Δευτέρα, Μαΐου 03, 2010
posted by Librofilo at Δευτέρα, Μαΐου 03, 2010 | Permalink
Pointe rouge
Με την «ΚΟΚΚΙΝΗ ΜΑΣΣΑΛΙΑ», ο πολύ καλός Γαλλοαλγερινός συγγραφέας MAURICE ATTIA συνεχίζει την αφήγηση των περιπετειών του ήρωά του, Πάκο Μαρτίνεθ που άρχισε με το εξαιρετικό «ΜΑΥΡΟ ΑΛΓΕΡΙ», (με το οποίο ασχολήθηκα πριν από ακριβώς ένα χρόνο) και θα ολοκληρωθεί με το τελευταίο βιβλίο της τριλογίας «PARIS BLUES» (εκδόθηκε πέρυσι στη Γαλλία).

«Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΜΑΣΣΑΛΙΑ (Pointe rouge)» (Εκδ.Πόλις, μετάφρ. Ρ.Κολαίτη, σελ.547), έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με το προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα. Ότι έγραψα για το «Αλγέρι» ταιριάζει απόλυτα και μ’αυτό: «Μυθιστόρημα συναρπαστικό, με κινηματογραφικό ρυθμό και με έξοχο στυλ. Αρκετά μπερδεμένο με τις πολιτικές ίντριγκες και με τις διάφορες οργανώσεις που μάχονται η μία την άλλη», απλά εδώ το σκηνικό αλλάζει, ο «εξωτισμός» της αφρικάνικης πόλης δίνει τη θέση του στο χάος του Γαλλικού μεγάλου λιμανιού ενώ η εποχή που επιλέγει ο Ατιά να τοποθετήσει τη δράση είναι το τέλος της δεκαετίας του 60, πιο συγκεκριμένα από τις τελευταίες μέρες του 67 έως τον Ιούνιο του 68. Μήνες ταραγμένοι σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Γαλλία.

Ο Πάκο μετά την εσπευσμένη φυγή του από το Αλγέρι βρίσκει καταφύγιο στη Μασσαλία. Υπηρετεί στην αστυνομία και έχει για συνεργάτη ένα νεαρό Αρμενικής καταγωγής τον Τιγκράν Κουπιγκιάν, διατηρεί ακόμα τη σχέση του με την Ιρέν η οποία διατηρεί ένα καπελάδικο στην κοντινή Αίξ-αν-προβάνς. Ο Πάκο αισθάνεται ξένος, η αποστροφή του για την πόλη που η μοίρα τον έστειλε είναι έντονη: «Από την πρώτη κιόλας στιγμή, τούτη η πόλη μου φάνηκε εχθρική και αφιλόξενη. Το σκηνικό της άφιξής μου εδώ, ο επαναπατρισμός ενός εκατομμυρίου ανθρώπων στη μητρόπολη, είναι εικόνες που δεν θα σβήσουν ποτέ από τα μάτια μου.» Και λίγο παρακάτω… «Μερικές φορές αναρωτιόμουν αν ήμουν πιο ευτυχισμένος στο Αλγέρι εν καιρώ πολέμου απ’ότι στη Μασσαλία εν καιρώ ειρήνης. Δεν αγαπούσα τούτη τη πόλη κι αυτή μου το ανταπέδιδε…»

Ένας περίεργος θάνατος, που στην αρχή μοιάζει σαν αυτοκτονία θα αλλάξει τη ζωή του Πάκο και του συνεργάτη του. Θα εμπλακούν με τις φοιτητικές οργανώσεις, τις διάφορες πολιτικές φράξιες, τους τροτσκιστές, τους σιτουασιονιστές (καταστατικούς), τους αναρχικούς, τους μαοϊκούς, τους Λουξεμπουργκιανούς και άντε να βγάλεις άκρη. Γύρω από αυτούς περιστρέφονται ακροδεξιοί, εθνικιστές, Γκωλιστές, στρατόκαβλοι, μαφιόζοι, πολιτικά συμφέροντα και τοπικές μικροεπιδιώξεις. Οι παρακρατικοί έχουν τους δικούς τους νόμους και σκοτώνουν χωρίς εμφανή λόγο την ίδια στιγμή που προβοκάτορες προσπαθούν να παρεισφρύσουν μέσα στις φοιτητικές οργανώσεις για να ελέγξουν την διαφαινόμενη εξέγερση. Εάν στο «Μαύρο Αλγέρι» η κατάσταση ήταν μπερδεμένη, εδώ χάνεσαι μεταξύ των πολλών αντιφατικών πληροφοριών, των αλληλοφαγωμάτων και των ρουφιανιών.

Ο Πάκο θα βγάλει άκρη απ’όλα αυτά αλλά ουδείς εκ των εμπλεκομένων θα βγει αλώβητος από αυτή την ιστορία . Όλοι θα αποκομίσουν τα «παράσημά τους». Ο ρομαντικός Κουπιγκιάν θα συνειδητοποιήσει την ιστορία του λαού του και την ανικανότητά του να λειτουργήσει σε ένα επάγγελμα που τον φέρνει αντίθετο με την φύση του. Ο Πάκο θα κινδυνεύσει σοβαρά να πεθάνει, θα τα καταφέρει αλλά δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος ξανά. Η Ιρέν θα νιώσει ξανά στο πετσί της την βία και θα πάρει την πιο σημαντική απόφαση της ζωής της. Γύρω από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, έξοχα σκιαγραφημένους (και αυτούς) από τον Ατιά, περιφέρονται εξαιρετικά ενδιαφέρουσες μυθιστορηματικές φιγούρες όπως η μοιραία Εύα ("το μυρμήγκι"), μια μορφή τελείως κινηματογραφική, ο ιδεολόγος Πολ Σουκρούν, ο επιθεωρητής Μοράν, ο δημοσιογράφος Φρανσουά, ο αγωνιστής γέροντας Αγκοπιάν.

Ο Ατιά έγραψε ένα σινεφίλ μυθιστόρημα. Ο Πάκο σκέφτεται συνεχώς κινηματογραφικούς ήρωες, ζει με ατάκες από αγαπημένες ταινίες, έχει στο μυαλό του μουσική από τον γαλλικό και όχι μόνο κινηματογράφο που ανθούσε στην δεκαετία του 60. Γι’αυτό ίσως και η ιστορία του θυμίζει τόσο έντονα ταινίες του Μελβίλ και του Σαμπρόλ. Σε μεταφέρει σε μια σκοτεινή αίθουσα και περιμένεις να ξεπροβάλλει μέσα από τις σελίδες του ο Λίνο Βεντούρα, ο (τότε μαϊντανός) Μπελμοντό ή ο Ντελόν. Η Μασσαλία τόσο αντιφατική, πανέμορφη και πανάσχημη ταυτόχρονα είναι ένας από τους ήρωες του βιβλίου. Οι συνοικίες της, οι λεωφόροι της, το χάος στους δρόμους, το μωσαϊκό των λαών που ανέκαθεν την κατοικεί.

Ο συγγραφέας εύστοχα «μοιράζει» την αφήγηση ανάμεσα στους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου (τον Πάκο στον οποίο πέφτει το μεγαλύτερο βάρος, στην Ιρέν, στον Τιγκράν και στην ιδιόρρυθμη Εύα), στοιχείο που δίνει «προσωπικές» διαστάσεις στην άκρως μπερδεμένη ιστορία που κουράζει με την πολυλογία της και την υπέρμετρη αναλυτικότητα των πολιτικών περιγραφών οι οποίες πάνε κόντρα στην αστυνομική ροή του μυθιστορήματος. Έτσι κι αλλιώς η ίντριγκα, το θρίλερ, δεν νομίζω ότι συγκαταλέγονται στις αρετές του πολύ αξιόλογου Ατιά που παίζοντας στο γήπεδο (στην Μασσαλία δηλαδή), του πρόωρα χαμένου, τεράστιου συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών Ζαν Κλωντ Ιζζό χάνει κατά κράτος την μονομαχία.

Το ελκυστικό και ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο στοιχείο του μυθιστορήματος που αποτελεί το κύριο προσόν του και ταυτόχρονα κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, είναι η αριστουργηματική αποτύπωση της ταραγμένης πολιτικής περιόδου. Με την άνεση που του δίνει η χρονική απόσταση των 40 χρόνων από τα γεγονότα, ο πολυπράγμων συγγραφέας (ψυχαναλυτής, ψυχίατρος, σεναριογράφος) περιγράφει με έντονα χρώματα την ατμόσφαιρα της εποχής. Την αστική Γαλλία που πλήττει την ίδια στιγμή που η φοιτητική κοινότητα βράζει, την διάσπαση της Αριστεράς και το τέλος της Μαρξιστικής ουτοπίας που συνδιάζεται την ίδια χρονιά και με την εισβολή των Ρωσικών τανκς στην Τσεχοσλοβακία, το πανταχού παρόν παρακράτος που απλώνει παντού τα πλοκάμια του.

Τα παραπάνω κάνουν έναν ακαταμάχητο συνδυασμό με την υπέροχη (και εξόχως κινηματογραφική) ερωτική ιστορία του Πάκο και της Ιρέν ανάπηρης μεν, σεξουαλικότατης και σαγηνευτικής δε, ως μία άλλη Ρ.Χέιγουορθ (κοκκινομάλλα γαρ…), που θα περάσει από μεγάλες διακυμάνσεις έως ότου ξεκαθαρίσει οριστικά (;) στο πικρό τέλος του μυθιστορήματος όταν όλα γύρω από τον Πάκο έχουν καταρρεύσει. Ο συγγραφέας τα βάζει όλα στο μίξερ και υπό τους ήχους των μελαγχολικών αριστουργημάτων του αθάνατου Ζ.Μπρελ δεν μπορεί κανείς να μείνει ασυγκίνητος στη γοητεία της γραφής του.