μια λογοτεχνική αφήγηση ενός ιστορικού γεγονότος, μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα. Η σύνοδος του Βερολίνου το 1884 που διήρκεσε μήνες και η οποία καθόρισε τα σύνορα και μοίρασε τα Αφρικάνικα κράτη, ήταν ένα ιστορικό γεγονός που επηρέασε την μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν ασκήσεις επί χάρτου, έγιναν πράξεις, ανοίγοντας νέες αγορές, άκρατης εκμετάλλευσης.

Ο Λεοπόλδος, ο βασιλιάς του Βελγίου, θα πάρει αυτό που ζητούσε αρκετά χρόνια. Μια κτήση σε μια άλλη ήπειρο για πλουτισμό, και το μικρό Βέλγιο, θα γίνει κάτοχος μιας έκτασης τεράστιας με ανυπολόγιστο πλούτο, η οποία θα διοικηθεί με τους όρους εμπορικής εταιρίας, σαν μια επένδυση που προορίζεται να φέρει κέρδη με οποιοδήποτε κόστος. Ο Βυϊγιάρ περιγράφει, την κτηνωδία και την βαρβαρότητα των «πολιτισμένων» λευκών, τις μαζικές δολοφονίες, τη μανία για καουτσούκ, τον πλουτισμό με κάθε τρόπο. Από τις σελίδες του περνάνε, όχι μόνο οι σύνεδροι του Βερολίνου, αλλά και ο περιβόητος εξερευνητής (και όχι μόνο) Στάνλεϋ ως έμμισθος υπάλληλος του Λεοπόλδου, όπως και (ανάμεσα σε άλλους) ο απάνθρωπος Φιεβέ, που μετέφερε μυθιστορηματικά ο Τζόζεφ Κόνραντ, ως παρανοϊκό Κουρτς στην αριστουργηματική «Καρδιά τουσκότους».

«Δεν ξέρουμε ακριβώς από που προέβαλε η όψη της φρίκης· κάποιοι διατείνονται ότι ο Φιεβέ έβγαλε το φιρμάνι· φορώντας το μπεζ μπουρνούζι του, από το οποίο έλειπε ένα κουμπί, μπροστά στην κατοικία του, ελαφρώς μεθυσμένος, λένε πως εξήγγειλε τον ανυπόφορο κανόνα: όποιος πυροβολήσει πρέπει, για να δικαιολογήσει τη χρήση των σφαιρών, να κόψει τα δεξιά χέρια των νεκρών και να τα φέρει στο στρατόπεδο.
Έκτοτε το κομμένο χέρι έγινε νόμος, ο ακρωτηριασμός συνήθεια. Έχουν πει κατά καιρούς ότι ο Φιεβέ ήταν το πρότυπο για τον χαρακτήρα του Κουρτς στο μυθιστόρημα του Κόνραντ. Ο Φιεβέ όμως, ο αληθινός, ο γνήσιος, είναι πολύ χειρότερος. Ο Φιεβέ ξεπερνάει όλους τους Κουρτς, όλους τους τυράννους κι όλους τους παράφρονες της λογοτεχνίας. Είναι μια γνήσια ποδοπατημένη ψυχή. Αλλά ποιος ήταν; Ένας χρήσιμος φονιάς, ένα από τα παιδιά που τα έχουν αποτρελάνει και μπαίνουν στην υπηρεσία της μεγάλης μηχανής.»



Υπαινικτικός λόγος και στιβαρότητα στην αφήγηση, χαρακτηρίζουν το ύφος του Βυϊγιάρ. Με αιχμηρό και οξύ τρόπο, περιγράφεται το σχέδιο της «ανάπτυξης» σε αγορές καινούργιες, και οι πρώτες προσπάθειες να κυβερνηθούν χώρες με εμπορικά και οικονομικά κριτήρια που αποτέλεσε οδηγό για πολλά από αυτά που ακολούθησαν. Πρακτικές που δεν διαφέρουν, όπως τονίζει ο συγγραφέας από τις πολιτικές των σύγχρονων πολυεθνικών εταιριών.

Κάποιες φορές ξεφεύγει προς την ηθικολογία, αλλά το ύφος του Βυϊγιάρ είναι ζωντανό, και το στυλ του υπέροχο, αιχμαλωτίζοντας τον αναγνώστη του σε αυτό το ταξίδι γνώσης και αφύπνισης συνειδήσεων, τονίζοντας κάποια πράγματα που τείνουμε να ξεχνάμε ή να προσπερνάμε. Το μικρό αυτό βιβλίο, απογειώνεται μετά την μέση του και προς το τέλος, με το τελευταίο του κεφάλαιο, με τίτλο «Παράδεισος», να αφηγείται με άκρως λογοτεχνικό τρόπο τις ημέρες του αποτρόπαιου Φιεβέ μετά την επιστροφή του στην Ευρώπη.

Ωραίο βιβλίο το «Κονγκό», για την εποχή της αποικιοκρατίας, για την πολιτική, την εξουσία, την κτηνωδία του ανθρώπου. Είναι ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο.

Βαθμολογία: 80 / 100




 



0 Comments:


Δημοσίευση σχολίου

~ back home